ΤΟ ΚΙΡΜΙΖΙ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Η φωτιά που δεν καίει μα θυμάται!

  • «Το Σπίτι με τα Χρωματιστά Τζάμια»

    «Το Σπίτι με τα Χρωματιστά Τζάμια»

    Σμύρνη, Πούντα
    Τέλη Αυγούστου 1922
    (παλαιόν ημερολόγιον)

    Τον Αύγουστο του 1922, μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, οι περισσότεροι Έλληνες της Σμύρνης εξακολουθούσαν να πιστεύουν πως η μεγάλη κοσμοπολίτικη πολιτεία δεν θα εγκαταλειπόταν ποτέ. Η παρουσία των Συμμαχικών στόλων στο λιμάνι, η ελληνική διοίκηση και η αίσθηση πως η Σμύρνη ήταν η «βασίλισσα της Ιωνίας» δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση ασφάλειας.
    Όμως, όταν έφυγε ο Ύπατος Αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης και μαζί του οι τελευταίοι διοικητικοί υπάλληλοι, η πόλη κατάλαβε πως είχε μείνει μόνη. Τότε άρχισε ο πραγματικός τρόμος.
    Οι δρόμοι γέμισαν πρόσφυγες, φήμες, άλογα, καρότσια και φωνές. Οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα, τα σπίτια έκλειναν βιαστικά παντζούρια και οι οικογένειες προσπαθούσαν μέσα σε λίγες ώρες να αποφασίσουν τι μπορεί να σωθεί από μια ολόκληρη ζωή.
    Παρακάτω καταγράφονται οι τελευταίες στιγμές μέσα σ’ ένα σμυρναίικο αρχοντικό της Πούντας, λίγο πριν η φωτιά και ο πανικός καταπιούν τη Σμύρνη.

    Το μαϊστράλι εκείνο το δειλινό δεν εφύσαγε σαν τις άλλες φορές. Δεν εκουβάλαγε μυρουδιές από γκιουλμπαξέδες* και γιασεμιά μήτε τηγανισμένο ψάρι από τα καπηλειά του Και (Quai) Είχε μέσα του στάχτη. Και κάτι άλλο… κάτι σαν καμένο ξύλο, πετρέλαιο και δάκρυ. Ετύλιξε την πόλη με το αβραντίνι* του σιγά σιγά, χωρίς να πάρει κανείς αβίζο. Η Πούντα δεν ησύχαζε ποτέ αληθινά. Ακόμη κι εκείνη την ώρα ακούγονταν από το λιμάνι σφυρίγματα ατμόπλοιων, αλυσίδες που εσούρνονταν στις προβλήτες, τραίνα της γραμμής Σμύρνη–Αϊδίνιο και φωνές χαμάληδων που εφορτώνανε κασόνια με σύκα και σταφίδες. Από κει επερνούσαν εμπορεύματα, άνθρωποι, καμήλες, αραμπάδες και χρήμα λογιώ λογιώ: γαλλικά φράγκα, αγγλικές λίρες, σοβερίνια, τάληρα της Μαρίας Θηρεσίας, τουρκικές λίρες και, τα τελευταία χρόνια, ελληνικές δραχμές. Στο γραφείο του Γιώργη, μέσα σ’ ένα βαρύ συρτάρι με μπρούντζινο κλειδί, τα νομίσματα ήτον ανακατεμένα σαν μικρή αυτοκρατορία. Η Σμύρνη ήτον πολιτεία που άλλαζε νόμισμα πιο εύκολα απ’ ό,τι άλλες πόλεις αλλάζαν καιρό. Ένας καφές στο Και μπορούσε να πληρωθεί σε γρόσια, σε φράγκα ή σε δραχμές, αρκεί να συμφωνούσαν οι άνθρωποι στην αξία του. Το ψωμί, οι ελιές, τα φρούτα, τα σύκα, το λάδι, όλα ερχόντουσαν από την εύφορη ενδοχώρα σαν ευλογία. Γι’ αυτό και οι παλιοί έλεγαν πως η Σμύρνη δεν άφηνε εύκολα άνθρωπο να πεθάνει από πείνα — εκτός όταν οι πόλεμοι και οι αποκλεισμοί έσφιγγαν τον λαιμό της. Η πόλη είχε μάθει να τρώγει, να πίνει, να εμπορεύεται, να ελεεί. Ελληνικές, αρμενικές και εβραϊκές κοινότητες κρατούσαν νοσοκομεία, συσσίτια, σχολεία, φιλοπτώχους. Το να αφήσεις δικό σου άνθρωπο να χαθεί από την πείνα ήτον ντροπή βαριά. Κι ως τις τελευταίες μέρες, η Σμύρνη, όσο μπορούσε, έτρεφε και τους πρόσφυγες που κατέβαιναν από το εσωτερικό, με εράνους, με εισιτήρια σε εκδηλώσεις, με χέρια που άνοιγαν πουγκιά, με γυναίκες που ζύμωναν παραπάνω ψωμί χωρίς να το πολυλένε. Η Πούντα είχε από χρόνια αρχίσει να γεμίζει πλούσιο κόσμο. Μετά την αναδιάταξη του Φραγκομαχαλά και την αλλαγή χρήσης των παλιών βερχανέδων, πολλοί έμποροι, Λεβαντίνοι και αρχοντικές οικογένειες έφτιαξαν εκεί νεόδμητες, ευάερες κατοικίες. Εκεί ακούγονταν ονόματα όπως Giraud, Forbes, Rees, Αθηνογένηδες· άνθρωποι με αποθήκες, ατμόπλοια, πράκτορες, συμβόλαια, υπογραφές σε ξένες γλώσσες.
    Ο Γιώργης δεν ήτον Λεβαντίνος, μα είχε ανέβει. Μεγαλοκτηματίας, έμπορος σταφίδας, σύκων και καπνών, κρατούσε ακόμη με τον πεθερό του ζώα στα περίχωρα της Σμύρνης. Τα χέρια του είχαν μυρίσει και χώμα και χρήμα. Ηξερε να αβγατίζει τα λεφτά του γιατι ήτανε μυαλό ξουράφι. Σε πούλαγε και σε αγόραζε την ίδια στιγμή. Το πρόσφατα αγορασμένο διόροφο σπίτι του εστέκουνταν σ’ έναν δρόμο πλατύ, με ακακίες και αρχοντικά σπίτια Λεβαντίνων και πλούσιων Αρμενίων. Δεν ήτον μέγαρο, μα ούτε φτωχικό. Ήτον από εκείνα τα σμυρναίικα κονάκια που είχαν ψυχή και περηφάνια. Η μεγάλη εξώπορτα, καμωμένη από σκούρα καρυδιά, είχε μπρούντζινο ρόπτρο σε σχήμα λιονταριού. Άμα άνοιγε, εφαινόταν το χαγιάτι* με τα άσπρα και γκρίζα μάρμαρα που εκρατούσαν ακόμη δροσιά κι ας έκαιγε όλη μέρα ο ήλιος.
    Η νένε Μαρούλα έλεγε πάντα: «Το σπίτι του ανθρώπου εν η ψυχή του. Άμα μαυρίσει το σπίτι, εμαύρισε κι η ζωή.»
    Στην αυλή εμοσχοβολούσε νυχτολούλουδο και βασιλικός. Δίπλα στο μουσλούκι*, κάτω από τη λεμονιά, ήτον ακουμπισμένες δυο πήλινες γλάστρες με γκιούλια. Από τη θάλασσα ανέβαινε το ιώδιο και η αλμύρα και ενώνονταν με τση μοσχοβολιές από τους κήπους των επαύλεων. Το μέσα σπίτι ήτον γεμάτο πράγματα που εμιλούσαν. Στο μεγάλο σαλόνι υπήρχε πιάνο γερμανικό με λευκό σεμεδάκι πλεγμένο από τη Σοφία. Απάνω του ακουμπούσε μια γυάλινη φρουτιέρα με κυδώνια από τον Μπουρνόβα και σταφύλια τυλιγμένα σε δροσερά φύλλα συκιάς. Στον μπουφέ, πίσω από το κρύσταλλο, εστέκονταν ποτηράκια για λικέρ, ασημένια κουταλάκια και πιατάκια για γλυκό του κουταλιού, από εκείνα που δεν έβγαιναν παρά μονάχα για ανθρώπους τιμημένους. Το ίδιο και τα λευκά τραπεζομάντηλα με το κοφτό και τα μπιμπίλια που τα σιδέρωναν οι δούλες με το βαποράκι. Η μια άπλωνε με τα δυό ντης χέρια την μιαν ακρη και η άλλη επατούσε με το καυτό σίδερο και έστρωνε το ύφασμα. Καμμιά φορά τα κάρβουνα κοντευαν να σβήσουν και τότενες, με το ένα τους χέρι το πηγαινόφερναν σαν να χτυπούσαν καμπάνα τση εκκλησιάς.

    «Αμάν αμάν όπως το πάτε μετα τα γκεβεζιλίκια* σας θα ανάψει το γιαγκίνι!» εφώναζε η Μαρούλα αυστηρά. «Γιατί καλέ κυρα μας καταχερίζεις; επειδής γοντέρνουμε* την ζήση μας;» απάντησε η μία, η πιο θρασύτατη γαλιάντρα.
    «Γλωσσού! Σούςςς, μπρε! Με το στόμα παρλαμέντο, με το χέρι κουλαμέντο! Με τα Νταούλια και τους ζουρνάδες δουλεία και προκοπή δεν κάμνετε. Τα λαλούμενα ειν’ για τα πανηγύρια! άμα μου κάνετε κάρβουνο της μάνας μου το ενθύμιο καμμιά σας δεν θα ζήση. Κουρμπάνιθα γενεί! Δεν με κόφτει τίποτες. Δυάρα δεν δίνω. Θα σας ετυλιξω με την λαδόκολλα!, σουρλουλούδες!!» εξεραθήκανε όλες τους στα γέλια και ξαναρχίσανε δουλειά με κέφι. Σάματις την άκουγε κανείς, την καλόκαρδη Μαρούλα πούχε καρδια μαλαματένια; Ετσι με τση φωνές τους και τα χωρατά, έλαμπε το μούτρο τους σαν του Μαγιού τα ρόδα και εγέμιζε το σπίτι τζη απο χαρά της ζωής. Στα ταβάνια πλουμιστοί καμπαρμάδες Στους τοίχους εκρέμονταν φωτογραφίες μέσα σε κορνίζες μαρκετερί. Άντρες με φέσια. Γυναίκες με δαντελένιους γιακάδες. Ένα παιδί που δεν εγέρασε ποτέ. Στον μεγάλο μπουφε με τα σκαλίσματα μπρούτζινα καντηλιέρια εστάλαζαν την αρχοντιά τους. Κάτω από το εικονοστάσι έκαιγε το καντήλι. Το γυάλινο ποτηράκι έτρεμε κάθε φορά που επερνούσε τραίνο από τη γραμμή. Η νένε Μαρούλα εκάθουνταν στο τραπέζι και εκοσκίνιζε φακή με τα γέρικα χέρια της. Όχι γιατί είχε ανάγκη να βοηθήσει την ψυχοκόρη. Όχι γιατί είχαν όρεξη να φάνε όσπρια. Μα γιατί η καρδιά του ανθρώπου, άμα γερνά ή άμα τρομάζει, γυρεύει δουλειά για να μην τρελαθεί. Το μικρό κορίτσι ορφανή αναντάν – μπαμπαντάν κάθουνταν ανακούκουρδα στο πάτωμα και ξεδίαλεγε τις φακές.
    Την έιχε βρεί πριν χρόνια η Μαρούλα να ζητιανέυει αξυπόλυτη στα σοκάκια κι απέ την μάζεψε στο σπίτι τζης και της έδωκε ένα κεραμίδι πάνω απο το κεφάλι της και μια μπουκια ψωμί. Είναι κρίμα είπε τότε το ορφανό να σουλατσέρνει αμοναχό του στους δρόμους. Εβλεπε που το είχανε οι κοπρίτες και τα χαμίνια του κλώτσου και του μπάτσου. Είχε καθώς φαίνεται τούτο το παιδί το αστρικό του να σωθεί.
    Κέινη την ώρα που οι γυναίκες έκαμναν την δουλεια τους μια απίστευτη γαλήνη είχε απλωθεί σε όλο το σπίτι.
    Η Μαρούλα ειχε ξεμανίσει* πια, μαντάλωσαν τα στόματα των δουλικών, έκαμναν τη δουλειά τους η κάθε μια ξεχωριστά.
    «Μωρή Παγώνα, ημάτζεψες* τα ρούχα απο το σχοινί;» φωνάζει πάλι η Μαρούλα.
    «Μάλιστα κυρά μου! τα μάζωξα.»
    Δίπλα της η πινακωτή* ήτον ακόμη αλευρωμένη από το πρωινό ζύμωμα.
    «Βάλ’ το προζύμι πιο μέσα, κουζούμ…» μουρμούρισε.
    «Αμάν γιαβρούμ, Θα μας το ξινίσει η ζέστα. Ο νους σου στο μεϊντάνι συνέχεια, βιάζεσαι να ξεπορτίσεις πάλι»
    «Μα καλέ κυρά, εχουμε στείλει το φαί με το ταψί στο φούρνο, μονο του θα έρθει το ψητό με τση πατάτες;»
    «Αμα με πιάσουν πάλι τα μπουρίνια μου μπήξω πάλε τση φωνές και σε μουντάρω, να μη με λεν Μαρούλα!»
    Κέινη την ώρα, η Σμαρώ εβγήκε από την κουζίνα κρατώντας δίσκο με σερμπέτι τριαντάφυλλο σε λεπτά γυάλινα ποτήρια. Η κυρά ετούτη πάντα μπλέκουνταν στις δουλειές των υπηρετριών και όλου του προσωπικού του σπιτιού. Ήθελε να έχει τον έλεγχο των πάντων.
    Μα τον κόσμο που ζούσαν άλλος τον διαφέντευε. Οι θεϊκές και οι ανθρώπινες δυνάμεις. Κι ετούτες οι δεύτερες, οι ανθρώπινες, καμώνονταν για θεοί και έκαμαν του κόσμου τα κουμάντα. Μ’ αυτές εφούντωνε μέσα της η φλόγα της ανησυχίας.
    «Μάνα…» εψιθύρισε.
    «Άκουσες; λένε πως εσπάσαν τα ελληνικά στρατεύματα πέρα στον Κασαμπά…»
    Η γριά δεν απεκρίθη αμέσως. Έφτυσε μοναχά στον κόρφο της.
    «Σούσουρο είν’ που βγάνουν ολούθε οι Νατσιονάτοι* …» μουρμούρισε.
    «Η Σμύρνη εν αλώνι του Θεού. Ετούτα ξαναγινήκανε.» Μα δεν το επίστευε ούτε η ίδια.
    Από το ανοιχτό παραθύρι εμπήκε η μυρωδιά του γιασεμιού. Εκείνο το καταραμένο άρωμα που εμοσχοβολούσε πιο πολύ σαν επλησίαζε το κακό. Σαν μύρο. Σαν μοσχοβολιά την ώρα που κάποιος βγάνει την ψυχή του. Ιδια και απαράλακτη ημέρα σαν τότενες που πέθανε η αδερφή της η Θεόνη.
    Ο Νεκροσεντουκάς επέρασε απο μπροστά και μύριζε λιβάνι και θανατικό. Η ιππήλατη άμαξα ηταν διακοσμημένη με μαύρα πέπλα. Ηταν περίτεχνη με ξύλινα αγγελάκια σκαλιστά και μια γυάλινη προθήκη για το νεκροσέντουκο. Την έσερναν δυο μαύρα άλογα με ασορτί βελούδινα καλύματα και φτερά. Η συγχωρεμένη ειχε αφήσει ευχή και κατάρα η κηδέια της να ειναι ισάξια των «Λεβαντίνων» να ακολουθεί το βικτοριανό στυλ. Οσο «πρώτης κλάσης» κι αν ηταν η νεκροφόρα, ο προρισμός ηταν ο ίδιος. Το κοιμητήριο έξω απο την πόλη μακρια απο τις επάυλεις στον Μπουρνόβα και το κορδελιό. Μπήκε στο χώμα όπως και ο χαμάλης του λιμανιού. «Το σάβανο δεν έχει τσέπες» όπως λέει η γιαγιά Μαρούλα. Η δύναμη του χρήματος σταματά στην πόρτα του Κοιμητηρίου. Βέβαια η μαντάμ Θεόνη είχε φροντίσει να ταφεί στο πολυτελή οικογενειακό Μαυσωλέιο με τους μαρμάρινους περίτεχνους αγγέλους.
    Η ουσία όμως παραμένει η ίδια: η μοναξια του τέλους.
    Ο ήχος της καμπάνας παγώνει τον χρόνο δείχνοντας οτι μπροστα στο τέλος, η πλουσια συνοικία και ο φτωχομαχαλάς ενωνονται στην σιωπή. Ο πλουτος της Σμύρνης εξατμίζεται μπροστα στο αναπόφευκτο. Η προκυμαία (Quai) ήταν ενα σύμβολο της εφήμερης δόξας. Ενώ οι πλούσιοι έμποροι έκαμναν την επίδειξη τους εκεί, οι ίδιοιοι δρόμοι οδηγούσαν τελικα στα «μνήματα», υπενθυμίζοντας οτι η «μαύρη άμαξα» ήταν το τελευταίο όχημα που δεν έκαμε διακρίσεις στην μοναξιά του επιβάτη. Η λάμψη της πόλης ηταν το «προκάλυμμα» μιας αναπόφευκτης μοναχικής πορέιας.
    Η μικρή Ερμαού θυμάται ακόμα την κηδεία της θείας της.
    Για ενα μικρό παιδί αυτή η πλούσια κηδεία φάνταζε σαν ενα παράξενο, σκοτεινό θέατρο που διέσχιζε τους δρόμους. Τα μάτια στέκονταν στις λεπτομέρειες που οι μεγάλοι μέσα στην θλίψη τους προσπερνούσαν.
    Τα «μαυρα τέρατα» τα αλόγατα προκαλούσαν δέος, με τα μαυρα καλύμματα στα κεφάλια τους και τα ψηλά λοφία που κουνιούνταν ρυθμικά σε κάθε βήμα. Εμοιαζαν με πλάσματα βγαλμένα απο τα παραμύθια. Ο ήχος απο τις οπλές τους στο καλντερίμι ακούγονταν σαν ένας αργός, τρομακτικός χτύπος της καρδιάς. Η «γυάλινη κλούβα» με τα σκαλιστά ξύλινα αγγελάκια στις γωνίες ήταν σαν μια πολυτελή άμαξα που πήγαινε σε χορό…μονο που ο επιβάτης ήταν ακίνητος κι αμίλητος σαν άγαλμα.
    Αναρωτιόταν γιατι η κυρία θεονη δεν κοιτάζει εξω απο το τζάμι τις βιτρίνες της Ευρωπαϊκής οδού. Εβλεπε τους «ψευτοκλαψιάρηδες» τους επαγγελματίες πενθούντες με τα μαύρα ημίψηλα καπέλα και τα φράκα. Της έκαμε εντύπωση η απόλυτη σιωπή που επέβαλαν στο πέρασμά τους, σταματώντας τη φασαρία των πλανόδιων πωλητών και των κάρων. Στην παιδική μνήμη αποτυπωνόταν η βαριά μυρωδιά απο το λιβάνι που ανακατεύονταν με το άρωμα των χιλιάδων λουλουδιών (γαρδένιες και τριαντάφυλλα) που σκέπαζαν το φέρετρο, πνίγοντας για λίγο τη μυρωδιά της θάλασσας και του λιμανιού.
    Ενιωθε μια παράξενη σύγχυση: «Αφού έχει τόσους ανθρώπους να την ακολουθούν και τόσα πλούτη, γιατι την αφήνουν μόνη της στο τέλος μέσα στα χώματα;» Ο θάνατος των πλουσίων στην Σμύρνη ήταν η «μαύρη παρέλαση» που διέκοπτε το παιχνίδι, ενας άλλος κόσμος σοβαρός και σιωπηλός, που καμμιά χρυσή λίρα δεν μπορεί να εξαγοράσει. «Τάκα-τάκα» αργά τα άλογα μετρούν τα βήματα. Αφού ήταν τόσο πλούσια και είχε τόσα άλογα γιατι δεν κρατά αυτή τα γκέμια; «Τα άλογα και οι Νταντέλες είναι για να τα βλέπουν οι ζωντανοί » έλεγε η γιαγια Μαρούλα. «Αυτός που φεύγει, δεν παίρνει τίποτα μαζί του».
    Τόση φασαρία και κακό για να καταλήξει κάποιος μόνος του σε μια τρύπα στο χώμα, με ένα μαρμάρινο σταυρό να τον βαραίνει απο πάνω κι ενα καντήλι να φωτίζει και να μαζεύει τα έντομα. Ετσι σκέφτονταν το μικρό παιδί…προτιμώ τα δικά μου άλογα, τα ξύλινα, που τα οδηγώ εγώ όπου θέλω! Που δεν είναι μαύρα αλλά άσπρα και καφετιά και τα καβαλάνε γεναίοι ιππότες τζόβενα, που μου δίνουνε για ριγάλο κουφέτες ροσολάτες! Έτσι θυμόταν το μικρό κορίτσι τον θάνατο της θείας Θεόνης. Εφυγε με τιμές και δόξες, δεν την κουβάλησαν στους ώμους όπως τον πρώτο της άντρα που έχασε ότι είχε και δεν είχε στο κουμάρι και του ήρθε ο νταμπλάς. Ευτυχώς η θεία Θεόνη το φυσούσε το χρήμα, είχε παράδες απ το σπίτι τζη και όταν χήρεψε άρχινισε η ζωή της απο την αρχή. Σαν Σμυρνιά στο παραθύρι με παράπονο στα χείλη φύτευε βασιλικό… εδώ «βασιλικός» ήταν ο μακαρίτης. Ξαναπαντρεύτηκε μετά απο ένα χρόνο. Το κισμέτ της θείας όμως ήταν γραφτό, σώθηκε* το λάδι της κι ήρθε ο χάρος να της κάμνει πατινάδα. Την ώρα που έβγαινε η ψυχή της στην κάμαρή της, έξω στο σαλόνι μια μοσχοβολιά παράξενη τούς ετύλιξε όλους και η μικρή Ερμαού είδε τη Θεόνη μπάστακα ολοζώντανη, ίδια κι απαράλλαχτη με τις σούφρες* στην μούρη να τση χαμογελά. Όταν το ξομολογήθηκε στους μεγάλους, τους έπιασε σύγκρυο* σταυροκοπήθηκαν και εφύσηξαν τον κόρφο τους.

    «Σε αγαπούσε πολύ, μικρή μου, η Τσάτσα* σου η Θεόνη. Για αυτούνο σου ενεφανίστηκε…»
    της είχε πει η γιαγιά της.
    Η μικρή Ερμαού εστέκουνταν τώρα ξυπόλυτη στην αυλή, κοντά στο μουσλούκι, και επότιζε τον βασιλικό.
    «Κουζούμ, άσ’ τον τώρα τον βασιλικό…» της είπε η μάνα της.
    «Έλα μέσα.»
    Το κορίτσι εσήκωσε τα μεγάλα του μάτια.
    «Κι άμα διψάσει;»
    Η Σμαρώ εκαρφώθηκε. Δεν ήξευρε αν το παιδί εμιλούσε για το φυτό ή για «κάτι άλλο».

    Έπειτα ακούστηκαν φωνές απ’ τον δρόμο.
    Άλογα. Ρόδες αραμπάδων. Στρατιωτικές διαταγές.

    Ένας αξιωματικός εφώναζε στα τούρκικα: «Çabuk! Çabuk!*»

    Η μικρή Ερμαού έτρεξε στο μπαλκόνι. Ο δρόμος μπροστά από το σπίτι ήτον γεμάτος κίνηση. Λαός επήγαινε κι ερχόταν βιαστικός. Μια Αρμένισσα εκρατούσε εικόνα τυλιγμένη σε μαντήλι. Ένας γέρος ετράβαγε πίσω του δυο παιδιά και μια κατσίκα δεμένη με σκοινί. Δυο καμήλες, φορτωμένες μπόγους, εσταμάτησαν για λίγο στη γωνιά κι ο καμηλιέρης εφώναζε να του ανοίξουν δρόμο. Ένας χαμάλης, κόκκινος από τον ιδρώτα, εφορτωνε κιβώτια σ’ ένα κάρο.
    Και τότε ήρθε η μυρωδιά. Καπνός. Καπνός καμένου ξύλου και πετρελαίου.
    Μακρυά, προς τον Φραγκομαχαλά, εφάνηκε πρώτα ένα συννεφάκι. Ύστερα ένα μαύρο μαντήλι πένθιμο.
    Κι έπειτα ήρθαν οι καμπάνες. Βαριές. Σπασμένες. Αλαλιασμένες.
    Η Αγιά Φωτεινή κι όλες μαζί οι εκκλησιές εχτυπούσαν σαν μανάδες που θρηνούσαν τα παιδιά τους.
    Η νένε Μαρούλα εσηκώθηκε δύσκολα. Τα γόνατά της ετρίζαν σαν παλιό πάτωμα. Επήγε στο μπαούλο. Άνοιξε το καπάκι.
    Μέσα ήτον τα κεντημένα σεντόνια, τα προικιά της Σοφίας, κάτι φράγκικες καρτ ποστάλ, μια δαντέλα μυρωμένη με λεβάντα, κι από κάτω — το κουτί με τα γράμματα.
    Το εχάιδεψε σαν να χάιδευε μωρό.

    «Αμάν, Παναΐα μ’…» εψιθύρισε.
    «Μη μας κάμεις μουχατζίρηδες*…»

    Τότε ακούστηκε ουρλιαχτό από τον δρόμο. Μια γυναίκα έτρεχε ξεμαλλιασμένη.

    «Φεύγετε! Φεύγετε! Εμπήκαν οι τσέτες!»

    Η Ερμαού ετρόμαξε κι έσφιξε την ποδιά της μάνας της. Η ψυχοκόρη ήρχισε να τραβά τα μαλλιά τζης και ήβγαλε τσιρίδες* τρομακτικές που σου κόβουνταν τα ήπατα.

    «Σούσσσσ!» της φώναξε η Σμαρώ.
    «Μη μου σκιάζεις το παιδί. Ελα στα συγκαλά σου, στασου στα ποδάρια σου και πάρε ότι μπορείς στα χέρια. Ήρθε η ώρα.»
    Η Σμαρώ δεν έκλαψε. Οι Σμυρνιές μανάδες δεν εκλαίγαν εύκολα μπροστά στα παιδιά.
    Μονάχα επήγε στο εικονοστάσι. Άναψε το καντήλι. Το φυτιλάκι έτρεμε. Σαν το χέρι της. Σαν την ψυχή τους.
    Κάπου στην κουζίνα, η τσαγιέρα εσφύριξε μονάχη της πάνω στη σβησμένη θράκα. Κανείς δεν επήγε να την κατεβάσει.
    Κι έξω, πάνω από τη Σμύρνη, ο ουρανός άρχισε να πέρνει ενα βαθύ κόκκινο χρώμα.

    Σαν πληγή βαθιά, κατακόκκινη που μόλις είχε ανοίξει…

    «Γλωσσάρι»
    *Αβραντίνι: (τουρκικός ιδιωματισμός/avrat=γυναίκα) μετο έτσι θέλω.
    *Αβίζο: (ίταλ. avviso) χωρις να το πάρει είδηση, χαμπάρι.
    *Αναντάν – μπαμπαντάν: απο πατέρα και μητέρα.
    *Γκιουλμπαξές: κήπος με τριανταφυλλιές.
    Γκεβεζιλίκιατα αστεία , οι φλυαρίες.
    *Γιαγκίνι: η φωτιά.
    *Βερχανές: εμπορικό κτήριο, αποθήκη ή χάνι συνδεδεμένο με εμπορική δραστηριότητα.
    *Χαγιάτι: στεγασμένος διάδρομος ή ημιυπαίθριος χώρος.
    *καταχερίζω: Μαλώνω, επιπλήττω.
    *Κουρμπάνι: θυσία, σφάγιο των Τούρκων στο Μπαϊράμι.
    *Μουσλούκι: μεταλλικό ή πήλινο δοχείο νερού με βρυσάκι.
    *Μαρκετερί: τεχνική διακοσμητικής ένθεσης ξύλου.
    *Καμπαρμάδες: στολίδια της οροφής.
    *Καντηλέρι: κρεμαστό καντήλι του εικονοστασίου.
    *Πινακωτή: ξύλινο σκεύος για το φούσκωμα του ζυμαριού.
    *Çabuk: «γρήγορα» στα τουρκικά.
    *ημάτζεψες: Μάζεψες.
    *Μουχατζίρης / μουχατζίριδες: πρόσφυγας, ξεριζωμένος άνθρωπος που αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πατρίδα και το σπίτι του· από το τουρκικό muhacir και την αραβική λέξη muhājir («μετανάστης», «φυγάς»). Στη μικρασιατική μνήμη η λέξη συνδέεται βαθιά με τον πόνο του ξεριζωμού μετά το 1922.
    *Μπάστακας: Ιταλ. basta (φτάνει/αρκετά) ή το bastone (μπαστούνι/ξύλο) Μπαστούνι μπηγμένο στο χώμα, ακίνητος, άκαμπτος και..ενοχλητικός.
    *Νατσιονάτοι: Οι ξένοι υπήκοοι.
    *Νταμπλάς: Αποπληξία.
    *Πατινάδα: Καντάδα.
    *Ριγάλο: χάρισμα
    *Ροσολάτο: ροσόλι,σιρόπι είδος λικέρ.
    *Σούφρες: ρυτίδες, ζάρες.
    *Σύγκρυο: Ρίγος.
    *Σώνω: εξαντλήθηκε, τελέιωσε.
    *Τζόβενο: Nεαρός, κομψός.
    *Τσάτσα: η Θεία.
    *Τσιρίδες: κραυγές.
    *Ξεμανίζω: Ξεθυμώνω.

    🖊️ A.Sfirakisart

  • «Η ΕΞΟΔΟΣ»

    «Η ΕΞΟΔΟΣ»
    Με τον όρο «Έξοδος» έχει καθιερωθεί στη βιβλιογραφία του Μικρασιατικού Ελληνισμού ο ξεριζωμός των Ελλήνων από τις πατρογονικές εστίες.
    Ο ξεριζωμός αυτός πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις και με τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η πρώτη φάση περιλαμβάνει τους Έλληνες που εγκατέλειψαν τις πόλεις και τα χωριά τους, ακολουθώντας την υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού, και η δεύτερη την περισσότερο οργανωμένη και «επίσημη» αποχώρηση των Ελλήνων, με την ανταλλαγή των πληθυσμών που επέβαλε η Συνθήκη της Λωζάνης.
    Όταν οι Έλληνες, που ζούσαν στην περιοχή που έλεγχε ο Ελληνικός Στρατός πληροφορήθηκαν τον Αύγουστο του 1922, την κατάρρευση του μετώπου είχαν δυο επιλογές: είτε να παραμείνουν στις εστίες τους, είτε να φύγουν και να κατευθυνθούν στα λιμάνια της Προποντίδας και του Αιγαίου υπό την προστασία των στρατιωτών που υποχωρούσαν και κατευθύνονταν προς τα λιμάνια αυτά, για να επιβιβαστούν στα στρατιωτικά και εμπορικά πλοία που είχαν σπεύσει εκεί.
    Οι περισσότερες ελληνικές κοινότητες των Βουρλών, του Αϊβαλιού και του Αξαρίου. Οι κάτοικοι των Βουρλών, σε συνεννόηση με τους συντοπίτες τους Τούρκους, αποφάσισαν να μείνουν στην πόλη τους με την ελπίδα ότι δεν θα αντιμετωπίσουν προβλήματα. Διαψεύστηκαν και το αποτέλεσμα ήταν η πυρπόληση της πόλης και ο θάνατος περίπου 9.000 κατοίκων.
    Στο Αϊβαλί συνελήφθησαν πρώτα οι άνδρες, οι οποίοι εστάλησαν σε στρατόπεδα του εσωτερικού, Αμελέ Ταμπουρού ( Amele Tabourlari), διαβόητα τάγματα εργασίας για την κατασκευή δρόμων, σιδηροδρόμων, εξορύξεις σε λατομεία. Ουσιαστικά ήταν μέτρο εξόντωσης των χριστιανικών πληθυσμών. Οι αιχμάλωτοι ζούσαν σε απάνθρωπες συνθήκες με ελάχιστο φαγητό και νερό, χωρίς ιατρική περίθαλψη, εκτελώντας εξαντλητική εργασία. Οι περισσότεροι πέθαιναν σαν τις μύγες από κακουχίες, πείνα και αρρώστιες όπως (ο τύφος). Εξοντώθηκαν περίπου 4.000 άνθρωποι με τον τρόπο αυτό. Από αυτούς που έμειναν πίσω στο Αϊβαλί πολλοί ληστεύτηκαν και σφαγιάστηκαν στην συνοικία Ταμπακαριά από Τσέτες. Τελικά οι εναπομείναντες Αϊβαλιώτες επιβιβάστηκαν στις 21 Σεπτεμβρίου σε δύο Ελληνικά πλοία με Αμερικάνικη σημαία. Πίσω έμειναν πολλοί ιερείς και ο Μητροπολίτης Γρηγόριος, οι οποίοι μαρτύρησαν στις 3 Οκτωβρίου.
    Ο Ηλίας Βενέζης στο έργο του « Το Νούμερο 31328», αιχμάλωτος και ο ίδιος περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο την φρίκη των ταγμάτων αυτών. Το βιβλίο χαρακτηρίστηκε από τον Georges Lecompte, γραμματέα της Γαλλικής Ακαδημίας, «τρομερό κατηγορητήριο για την αποχαλίνωση του κακού που φέρνουν οι πόλεμοι».
    « Το σάπιο εμπόρευμα-παιδάκια κι οι γυναίκες- θα μπάρκερναν για την Ελλάδα. Μα οι άνδρες από 18 ίσαμε 45 χρονώ, θα φεύγαν για το εσωτερικό, σκλάβοι στα εργατικά τάγματα… Τα εργατικά τάγματα ήταν ένα μακρινό παρελθόν από τον Μεγάλο Πόλεμο…χιλιάδες χριστιανοί είχαν αφήσει στα κάτεργα αυτά τα κόκαλα τους… Σα μαζεύονταν 200-300 άνθρωποι, τους στέλναν με συνοδεία για το εσωτερικό…Πρωί πρωί η τρομερή είδηση γέμισε την πόλη: Σφάξαν την πρώτη αποστολή στον κάμπο του Αϊ Γιωργιού!.. Τα βαπόρια σφύριζαν και φεύγαν ολοένα. Ο στρατός άρχιζε να ψάχνει τα σπίτια. Κάμποσοι από τα νιάτα πήραν την απόφαση να μπαρκάρουν κρυφά. Άλλοι ντύνονταν γυναίκες, άλλοι πλήρωναν τους σκοπούς….ήταν καμμιά τριανταριά όλοι γέροντες του Αϊβαλιού. Σε λιγοστούς μοναχά κυμάτιζαν κάτι απομεινάρια από ράσα. Ένα δύο διατηρούσαν ακόμα στραβά, τσαλακωμένα από τα χτυπήματα, τα καλυμμαύκια. Οι άλλοι ήταν ολόγυμνοι, με τις φανέλες και τα σώβρακα».
    Από τους Έλληνες του Αξαρίου 7.000 σκοτώθηκαν στα Αμελέ Ταμπουρού. Ο συνολικός αριθμός όσων σκοτώθηκαν σε στρατόπεδα μετά την καταστροφή φτάνει τους 135.000. Γλίτωσαν και επέστρεψαν στην Ελλάδα μόνο 15.000.


    Τα λιμάνια επιβίβασης για τους πρόσφυγες και τον στρατό ήταν αυτά της Προποντίδας (Κίος, Μουδανιά, Πάνορμος, και Κύζικος), το Δίκελι και ο Τσεσμές. Οι Έλληνες από της περιοχή της Προποντίδας και το εσωτερικό ( Δορύλαιον, Εσκί Σεχίρ) , κατευθύνθηκαν προς τα λιμάνια της Προποντίδας. Η Κύζικος εκκενώθηκε με τάξη υπο την καθοδήγηση του Κ.Ταβουλάρη και οι κάτοικοι κατάφεραν να μεταφέρουν και τις περιουσίες τους. Στην Προποντίδα σημαντική ήταν η βοήθεια της Αμερικανίδας jilson, διευθύντριας του Αμερικάνικου Παρθεναγωγείου Προύσας. Αντίθετα κάποιοι Γάλλοι στρατιώτες αφόπλιζαν Έλληνες και τους παρέδιδαν στους Τούρκους. Η ηρωική Ανεξάρτητη Μεραρχία, με διοικητή τον Δ.Θεοτόκη ακολουθούμενη από από Έλληνες της Κιουτάχειας, του Σιμάβ, του Σαλιχλί και του Κίρκαγατς διέσχισε μέσα σε 15 ημέρες 600 χιλιόμετρα με προορισμό την Πέργαμο και το Δίκελι , όπου και επιβιβάστηκε σε πλοία μαζί με περίπου 6.000 Έλληνες και Αρμένιους. Λίγα χιλιόμετρα έξω από την Σμύρνη, στη Μαγνησία, οι Έλληνες κάτοικοι έφυγαν υπό την προστασία του Συνταγματάρχη Φίλλιπου και 250 άλλων στρατιωτών, οι οποίοι και σκοτώθηκαν στην προσπάθειά τους αυτή.
    Η συγκέντρωση χιλιάδων προσφύγων στην προκυμαία της Σμύρνης, οι νεκροί, οι αγνοούμενοι και η πυρπόληση της Μητρόπολης του Μικρασιατικού Ελληνισμού είναι γεγονότα εντυπωμένα βαθιά στην συλλογική συνείδηση όλων των Ελλήνων. Οι εικόνες της Σμύρνης που καίγεται είναι εικόνες που δεν ξεχνιούνται εύκολα, όχι μόνο από αυτούς που τις έζησαν, αλλά ακόμα και από εμάς που τις είδαμε μόνο σε ντοκιμαντέρ, σε φωτογραφίες ή που τις διαβάσαμε σε ένα από τα πολλά βιβλία για το ’22.
    Οι χιλιάδες Έλληνες που έμειναν στα παράλια της Μικράς Ασίας μετά την κατάρρευση του μετώπου, σε περιοχές εκτός από αυτές που ήλεγχε ο Ελληνικός Στρατός, μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες:
    Σε αυτούς που υποχρεώθηκαν να «φύγουν» πριν την Συνθήκη της Λωζάνης και σε αυτούς που «έφυγαν» σύμφωνα με τα άρθρα και τις προϋποθέσεις της συνθήκης αυτής. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι Έλληνες της Μάκρης, του Λιβισίου, της Αντιφέλλου, Της Αλάγια, οι οποίοι έφυγαν από τις πατρογονικές εστίες τον Σεπτέμβρη του 1922.
    Οι πληθυσμοί αυτοί ανήκουν σε μια ιδιαίτερη περίπτωση: ενώ γεωγραφικά βρίσκονταν εκτός της ζώνης των επιχειρήσεων του Ελληνικού Στρατού, η μοίρα τους σφραγίστηκε από τη γενική κατάρρευση.
    Οι πληθυσμοί της Νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας (Λυκία/Παμφυλία):

    1. Η προστασία των Ιταλών: Μέχρι το καλοκαίρι του 1922, οι περιοχές αυτές τελούσαν υπό ιταλική επιρροή ή κατοχή. Οι Ιταλοί τηρούσαν μια πιο ήπια στάση, γεγονός που επέτρεψε στους Έλληνες εκεί να παραμείνουν σχετικά ασφαλείς μέχρι τη μεγάλη υποχώρηση.
    2. Η φυγή του Σεπτεμβρίου 1922: Μετά την ήττα του μετώπου και την αποχώρηση των Ιταλών, οι κάτοικοι του Λιβισίου και της Μάκρης βρέθηκαν εκτεθειμένοι στις δυνάμεις του Κεμάλ. Η φυγή τους ήταν εσπευσμένη και δραματική, καθώς ξεκίνησαν με βάρκες και καΐκια κυρίως προς τα Δωδεκάνησα (που ήταν υπό ιταλική κυριαρχία) και το Καστελλόριζο.
    3. Υπαγωγή στη Σύμβαση Ανταλλαγής: Η Σύμβαση της Λωζάνης είχε αναδρομική ισχύ για όσους είχαν ήδη εγκαταλείψει τις εστίες τους από τις 18 Οκτωβρίου 1912 και μετά. Έτσι, δεν τους επιτράπηκε ποτέ η επιστροφή και οι περιουσίες τους καταγράφηκαν ως «ανταλλάξιμες».
      Το Λιβίσι, μάλιστα, παραμένει μέχρι σήμερα μια «πόλη-φάντασμα» (Kayaköy), αποτελώντας ένα από τα πιο ισχυρά μνημεία αυτής της βίαιης αποκοπής.
      Η Ανταλλαγή των πληθυσμών ,μέτρο που ουδέποτε ξαναεφαρμόστηκε και καταδικάστηκε ήδη πριν εφαρμοστεί, βασίστηκε σε λόγους που ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος εξέθεσε στον Ύπατο Αρμοστή της Κοινωνίας των Εθνών Δανό Nansen:
      α) το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνικού πληθυσμού την Μ.Ασίας και της Θράκης είχε ήδη εγκαταλείψει τις εστίες του,
      β) η Κεμαλική κυβέρνηση είχε ήδη δηλώσει κατηγορηματικά ότι δεν θα ανέχονταν την παραμονή του Ελληνικού στοιχείου στην Τουρκική επικράτεια.
      γ) η αποχώρηση των μουσουλμάνων κατοίκων από την Ελλάδα θα διευκόλυνε την αποκατάσταση των προσφύγων,
      δ) η εγκατάσταση των προσφύγων κυρίως στην Μακεδονία και την Θράκη θα εξασφάλιζε τη δημογραφική ομοιογένεια.
      Οι αντιδράσεις των αντιπροσώπων της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών για την υποχρεωτική ανταλλαγή διατυπώθηκαν στην Λωζάνη, αλλά ήταν χωρίς αντίκρισμα, αφού καμία χώρα δεν μπορούσε να εγγυηθεί την ασφαλή επιστροφή των ήδη εκδιωχθέντων προσφύγων και την ασφάλεια τους μετά την εγκατάσταση. Όλα αυτά πολύ λίγο ένοιαζαν τους εναπομείναντες Έλληνες των παραλίων και της Μικράς Ασίας. Η γενιά της «Εξόδου» έμεινε με την πικρή αίσθηση ότι περιφρονήθηκε ως σύνολο ανθρώπινων υπάρξεων με βούληση και αξιοπρέπεια, ότι τα διεθνή και κρατικά κέντρα αποφάσεων προσδιόρισαν την τύχη τους ερήμην αυτών.
      Οι Έλληνες κάτοικοι πληροφορήθηκαν τα νέα για την Συνθήκη της Λωζάνης και την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών από ανακοινώσεις που θυροκολλήθηκαν σε ναούς και κεντρικά σημεία των χωριών τους. Η συνθήκη της Λωζάνης αποτελεί το μοναδικό παράδειγμα συνθήκης που προέβλεπε την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών. Είχαν ήδη προηγηθεί ανταλλαγές πληθυσμών (μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, συνθήκη του Νεϊγύ, 27 Νοεμβρίου 1919), αλλά σε εθελοντική βάση. Αυτή την φορά έπρεπε να φύγουν από τα σπίτια τους οι χριστιανοί ορθόδοξοι από την Τουρκία και οι Μουσουλμάνοι από την Ελλάδα, αφού μοναδικό κριτήριο ήταν το θρήσκευμα. Εξαίρεση στην συνθήκη ήταν οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης και οι χριστιανοί της Ίμβρου, της Τενέδου και της Κωνσταντινούπολης. Σκοπός της ανταλλαγής ήταν η δημιουργία «καθαρών» κρατών.
      Μέσα στα ελάχιστα που κατάφεραν να μεταφέρουν οι Έλληνες των παραλίων κατά την έξοδο είναι και τα λεγόμενα «κειμήλια», δηλαδή τα ιερά σκεύη των Ναών και οι εικόνες. Από το πλήθος των κειμηλίων που έκρυψαν οι πρόσφυγες στον κόρφο τους ( «Μέσα στα στήθη μου είχα κρύψει μια εικόνα του σπιτιού», μαρτυρία της Αντωνίας Χατζηστεφάνου από τα Μούγλα) ξεχωρίζουν η ψηφιδωτή εικόνα της Παναγίας «η Επίσκεψις» του 13ου αιώνα, έργο Κωνσταντινοπολίτικου εργαστηρίου, από την Τρίγλεια της Βιθυνίας, η Παναγία η Ελεούσα, του 15ου αιώνα, από την Κούταλη της Προποντίδας, ο σταυρός με συρματερή διακόσμηση από την Εφεσο, η λειψανοθήκη του νεομάρτυρα Αγίου Γεωργίου του Χιοπολίτη από το Αϊβαλί. Σημαντικός αριθμός εικόνων και ιερών σκευών έχει καταγραφεί στην Χαλκιδική, που καλύπτουν χρονολογικά την περίοδο από τον 12ο αιώνα ως και τον 20ο. Δύο από τις εικόνες αυτές του 14ου και 15ου αιώνα («Άγιος Νικόλαος» και «Χριστός ένθρονος») προέρχονται από το Μάλτεπε της Προποντίδας και μια αμφιπρόσωπη του 14ου αιώνα από τον Πύργο της Προποντίδας («Παναγία του Πύργου» και «Σταύρωση»).
      Όπως είναι πλέον αποδεκτό από όλους, αυτός ο ξεριζωμός των χιλιάδων Ελλήνων από τις πατρογονικές αξίες υπήρξε μια από τις τραγικότερες σελίδες ολόκληρης της Ελληνικής ιστορίας. Η τραγικότερη μήπως;
      Σύμφωνα με τον Ε.Βενιζέλο:
      «Η καταστροφή εξεταστέον αν δεν είναι η μεγαλυτέρα και από την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεως. Εις την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεως το έθνος έμεινε εις τας εστίας του…υποταγμένον και δούλον, αλλά έμεινε συνεχίζον την ζωήν του, δεν έπαθεν την συμφοράν την οποίαν έπαθεν σήμερον»

    Κείμενα αντλήθηκαν από το ένθετο: Χαμένες πατρίδες, ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, μνήμες Ελλήνων-Πέτρος Στ.Μεχτίδης (ΤΑ ΝΕΑ/ α’ ΈΚΔΟΣΗ 2006. Τροία εκδοτική εμπορική).
    Επεξεργασία: A.sfirakisart

  • «Το Άνθος της Σιωπής – 21η Απριλίου»

    Ήταν πρωί 21ης Απριλίου.

    Η άνοιξη είχε ήδη απλώσει το φως της πάνω στα κεραμίδια και στα σοκάκια, σαν να μη γνώριζε — ή σαν να αρνιόταν να μάθει — τι ερχόταν. Στην άκρη μιας αυλής, εκεί όπου το χώμα στα παρτέρια και το πλακόστρωτο μύριζε ακόμη υγρασία νυχτερινή, ένα μικρό δεντράκι ελιάς είχε γιομίσει ανθάκια. Μικρά λευκά άνθη, σχεδόν αόρατα, έτρεμαν στο παραμικρό φύσημα. Άφωνα αστράκια αδύναμα. Κι όμως, κουβαλούσαν αιώνες. Η ελιά δεν βιάζεται. Ξέρει να περιμένει.Έχει δει πολέμους, φωτιές, ξεριζωμούς.Έχει δει ανθρώπους να χάνονται και άλλους να επιστρέφουν με χώμα στα χέρια και μνήμη στα μάτια. Μονάχα ο Χριστός χρειάστηκε να φτύσει το χώμα και να θεραπεύσει τον τυφλό. Έκτοτε οι άνθρωποι ρίχνουν χώμα στους πεθαμένους…. Στάχτη στα μάτια.

    Εκείνο το πρωί, οι δρόμοι άρχισαν να βαραίνουν από τη σιωπή. Μια σιωπή που δεν ήταν φυσική. Σαν να επέρχεται κάποια θεομηνία, ένας σεισμός. Μια καταστροφή. Η σιωπή εκείνη ηταν επιβεβλημένη.Σαν να έπεσε ένα αόρατο χέρι πάνω από την πόλη και να είπε: «Τώρα, θα σωπάσετε. Θα βγάλετε τον σκασμό».Εμβατήρια ακούγονταν στις παρελάσεις και στα γήπεδα. Άνθρωποι με μαύρα γυαλιά και κοστούμια επίσημα, στέκονταν σαν στρατιωτάκια ακούνητα κι αμίλητα! Ψιθύριζαν Πατρίς θρησκεία οικογένεια! Ξεφώνιζαν… Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών. Ζήτω η Εθνοσωτήριος επανάστασις!Παντού το σύμβολο του καιόμενου πουλιού και του στρατιώτη… ο Φοίνικας που αναγεννάται από τις φλόγες, έχοντας μπροστά του έναν στρατιώτη, συμβολίζοντας την αναγέννηση του έθνους. Κάποιος άγγιξε το κλαδάκι της ελιάς.Το κράτησε για λίγο, σχεδόν διστακτικά, σαν να φοβόταν μήπως το πληγώσει.Τα άνθη άφησαν μια ανεπαίσθητη μυρωδιά στα δάχτυλά του — μια μυρωδιά ζωής, πείσματος, συνέχειας.Και τότε κατάλαβε. Ό,τι κι αν αλλάξει,ό,τι κι αν επιβληθεί, όσο κι αν σκοτεινιάσει ο ουρανός, η ελιά θα ανθίζει. Για να θυμίζει…Πως η γη δεν υπογράφει διατάγματα.Πως η άνοιξη δεν υπακούει σε διαταγές.Πως η ζωή — ακόμη και μέσα στον φόβο — βρίσκει τρόπο να ανθίζει.Κι έτσι, εκείνη την 21η Απριλίου,μέσα στη σιωπή που απλώθηκε σαν σκιά,ένα μικρό κλαδί ελιάς άνθισε. Σαν αντίσταση. 🌿

    ✍️A.Sfirakisart

  • «ΠΛΑΤΕΙΑ 21ης ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967»

    Η πινακίδα δεν έγραφε απλώς ένα όνομα. Έγραφε μια εποχή. Ο τοίχος ήταν ασβεστωμένος πρόχειρα, με εκείνη τη βιασύνη που έχουν τα πράγματα όταν θέλουν να σκεπάσουν (να κουκουλώσουν) όπως – όπως κάτι χωρίς να το σβήσουν πραγματικά. Και πάνω του, βιδομένη, με τέσσερις σκουριασμένες βίδες, στεκόταν η μπλε πινακίδα:

    «ΠΛΑΤΕΙΑ 21ΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967»

    Το μπλε είχε ξεθωριάσει. Το άσπρο είχε κιτρινίσει. Μα οι αριθμοί… οι αριθμοί έμεναν πεισματικά καθαροί, σαν να μην ήθελαν να ξεχαστούν. Ένας γέρος στάθηκε μπροστά της. Δεν την κοίταξε αμέσως. Έσκυψε λίγο το κεφάλι, σούφρωσε τα φρύδια σαν να είδε κάποιον παλιό γνώριμο — ή κάποιον που δεν ήθελε να βρεθεί ξανά μπροστά του. «Εδώ δεν ήταν έτσι…» μουρμούρισε. Κάποτε, εκείνη η πλατεία είχε άλλο όνομα. Όνομα ανθρώπινο. Όνομα με μυρωδιές από γιασεμί, με παιδικές φωνές, με καλοκαίρια που έσταζαν καρπούζι και ιδρώτα. Τότε που οι γυναίκες έβγαζαν τους σελτέδες και τις κουρελούδες στις αυλές και οι άντρες κάθονταν ανάποδα σε ψάθινες καρέκλες στα σοκάκια, να πουν δυό κουβέντες — δυό κουβέντες που κρατάγανε ώρες. Κι ύστερα, ένα πρωί…ήρθαν τα φορτηγά. Τα Ρέο! Δεν ήταν θόρυβος μεγάλος. Όχι.Ήταν εκείνη η σιωπή που σε κάνει να ακούς τον εαυτό σου να φοβάται.Ένας φαντάρος κατέβηκε. Πήρε την παλιά πινακίδα. Δεν την πέταξε. Δεν την έσπασε. Την αποκαθήλωσε αργά. Σαν να κατέβαζε εικόνισμα από εικονοστάσι. Και στη θέση της, έβαλαν αυτή.

    21η Απριλίου. Η μέρα που μπήκε σε τοίχους, σε χαρτιά, σε σπιρτόκουτα, σε δρόμους,σε γέφυρες, σε σχολεία, σε στόματα — ακόμη και σε σιωπές. Ο γέρος ξανακοίταξε την πινακίδα.«Δεν φταίει αυτή…» είπε. «Οι άνθρωποι φταίνε που δίνουν στα χρόνια ονόματα…»

    Ένα παιδί πέρασε σχεδόν τρέχοντας. Δεν κοίταξε την πινακίδα. Δεν ήξερε. Και ίσως… σκέφτηκε ο γέρος… ίσως αυτό να ήταν το μόνο καλό. «Ξέρεις νεαρέ τι λέει εδώ;» Ρώτησε το παιδί.

    «Ναι παππού – απαντά το παιδί – 21η Απριλίου. Όπως λέμε 25η Μαρτίου, 28η Οκτωβρίου. Παλιές ημερομηνίες. Εθνικές εορτές. Όλες ίδιες είναι.»

    Κόντεψε να πάθει συγκοπή ο γέρος. «Ε, όχι δεν είναι όλες ίδιες!!! Δεν είναι όλα μια ίσια γραμμή. Κάποια “νούμερα” δεν μπορούν να σταθούν δίπλα σε ήρωες. Γιατί είναι απλά νούμερα» παιδί μου.

    «Δεν ξέρω παππού, φεύγω γιατί με περιμένει η μάνα μου κι αν αργήσω, θα μου κάνει τα μούτρα μπλέ μαρέν, όπως την πινακίδα!» απάντησε το παιδί φεύγοντας βιαστικά.

    Ίσως καλύτερα έτσι. Ίσως να μάθει αργότερα. Να μάθει πρώτα να σηκώνει το βάρος τον λέξεων και των αριθμών. Να ζυγιάζει σωστά στην πλάστιγγα το καλό και το κακό. Αλήθειες και παραμύθια. Γιατί κάποια πράγματα δεν πρέπει απλά να τα κουβαλάς. Αλλά… ούτε και να τα σβήνεις τελείως.Τα αφήνεις εκεί. Σκουριασμένα. Ξεχασμένα. Να στέκονται.

    Σαν προειδοποίηση.

    Στο βίντεο 📼 που ακολουθεί:

    Ένα συνταρακτικό απόσπασμα της ταινίας “Ο Θανάσης στη Χώρα της Σφαλιάρας” (1976), ο Θανάσης Βέγγος μεταφέρει με το κάρο του ένα νεκρό παιδί -υπονοείται ευθέως από την ταινία ότι πρόκειται για κάποιο από τα θύματα του Πολυτεχνείου- ενώ ακούγεται το τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη “Σου είπαν ψέματα πολλά”.

    🖊️Α.Sfirakisart

  • Ο Αϊ Γιώργης:Τροπαιοφόρος, μεγαλομάρτυς και Δρακοκτόνος.

    Ο Αϊ-Γιώργης: Τροπαιοφόρος, μεγαλομάρτυς και Δρακοκτόνος.

    «O των αιχμαλώτων ελευθερωτής και των πτωχών υπερασπιστής!»

    Στην ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, συνολικά 56 μορφές με το όνομα Γεώργιος κοσμούν το εορτολόγιό της, με γνωστότερο όλων τον Γεώργιο το Μεγαλομάρτυρα και Τροπαιοφόρο, που ανήκει στη χορεία των μεγαλομαρτύρων της Εκκλησίας. Γόνος πλούσιας και αριστοκρατικής οικογένειας από την Καππαδοκία της Μικράς Ασίας, ήταν αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού. Η δράση, το μαρτύριο και η κοίμησή του τοποθετούνται τον 3ο αιώνα και στις αρχές του 4ου αιώνα, επί αυτοκρατορίας Διοκλητιανού. Η μνήμη του τιμάται δύο φορές το χρόνο: στις 23 Απριλίου ο διά αποκεφαλισμού θάνατός του ή για τις Εκκλησίες που πηγαίνουν σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο, εάν η ημέρα συμπέσει πριν από την Ανάσταση, μετατίθεται τη Δευτέρα της Διακαινησίμου και στις 3 Νοεμβρίου η ανακομιδή των λειψάνων του.
    Ο Άγιος Γεώργιος, ως τροπαιοφόρος (στρατιωτικός), Άγιος και ελευθερωτής, συγκεντρώνει πολλές διηγήσεις για τα κατορθώματά του, με σημαντικότερο όλων την εξόντωση του δράκου και τη σωτηρία της βασιλοπούλας. Σύμφωνα με την Παράδοση, το θηρίο φρουρούσε το νερό μιας πηγής, στη Λιβύη, και δεν άφηνε τους κατοίκους να υδρευτούν αν δεν του έδιναν βορά κάθε φορά ένα συντοπίτη τους. Οι κάτοικοι της περιοχής όριζαν με κλήρο το θύμα του δράκου για πολλά χρόνια. Ολόκληροι στρατοί αντιτάχθηκαν στο τέρας, χωρίς αποτέλεσμα. Ο κλήρος έπεσε και στη βασιλοπούλα, την οποία έσωσε ο Άγιος, νεαρός αξιωματικός πάνω στο άλογο, φονεύοντας το δράκο με το κοντάρι του.


    Έθιμα και πανηγύρια του άη Γιώργη
    Ο Καππαδόκης άγιος-ήρωας, γιος της αγίας Πολυχρονίας, σκότωσε έναν δράκο, που διαφέντευε το νερό της περιοχής και ο οποίος δεν άφηνε τους ντόπιους να υδρευτούν, αν δεν του έδιναν για βορά κάθε τόσο κάποιο συντοπίτη τους. Οταν ο κλήρος έπεσε στην μονάκριβη κόρη του τοπικού άρχοντα εμφανίστηκε ο άγιος και καβαλλάρης με το κοντάρι του σκότωσε τον δράκο, σώζοντας την κόρη και την πόλη. Στην Καππαδοκία πιστεύουν πως τα άλογα των αγίων Γεωργίου, Δημητρίου, Θεοδώρων και Μηνά τρέχουν στον ουρανό και είναι υπαίτια για τις βροντές (συνδέεται έτσι με την λατρεία του Διός), ενώ οι αστραπές είναι οι σπίθες που βγάζουν τα πέταλα των αλόγων τους. Όπως θα δούμε και παρακάτω, τους στρατηλάτες άγιους, Γεώργιο και Δημήτριο, ο λαός μας τους ταυτίζει συχνά με τα σημαντικότερα γεγονότα του κύκλου της ζωής του.
    Ως εδώ ο άγιος Γεώργιος ταυτίζεται με τον επίσης δρακοκτόνο ηλιακό θεό Απόλλωνα, ο οποίος σκότωσε τον Πύθωνα στους Δελφούς. Είναι χαρακτηριστικό το άγαλμα του Απόλλωνα του Σαυροκτόνου, που αποδίδεται στον Πραξιτέλη. Ο δράκος, άλλωστε, μπορεί κάλλιστα να είναι ο χειμώνας. Ταυτίζεται επίσης με τον αρχαιοελληνικό μύθο του ήρωα των Μυκηνών, Περσέα, επίσης ιππέα, ο οποίος επίσης στην Καππαδοκία κατάφερε μια δρακοκτονία. Στην δε εικονογραφία του έχει στοιχεία από τον Θράκα Ιππέα. – Γι’ αυτό και είναι πάρα πολύ δημοφιλής άγιος και έχει χαρίσει το όνομά του στον… μισό σχεδόν ανδρικό πληθυσμό της Ελλάδας.
    Η Δρακοκτονία του Αγίου Γεωργίου δεν αναφέρεται στους αρχικούς Βίους του Αγίου, γι’ αυτό και μέχρι τον 12ο αιώνα η εκκλησιαστική εικονογραφία τον παρουσιάζει πεζό και όχι επί λευκού ίππου να διατρυπά με το δόρυ του τον δράκο, όπως επικράτησε να εικονίζεται αργότερα. Ο Άγιος Γεώργιος κατέχει μια σημαντική θέση στο λαϊκό εορτολόγιο. Οι εορτές του Αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου) και του Αγίου Δημητρίου (26 Οκτωβρίου) ελαμβάνοντο παλαιότερα ως χρονικά ορόσημα για τις αγροτικές και ποιμενικές συμφωνίες (προσλήψεις βοσκών, καλλιέργεια κτημάτων κλπ), καθώς διαιρούν τον χρόνο σε δύο εξαμηνίες. Η γιορτή μέσα στην πασχαλινή περίοδο δίνει την ευκαιρία για ένα ανοιξιάτικο πανηγυρισμό στα πολλά εξωκλήσια και τις στάνες των κτηνοτρόφων, με προσφορά γαλακτερών στους επισκέπτες και ζωοθυσίες (κουρμπάνια) προς τιμή του Αγίου.
    Ο άγιος συνδέεται με τη γεωργία, το γιώργισμα (< γεωργία = πολλαπλασιασμός). Θεωρείται προστάτης των γεωργών και των κτηνοτρόφων, αλλά και της στάνης τους. Γιορτάζεται με κοινές εξόδους (εκδρομές), χορούς και τραγούδια στο ύπαιθρο. Ο λαός μας έχει χαρίσει το όνομά του και στο γνωστό φυτό χαμομήλι (χαμαίμηλον το κοινόν), που το λέει αγιωργίτικο.
    ο Αϊ-Γιώργης της άνοιξης, των κτηνοτρόφων και των γεωργών, ο Αϊ-Γιώργης ο θαυματουργός:


    «`Αγιε μου Γιώργη στρατηγέ και μέγα καβαλάρη,
    αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι.
    Στη δόξα και στη δύναμη θέλω να σ’αναβάλλω,
    που σκότωσες τον λέοντα, το δράκο το μεγάλο,
    που ήταν μες στη χώρα μας μες σε βαθύ πηγάδι.
    Ανθρώπους τον ταϊζανε κάθε πρωί και βράδυ
    κι όταν δεν είχαν να του παν άνθρωπο να δειπνήσει,
    σταλιά νερό δεν άφηνε, η χώρα να δροσίσει.…»

    Στα Δωδεκάνησα, στις 3 Νοεμβρίου, γιορτάζουν τον άη Γιώργη τον Σποριάρη, προστάτη των γεωργών, που σπέρνουν τότε.
    Στις μάντρες ανήμερα της γιορτής του μετρούσαν τα πρόβατα, για να δουν πόσα απέμειναν, απ’ το χειμώνα που πέρασε. Οι βοσκοί μοιράζουν γάλα, γιαούρτι, τυρί και γαλατόπιτες. Καλούν στις στάνες συγγενείς και φίλους και τους φιλεύουν με τον αγιωργίτη. Το μεσημέρι περνάει ο παπάς και τους ευλογεί, ενώ του έχουν κρατημένη την πλάτη του αγιωργίτη. Ρίχνουν κεχρί γύρω απ’ το μαντρί], περνάν τα ζα κάτω από μιτάρια και ξυλόχτενο, που έχουν κρεμάσει στην πόρτα], ενώ δεν δίνουν φωτιά, προζύμι, αλάτι, κρεμμύδι, κ.ά. πριν βασιλέψει ο ήλιος και έχουν βάλει τα πρόβατα μέσα. Σε πολλά πανηγύρια στην μνήμη του, οι βοσκοί κολλούσαν στα κέρατα των κουρμπανιών κεριά, που τα άναβαν και πήγαιναν τα ζώα έτσι να προσκυνήσουν τη χάρη του στην εκκλησία. Έπειτα τα άφηναν να γυρνούν στον αυλόγυρο της εκκλησιάς με τ’ αναμμένα κεριά στα κέρατα. Οι βοσκοί αφήνουν πια τα χειμαδιά και ανηφορίζουν με τα κοπάδια τους για ξεκαλοκαιριά.
    Η ημέρα του άη Γιώργη συμβολίζει την έναρξη της καλοκαιρινής, υπαίθριας ζωής, εν είδει παροιμίας:


    Τ’ άη Γιωργού έξω κρεβάτι,
    τ’ άη Δημήτρη μέσα κρεβάτι…


    Στα περισσότερα, βέβαια, μέρη της ελληνικής διασποράς, οι πολεμιστές άγιοι (κυρίως Γεώργιος και Δημήτριος) ενσάρκωναν τα όνειρα για απελευθέρωση, κουράγιο, πίστη στα ιδανικά της πατρίδας.
    Πολλοί σκλάβοι πωλούνταν, αφιερωμένοι στον άη Γιώργη. Όταν μεγάλωναν και ήθελαν να παντρευτούν, για να λύσουν τα δεσμά της σκλαβιάς, πλήρωναν με λάδι (< λάδωναν) ή με χρήματα.
    Οι άνδρες έφευγαν τ’ άη Γιωργιού, να πάνε να δουλέψουν στην Πόλη ή τη Βλαχιά και να επιστρέψουν στα χωριά τους τ’ άη Δημήτρη. Οι ορεινοί κτιστάδες μάστορες του Βόιου ή της ανατολικής Ηπείρου, κατηφόριζαν στους κάμπους της Μακεδονίας, της Ηπείρου, της Θράκης, της Θεσσαλίας ως και της Ρούμελης και του Μωριά. Το ίδιο έκαμαν και οι Σαμαρινιώτες, που γύρναγαν με ένα ταγάρι με τα σύνεργα της ραφτικής τέχνης τους στους κάμπους, φτιάχνοντας χολέβια και σκουτιά. Γι’ αυτό οι ορεινοί λένε τον άη Γιώργη Βούργαρο ή Σκορποφαμελίτη.
    Την εποχής της Τουρκοκρατίας, ο Δράκος έπαιρνε τη μορφή του Τούρκου κατακτητή. Ο Αϊ Γιώργης αποτελούσε προστάτη του υπόδουλου Έλληνα αλλά κι «οπλαρχηγό-άγιο» των επαναστατημένων αγωνιστών.


    «`Αγιε μου Γιώρη καλά το λέει τ’αηδόνι
    καλά το λέει τ’αηδόνι μεσ’του Γουλά τ’αλώνι.
    Πόσες φορές με γλίτωσες βρε Αϊ Γιώρη
    πόσες φορές με γλίτωσες απ’των Τουρκών τα χέρια …»


    Ο καβαλάρης άγιος «συμμετείχε» στις μάχες, στο πλευρό των επαναστατημένων Ελλήνων, συνεισφέροντας στη νίκη..
    «Oι αρματωλοί κι οι κλέφτες ξεκινούσαν «την ημέρα τ’αϊ-Γιωργιού», για τις επιχειρήσεις τους και, στην Επανάσταση του 1821, τα πρώτα μπαϊράκια έδειχναν, για θρησκευτική και ψυχολογική ενθάρρυνση, τον αϊ-Γιώργη.»
    Ο Μάρκος Μπότσαρης στο Σούλι, υψώνει στις 26 Οκτωβρίου 1820 λευκή σημαία με τον Αϊ-Γιώργη στη μέση και την επιγραφή «ελευθερία, θρησκεία, πατρίς».
    Ο Αθανάσιος Διάκος είχε λευκή σημαία με τον Άγιο Γεώργιο στη μέση και την επιγραφή «ελευθερία ή θάνατος». Αλλά και οι Πελοποννήσιοι συνήθιζαν να απεικονίζουν στα μπαϊράκια τους τον Άγιο Γεώργιο ή τον Άγιο Δημήτριο με την επιγραφή «εν τούτω νίκα». Η λαϊκή λατρεία, όμως, του καβαλάρη αγίου, δεν περιοριζόταν μονάχα στις στρατηγικές του ικανότητες και στη θεία δύναμή του, αλλά συσχετιζόταν και με το ανοιξιάτικο τοπικό κλίμα της γιορτής του.


    Σε πολλές τοπικές παραδόσεις ο άγιος (όπως και ο άη Νικόλας, ο άη Γιάννης, και η Αγιά Παρασκευή) φέρεται να παρουσιάζεται σε κάποιο πανηγύρι του και να εξοντώνει κάποιο υπερφυσικό πλάσμα, που σκόρπιζε τον τρόμο στους πανηγυριστές του – γιατί, κατά την λαϊκή πίστη, οι άγιοι νοιάζονται γι’ αυτούς που τους τιμούν. Πολλά έθιμα της ημέρας αυτής είναι από τα έθιμα που τελούνται από το πέρασμα μιας εποχής του έτους σε άλλη. Για παράδειγμα στο Ναίμονα (Αίμο) της Θράκης, «τ’Αϊ-Γιωργιού (και την Πρωτομαγιά) παγαίναν’νε τα κορίτσια νυχτίτσα στο νερό, κόβ’νε πρασινάδα και βαν’νε στα μπακίρια και στις πόρτες του σπιτιού’ καν’νε και σταυρό’πέ το πρασινάδ’ την όξω πόρτα (πρασινίζ’νε την πόρτα). Στ’αχίρ’, γελάδια, βόδια άμα νέχ’ κανείς, παίρν’ πε το δάχλο κοπριγιά και καν’σταυρό στ’χιριού την πόρτα κείν’τη μέρα.» Ζητούν δηλαδή να προφυλάξουν το σπίτι και τα ζώα τους από το κακό, από τα μάγια και τη βασκανία, την οποία στην αρχή κάθε χρονικής περιόδου προσπαθούν με διάφορα αντιμαγικά μέσα ν’αποτρέψουν. Σε μερικούς τόπους, όπως στο Κωσταράζι της Καστοριάς, γυναίκες και κορίτσια αφού πάρουν νερό απ’τη βρύση πάνε στα χωράφια και τυλίγονται στις πρασινάδες και βάζουν για καλό στις πόρτες, στα παράθυρα, όπως την Πρωτομαγιά.
    Παραδοσιακώς ο άη Γιώργης που είναι δρακοκτόνος και συνδέεται με τους ίππους και τους ιππείς. Φημισμένες ιπποδρομίες αφιερωμένες στον άη Γιώργη γίνονται και στην Αρκαδία, την Μεσσηνία, τα Σύβοτα Θεσπρωτίας και την Καλλιόπη Λήμνου. Εδώ ο νικητής παίρνει μια κουλούρα, που βρίσκει στον τερματισμό, την τεμαχίζει και την μοιράζει στους άλλους καβαλάρηδες. Στην Κεντρική Ευρώπη, οι καθολικοί την δεύτερη ημέρα της Λαμπρής κάνουν παρέλαση στολισμένων αλόγων και κάρων, που την αφιερώνουν στον άη Γιώργη.
    «Ο άγιος Γεώργιος λατρεύεται ιδιαίτερα από τους βοσκούς. Σ’αυτό συντέλεσε η σύμπτωση της γιορτής του με την εποχή, κατά την οποία οι βοσκοί αφήνουν τα χειμαδιά και ανεβαίνουν στα βουνά, για να βοσκήσουν τα κοπάδια τους και να τυροκομήσουν.» (Γ.Α.Μέγας, «Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας)
    «Για τους τσοπάνηδες, η γιορτή τ’Αη Γιώργη, του καλοσυνάτου Αγίου, είναι μια δεύτερη Λαμπρή. Πανηγυρίζει όλο το βλάχικο απ’άκρη σ’άκρη. Σείεται όλος ο τόπος. Θα σφάξουν δε, και στη γιορτή του Μεγαλομάρτυρα αρνιά σαν το Πάσχα, που τα λένε «αηγιωργίτσηδες». Θα φάνε, θα πιουν, θα χορέψουν και θα γλεντήσουν και με το παραπάνω. Αυτή τη μέρα του Αγίου που διαφεντεύει με τη δύναμή του κοπάδια και τσελιγκάτα, θα κανονίσουν κι όλες τις προθεσμίες και τις τσοπανοδουλειές τους, γιατί απ’Αη -Γιωργιού σ’Αη-Γιωργιού είναι χρόνος για τους τσελιγκάδες. Γι’αυτό, από μερικούς και γνωστικούς τσοπάνηδες θ’ακούσεις να λένε τη δεύτερη μέρα της Λαμπρής που γιορτάζεται τις πιότερες φορές ο Αη-Γιώργης, «αρχίμερα της βλαχουριάς» ή «πρωτοχρονιά της βλαχουριάς».
    «Παλιότερα, αλλά και σήμερα ακόμα, τη δεύτερη μέρα της Πασχαλιάς οι τσοπάνηδες συνηθίζουν να αγωνίζονται στο πέταγμα του λιθαριού, στη δοκιμή της δύναμης των χεριών, στο πάλεμα, στο τρέξιμο, στο πήδημα και στο σημάδι.» (Β. Λαμνάτου, «Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας»)
    «Η εποχή και πιθανώς οι άθλοι που αποδίδονται στον άγιο Γεώργιο παρακινούν αυτούς που γιορτάζουν τη μνήμη του να κάνουν και αγώνες δρόμου, ιπποδρομιών, πάλης, κλπ. Είναι χαρακτηριστικά για το παραδοσιακό φίλαθλο πνεύμα των Ελλήνων όσα τελούνται στην Αράχωβα της Παρνασσίδας.
    Εκεί, το πανηγύρι κρατάει τρεις μέρες. Μετά τη λειτουργία γίνεται το τρέξιμο των γερόντων. Οι γέροντες πάνε στο στάδιο και παραβγαίνουν κι όποιος πάει πρώτος παίρνει ένα αρνί. (Το στάδιο είναι απότομος κοίλος κατήφορος, γεμάτος κροκάλες. Τρέχουν από κάτω προς επάνω ξυπόλυτοι’ επάνω είναι το αρνί ή το κριάρι, βραβείο του νικητή, που δίνεται από τους κτηνοτρόφους για το καλό των κοπαδιών.). Τη δεύτερη μέρα γίνεται το πήδημα και την Τρίτη μέρα η πάλη και η σφαιροβολία’ σηκώνουν και βάρος τότε.
    Μετά τους αγώνες γίνεται χορός και κατόπιν βγάζουν την εικόνα, αφού πέσει το κανόνι. Έρχονται ένα γύρω στο χωριό κι έπειτα μπαίνουν πάλι μέσα, αφού πέσει πάλι το κανόνι. Στην Αρκαδία, Μεσσηνία, Λήμνο, παραπιλάν τ’άλογα. Μετά τη λειτουργία βάνουν σ’ένα μακρινό μέρος μια κουλούρα και παρατρέχουν με τ’άλογα οι νέοι, ποιος θα την πρωτοπάρει. Αυτός θα την κόψει κομμάτια και θα δώσει σε όλους, όσοι παρατρέξανε μαζί του. Στου Μπάστα Μεσσηνίας γίνεται τ’ Αϊ-Γιωργιού μεγάλο πανηγύρι και παρατρέχουνε τ’άλογα. Οι επίτροποι της εκκλησίας ορίζουν βραβεία: σέλες, χάμουρα, ντουφέκια. Στο Αίνο ο νικητής «διευθύνεται εις την εκκλησίαν και ασπάζεται την εικόνα του αγ.Γεωργίου, εξερχόμενος δε αίρει επ’ώμου εν αρνίον». Στα ελληνικά χωριά της Μεσημβρίας νικητής στην πάλη ήταν αυτός που θα νικούσε στη σειρά τρεις αντιπάλους. (Η τέλεση αγώνων δρόμου, πάλης ή ιπποδρομιών, στις γιορτές και τα πανηγύρια είναι παλιά ελληνική παράδοση.)» (Γ.Α.Μέγας, «Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας)
    «Τέτοιες χρονιάρες μέρες οι γεροτσελιγκάδες κοιτάζουν και τις πλάτες απ’τα αρνιά που σφάζουν. Έχουν, βλέπεις, και την «πλατομαντεία» τους. Και για αυτούς τους τσομπάνηδες η πλάτη λέει πολλά. Μαντεύουν τι θα γεννήσει η συγκόρμισσα, δηλαδή η γυναίκα του τσοπάνη, μαντεύουν αν θα πουλήσουν πρόβατα, κι ακόμα, αν θα ψοφήσουν πράματα απ’;ανέχεια ή ανάγκη.» (Β. Λαμνάτου, «Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας»)
    «Συνήθεια,της γιορτής του Αγίου Γεωργίου, είναι κι οι «κούνιες» και το ζύγισμα των ανθρώπων που γίνονται «για το καλό», για υγεία δηλαδή και ευτυχία. Π.χ., στη Μεσημβρία, «τ’ αϊ Γιωργιού ζυγιάζονται, καν’νε και κούνιες στα δέντρα και κουνιούνται’ το’χνε σε καλό.» Στη Ζαγορά συνηθίζουν όλοι να κουνιούνται, τουλάχιστον τρεις φορές ο καθένας, λέγοντας ταυτόχρονα: «Εγώ στο χωριό και τα φίδια στο βουνό».» (Γ.Α.Μέγας, «Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας)


    ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΣ
    Στην Αράχωβα Βοιωτίας, κάθε χρόνο την ημέρα του άη Γιώργη, εορτάζεται το «πανηγυράκι», μια παμπάλαια τριήμερη λατρεία με λαϊκά δρώμενα, τοπικές ενδυμασίες, νταούλια, πίπιζες, χορό και φαγοπότι. Την πρώτη μέρα, μετά την λειτουργιά, οι γεροντότεροι τρέχουν στο στάδιο και ανεβαίνουν έναν ανήφορο με κροκάλες γονατιστοί. Ο νικητής παίρνει ένα αρνί. Την δεύτερη ημέρα γίνεται αγώνας αλμάτων και την τρίτη πάλη και σφαιροβολία. Στο τέλος, αρχίζει ο χορός!
    Στην Λοκρίδα – αλλά και σ’ άλλα χωριά της Ρούμελης – γίνονται αγώνες δρόμου την μέρα της γιορτής του. Οι αθλητές τρέχουν έναν ανήφορο. Το έπαθλο είναι ένα αρνί. Τα παιδιά κάνουν κούνια από τριχιά στον πλάτανο της χορευταριάς και διασκεδάζουν έως ότου αρχίσουν οι επισκέψεις. Ανήμερα τ’ άη Γιωργιού γίνεται και το ρόγιασμα. Η ρόγα ήταν μια συμφωνία που έκλεινε κάθε τσοπάνης που ήθελε βοηθό και η οποία κρατούσε ως τ’ άη Δημήτρη. Της Μενδενίτσας Λοκρίδος είναι και πολιούχος.


    ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ
    Όταν πανηγυρίζει ο δρακοκτόνος άγιος Γεώργιος Νεστάνης Αρκαδίας είναι το μεγάλο πανηγύρι της Νεστάνης – και όλης της Μαντινείας. Το πανηγύρι έρχεται από τα αρχαία χρόνια. Ιδιαίτερος χορός και τραγούδια ακούγονται τότε. Οι πανηγυριστές είναι ενδεδυμένοι την παραδοσιακή τοπική – τσιπιανίτικη όπως την λεν – φορεσιά, βαστούν γκλίτσα, στολισμένη με μάηδες, πασχαλιές, αγριοσέλινα, κ.ά. λουλούδια. Κατηφορίζουν από τον Άη Γιώργη στην Γοργοεπήκοο, χορεύοντας και τραγουδώντας. Αυτή η κατεβασιά των 400 μ. από μακρυά θυμίζει σκηνή από αρχαία τραγωδία! Όταν φθάνουν στην πλατεία της Νεστάνης, σχηματίζουν κύκλους, χορεύοντας συρτό χορό, και άδοντας έναν παράξενο σκοπό. Οι στίχοι των τραγουδιών τ’ άη Γιώργη της Νεστάνης απηχούν τρομερά βιώματα επί οθωμανοκρατίας…
    Στην Κυνουρία λατρεύεται ιδιαιτέρως ο άη Γιώργης, ο δρακοκτόνος καβαλλάρης άγιος, κυρίως επειδή είναι προστάτης κτηνοτρόφων και κυνηγών. Στο Πηγάδι, στα Τσιτάλια (με φημισμένο ναό για τον σταυρό και το τέμπλο του), στην Βασκίνα, ο Δρομέας (στην Δ ρεματιά του Κοσμά), στο Λεωνίδιο (προς ΙΜ Σίντζας), στα Πούλιθρα (πάνω στα βράχια, τόσο που κάποτε έφθαναν σε αυτόν μόνον με.. βαρκάκια!), στις Λίμνες της Πραγματευτής (σε ναό επί βράχου), στον Άνω Τυρό (ναός-μετόχι της Καρυάς), όπου χορεύονται τοπικοί χοροί, στα Άνω Δολιανά (με την μεταφορά της εικόνος του), στον Άγ. Πέτρο (στα Ν. του χωριού), στην Καστάνιτσα (όπου του πλέκουν ανθοστεφάνια), στην Ωριά (που γλεντούν με παραδοσιακά τραγούδια), στην Πλατάνα, στο ορεινό θέρετρο του Άστρους, τον Αγιάννη συντροφιά με το «κεχριμπάρι» τ’ αγιαννήτικο, και, τέλος, στο χωριό το φέρον το όνομά του, στην καταπράσινη πλαγιά του Πάρνωνος… Παντού θα προσφερθούν εδέσματα και θα στηθούν αναστάσιμα πανηγύρια…
    Στην Κρήνη (τ. Αράχωβα) Αχαΐας την ημέρα τ’ άη Γιώργη, μετά το πέρας της λειτουργιάς, στο ξωκκλήσι του αγίου (που απέχει 4 χλμ. από το χωριό) θα γίνει το τοπικό έθιμο των καβαλλάρηδων. Συρρέουν γι’ αυτό το προσκύνημα τ’ αγίου ιππικοί όμιλοι απ’ όλην την Αχαΐα. Στο τέλος, ιππείς και προσκυνητές μεταβαίνουν στην πλατεία του χωριού, όπου ακολουθεί παραδοσιακό γλέντι, με δημοτική ορχήστρα… Το έθιμο αναφέρεται από τις αρχές του 20ού αι.
    Μετά την Θεία Λειτουργία στο πανηγύρι του άη Γιώργη, στη μονή του άγιου στο Μάνεσι Αχαΐας, κάνουν την πατροπαράδοτη κουλούρα, προσφορά-τάμα κάθε χρόνο και κάποιου πιστού.
    Στην Κόρινθο αναβιώνει το πρωί της Δευτέρας το έθιμο με τους καβαλάρηδες. Συγκεκριμένα, οι καβαλάρηδες με εικόνες του Αγίου Γεωργίου, οδηγούν την πομπή μέχρι την πλατεία όπου και πραγματοποιείται λειτουργία με θέα τον Κορινθιακό. Το έθιμο είναι ένα από τα γραφικότερα έθιμα που παραμένει αναλλοίωτο απ’ τη φθορά του χρόνου και αποτελεί ένα πολύτιμο στοιχείο της πολιτιστικής ταυτότητας της Κορίνθου.
    Τήρησαν το έθιμο με τους καβαλάρηδες στον Άγιο Γεώργιο Κορίνθου.


    ΗΠΕΙΡΟΣ
    Στ’ Αι-Γιωργίτικα στο Καστρί Καλαμά Θεσπρωτίας ανήμερα του αγίου Γεωργίου, μετά την Θεία Λειτουργίαν στην εκκλησία του Αϊ-Γιωργιού και την καθιερωμένη αρτοκλασία, επισκετονται όλοι τραγουδώντας, όλα τα σπίτια του χωριού, αναβιώνοντας για μια ακόμη φορά το έθιμο της «βίζιτας» για τα Χρόνια Πολλά. Πίνοντας και κερνώντας τσίπουρο, μεζέδες και τσουγκρίζοντας κόκκινα αυγά, καταλήγουν όλοι στην πλατεία, στο καφενείο του χωριού, όπου η Αδελφότητα Καστρίου έχει έτοιμο το τραπέζι με ψητά αρνιά και μπόλικο κρασί. Ο χορός και το γλέντι κρατούν μέχρι αργά, όπως αρμόζει στην συγκεκριμένη μέρα. Υπόσχεση να ξανα-ανταμωθούν «και του χρόνου».


    ΚΥΚΛΑΔΕΣ
    Στην Ηράκλεια Κυκλάδων λατρεύουν τον άη Γιώργη τον Αράπη, γιατί η εικόνα του είναι ανάγλυφη σε μαύρη πέτρα πάνω. Τον θεωρούν προστάτη των ναυτικών. Οταν τους έπιανε τρικυμία, του έταζαν να του πάνε απ’ ό,τι είχαν φόρτωμα στο καράβι. Εριχναν απ’ το καράβι λίγο λάδι για να γαληνέψουν τα νερά – κι έλεγαν πως έβγαινε με το τουλούμι στο άγιασμά του, στην ακρογιαλιά.
    Το πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου, προστάτη του Πάνω Κουφονησιού, τελείται με λιτάνευση της εικόνας – περνά από τον παραλιακό δρόμο και συνοδεύεται σε όλο του μήκος της από καραβάκια. Σε όλην την διάρκεια της λιτανείας ανάβουν πυροτεχνήματα. Στον κόσμο προσφέρονται πατσάς ξιδάτος και κρέας με πατάτες ή μακαρόνια. Ακολουθεί γλέντι. Τα έξοδα αναλαμβάνει ο «πανηγυράς», δηλαδή κάποιος που τάχθηκε στον Άγιο.


    ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
    Οι κούνιες στήνονται στα πασχαλινά πανηγύρια του αγίου Γεωργίου στα βλαχοχώρια της Δυτικής Μακεδονίας.
    Και στο Λέχοβο Φλώρινας, επίσης, φτιάχνουν κούνιες για το καλό.
    Σπουδαίος λαϊκός εορτασμός του αγίου Γεωργίου, γίνεται την επαύριον της θρησκευτικής εορτής του στο Νέο Σούλι Δαρνακοχωρίων Σερρών. Μετά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας στην κεντρική εκκλησία της Κοιμήσεως, ιερείς και πανηγυριστές μεταβαίνουν στο παρεκκλήσι του αγίου, έξω απ’ το χωριό, όπου και νεκροταφείο. Εκεί τελείται αγιασμός, διανομή γάλακτος και λουκουμιών. Ακολούθως σχηματίζεται εκκλησιαστική πομπή, υπό μορφήν λιτανείας. Αυτής προηγείται έφιππος ιερέας, συνοδευόμενος από επίσης έφιππο επίτροπο της εκκλησίας! Ακολουθούν δύο νέοι που φέρουν επί ξύλου παλαιό σήμαντρο. Και μετά άλλοι, που κρατούν μπαϊράκια με σπαλλέτα (λάβαρα) επί των οποίων είναι προσδεδεμένες μεγάλες πολύχρωμες γυναικείες μανδήλες. Στο τέλος, μακρά σειρά παιδιών, τα οποία κρατούν εικόνες, τις οποίες προ ημερών είχαν παραλάβει από τις εκκλησίες του χωριού και είχαν τοποθετήσει στα εικονοστάσια των οικιών τους. Η πομπή αυτή προχωρά κυκλικά, υπό τους ήχους του σημάντρου, στα όρια της αγροτικής περιοχής του χωριού και όλοι οι συμμετέχοντες άδουν. Η λιτανεία στέκεται σε 4 σημεία: Στο Α., το Β., το Δ. και το Ν. του χωριού. Σε κάθε στάση ο ιερέας αναπέμπει δέηση και τοποθετεί τεμάχιο προσφόρου εντός οπής, που διανοίγει σε κορμό θαλερού δένδρου, ο παρακολουθών επίτροπος της εκκλησίας. Η κυκλική λιτανεία καταλήγει στο παρεκκλήσι του Προφήτ’ Ηλία, περί το οποίο γίνεται τρις περιφορά των εικόνων.

    Η λιτανεία κατόπιν κατευθύνεται, υπό τις συνεχείς κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών, και πάλι στο παρεκκλήσι τ’ άη Γιώργη, όπου επαναλάμβανεται τρίς η περιφορά. Οι συμπανηγυριστές μεταβαίνουν σε παρακείμενο χώρο, όπου συνεχίζουν με τοπικούς χορούς, με μουσική από ζουρνάδες και νταούλια, και χορεύουν ειδικούς της ημέρας χορούς, ενώ οι γυναίκες χορεύουν χορούς, χωρίς την συνοδεία οργάνων, παρά μόνον αδομένων ειδικών ασμάτων. Μετά την εκτέλεση του τελευταίου χορού γίνεται αναπαράσταση του θαύματος της δρακοκτονίας του αγίου Γεωργίου. Νέος, μεταμφιεσμένος σε άη Γιώργη (παραπάνω φωτογραφία), με κόκκινη χλαμύδα και κρατώντας δόρυ στο δεξί του χέρι, εμφανίζεται ξαφνικά, έφιππος επί λευκού ίππου, και τρέχει δια μέσου του πλήθους, προς παρακείμενη πηγή, όπου ενεφώλευε ο δράκος, ο παρακωλύων την ύδρευση του χωριού. Όταν φθάνει στην πηγή, αφήνει ελεύθερο το νερό να τρέξει ορμητικώς (εντός προκατασκευασμένης αύλακος) το οποίο φθάσει στους πανηγυριστές, οι οποίοι τότε ξαναρχίζουν τον χορό ζωηρότερα από πριν… Ο ιερέας ευλογεί όσους συμμετείχαν στην λιτανεία, τους «εικονισματάρηδες», όπως τους λεν. Ο εορτασμός λήγει με την διεξαγωγή αγωνισμάτων (αγώνας δρόμου, λιθοβολία, πήδημα), κατά τις απογευματινές ώρες…
    «Δρακοκτονία»
    Κάθε χρόνο στην γιορτή του Αγίου Γεωργίου, στο Νέο Σούλι Σερρών γίνεται αναπαράσταση της νίκης του Αγίου στην πάλη του με τον δράκο. Δυο μαυροφορεμένες κοπέλες οδηγούν τη βασιλοπούλα, που σύμφωνα με το μύθο είχε κληρωθεί για να θυσιαστεί από το θηρίο, στην πλατεία του χωριού. Σε μικρή απόσταση τοποθετείται ένα ομοίωμα του δράκου. Αμέσως μετά καταφθάνει ο Άγιος Γεώργιος πάνω σε ένα λευκό άλογο και με το κοντάρι του σκοτώνει τον δράκο και σώζει την βασιλοπούλα και το χωριό. Ακολουθεί γλέντι με χορό, κρασί και παραδοσιακό φαγητό.
    Στην Ανθή Σερρών γίνονται αγώνες πάλης. Από την οθωμανοκρατία ακόμη, όταν τα παλληκάρια του χωριού, επάλευαν με τα πρωτοπαλλήκαρα των Τούρκων.
    Στην Αρναία Χαλκιδικής… γίνεται το ζύγισμα. Ανήμερα τοποθετείται μια ζυγαριά, στον υπεραιωνόβιο πλάτανο της πλατείας. Και ζυγίζονται όλοι οι παρευρισκόμενοι για να αποδειχθεί ποιοι… νήστεψαν μέσα στην Σαρακοστή. Στον πιο αδύνατο δίνεται μια μεγάλη κατσαρόλα. Στον πιο παχύ, μια μικρή.
    Στους Νέους Επιβάτες Θεσσαλονίκης αναβιώνει το έθιμο με την ονομασία Κοσί προς τιμή του Αγίου Γεωργίου. Περιλαμβάνει αυτοσχέδιο αγώνα δρόμου με την αθλοθέτηση συμβολικών δώρων για τους συμμετέχοντες και τις συμμετέχουσες, αφού πλέον συμμετέχουν στο αγώνισμα και γυναίκες. Το έθιμο τελούνταν στους Επιβάτες Ανατολικής Θράκης. Μετά την ανταλλαγή, οι πρόσφυγες από του Επιβάτες εγκαταστάθηκαν και δημιούργησαν στους Νέους Επιβάτες. Το δρώμενο είναι ενταγμένο στον Εθνικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας.


    ΚΡΗΤΗ
    Ονομαστό πανηγύρι του γίνεται στην Αση Γωνιά Αποκορώνου Χανίων. Μαζεύονται όλοι οι κτηνοτρόφοι της περιοχής, φέρνουν τα πρόβατά τους στην εκκλησιά του Αϊ-Γιώργη του Γαλατά για να πάρουν την ευλογία του.Τα ζώα, στολισμένα με τα πιο μελωδικά λέρια (κουδούνια), μαντρώνονται στην «κούρτα» έξω από την εκκλησία κι αρμέγονται ένα-ένα αφού τα ευλογήσει πρώτα ο παπάς. Το γάλα από το άρμεγμα χαρίζεται στους παρευρισκόμενους περαστικούς.
    Στο μικρονήσι του Δία (σήμερα κακώς λέγεται παραφρασμένα… Ντία) οι ψαράδες, έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με το εκκλησάκι του άη Γιώργη. Κατά την διάρκεια του χειμώνα, όταν η θάλασσα είναι φουρτουνιασμένη, οι ψαράδες βρίσκουν συχνάκις καταφύγιο στο λιμανάκι της Δία. Πιστεύουν ότι ο άγιος Γεώργιος τους προστατεύει τους χειμερινούς μήνες. Το μικρό εκκλησάκι του νησιού, ανηκει στην ενορία του Αγίου Γεωργίου του Πόρου.


    ΒΟΡΕΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΑΙΓΑΙΟ
    Ο Άγιος Γεώργιος είναι ένας αγαπημένος Άγιος των Λημνιών, για αυτό και τιμάται ιδιαίτερα στην Ανατολική Λήμνο. Πλήθος κόσμου συμμετέχει κάθε χρόνο στην αναβίωση του εθίμου των ιπποδρομιών, που γιορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα στο χωριό Καλλιόπη και έχει τις ρίζες του στην Τουρκοκρατία. Προς τιμήν του Αγίου, οι κάτοικοι του χωριού ετοιμάζουν τα άλογα τους για τον αγώνα, ενώ οι καβαλάρηδες φορούν τιμητικά ένα κόκκινο μαντήλι στο λαιμό τους. Τη διοργάνωση αναλαμβάνει ο Αθλητικός Ιππικός Εξωραϊστικός Σύλλογος «Κέρος» Καλλιόπης, με τη συνδρομή του Δήμου Λήμνου.
    Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας στις ιπποδρομίες συμμετείχαν δυο ομάδες, μια Χριστιανών και μια μουσουλμάνων, οι οποίοι σεβάστηκαν το έθιμο. Μόνο στον πόλεμο του ΄40 είχε σταματήσει το έθιμο για δυο χρόνια, καθώς δεν υπήρχαν νέοι στο χωριό για να αγωνιστούν. Στις μέρες μας, οι κάτοικοι της Καλλιόπης και άλλων γειτονικών χωριών, εκτρέφουν και προπονούν άλογα, αποκλειστικά και μόνο για να λάβουν μέρος στις Ιπποδρομίες του Αγίου Γεωργίου. Ο νικητής στεφανώνεται στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου και βραβεύεται με ένα συμβολικό ποσό. Αμέσως μετά ανοίγει το χορό στο πανηγύρι που διοργανώνεται στην πλατεία του χωριού.
    Ο Άγιος Γεώργιος είναι ένας αγαπημένος Άγιος των Λημνιών για αυτό και τιμάται ιδιαίτερα στην Ανατολική Λήμνο. Στο χωριό Ρεπανίδι βρίσκεται ο αρχαιότερος ναός της Λήμνου, ο οποίος είναι αφιερωμένος στον Αϊ Γιώργη και στο χωριό Καλλιόπη ήδη από τα χρόνια της τουρκοκρατίας τελούνται ιπποδρομίες προς τιμή του Αγίου. Μάλιστα στις ιπποδρομίες συμμετείχαν και Τούρκοι οι οποίοι τιμούσαν κι αυτοί τον Άγιο. Οι Τούρκοι κάποτε ενώ γιόρταζαν το ραμαζάνι τους κι είχαν πάει στο τζαμί στον Αϊ Υπάτη έχασαν τα άλογα τους. Καλλιοπίτες τους τα είχαν κλέψει. Επειδή όμως οι Καλλιοπίτες δεν είχαν που να τα κρύψουν, πήγαν στην παραλία του Κέρους, εκεί όπου υπήρχε ένα ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου. Εκεί άφηναν τα άλογα να τρέχουν ανά ομάδες.


    ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ
    Στο Μαρμάρι Κω, όπου ο παλαιός Δήμος Ιππιέων, υπάρχει αρχαιοτάτη σχέση των κατοίκων με τα άλογα. Ανέκαθεν εκεί υπήρχαν ιπποφορβεία. Και κάθε άνοιξη γίνονταν επιδείξεις και αγώνες με αυτά. Τώρα, το ίδιο συνεχίζεται, επ’ ευκαιρία της γιορτής του άη Γιώργη…
    Στην Κάρπαθο, όπου ο Γιώργος λέγεται Ωργής (< Γιωργής), πιστεύουν πως ό,τι κάνουν στη μέρα της γιορτής του θα πολλαπλασιαστεί. Ομως, στο ίδιο νησί, τάζουν και στ’ όνομά του, γιατί πιστεύουν πως ο άη Ωργής συνδέεται και με την… οργή του Θεού. Εδώ υπάρχει και το περίφημο ανδρικό μοναστήρι του άη Γιώργη των Βατσών.
    Στην Κάσο, την μικρή αδελφή της Καρπάθου, λατρεύουν τον άγιο Γεώργιο της Βρύσης. Τον λένε έτσι γιατί κείται στη Βρύση, μετά το αεροδρόμιο, όπου και το μοναδικό τρεχούμενο νερό του νησιού. Υπάρχει και η ανδρική μονή του άη Γιώργη στις Χαδιές.
    Στη Λέρο και την Αστυπάλαια πριν να σπείρουν, οι γεωργοί κάνουν αγιασμό στο σπόρο. Ο σπόρος μπαίνει μπροστά στην εικόνα του Χριστού και λέγεται «Ευχολόγι», το οποίο έπειτα ανακατεύεται με τον υπόλοιπο σπόρο. Πριν σπείρουν, ρίχνουν αγιασμό στο χωράφι και οι γυναίκες κάνουν τηγανίτες. Η σπορά πρέπει να αρχίσει με το γέμισμα του φεγγαριού.

    ΘΕΣΣΑΛΙΑ
    Ιδιαίτερο το έθιμο τ’ άη Γιώργη στην Μητρόπολη Καρδίτσας με χορό και το μοναδικό αντιφωνικό τραγούδι τ’ άγιου, χωρίς την συνοδεία μουσικών οργάνων. Πέρασε στην Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Ελλάδος.
    Στην Οιχαλία Τρικκάλων η εορτή του άη Γιώργη τιμάται την τρίτη ημέρα της Λαμπρής.
    Στα Μετέωρα υπάρχει ο άγιος Γεώργιος ο Μαντηλάς. Θα τον βρει εύκολα κανείς απ’ τα πολλά μανδήλια που κρέμονται απ’ τη σπηλιά, όπου είναι σφηνωμένη η μονή. Κάθε χρόνο στην γιορτή του οι πιστοί του αναρριχώνται στην μονή, αφιερώνουν νέα μαντήλια και παίρνουν τα παλαιά… Αλλά και στα «Μετέωρα της Κίνας», την πόλη Shanxi, την κτισμένη πάνω στο χείλος ενός απίστευτου γκρεμού, βρίσκουμε το ίδιο ακριβώς έθιμο!..


    ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΝΤΗΛΑΣ
    Ανήμερα της εορτής του αγίου Γεωργίου αναβιώνει στο Καστράκι Καλαμπάκας το έθιμο των μαντηλιών, με επίκεντρο το εξωκλήσι του Αη Γιώργη του Μαντηλά.Κάτοικοι του χωριού, της περιοχής, αλλά και επισκέπτες από όλη την Ελλάδα, τιμούν τον άγιο προσφέροντας ένα μαντήλι και παίρνουν ένα κομμάτι ως φυλακτό από τα προηγούμενα μαντήλια, που έμειναν στο ερειπωμένο μοναστήρι.Τα κατεβάζουν ορειβάτες και όσοι καταφέρνουν να σκαρφλώσουν εκεί ψηλά, που είναι μια δύσκολη και ενίοτε επικίνδυνη ανάβαση, ενώ την ίδια στιγμή ανεβάζουν τα καινούργια μαντήλια.Ταυτόχρονα με το ανεβοκατέβασμα των μαντηλιών τελείται η Θεία Λειτουργία στο μικρό εκκλησάκι του αγίου Γεωργίου. Το έθιμο ξεκίνησε από πολύ παλιά όταν ένας Τούρκος στρατιώτης , έκοβε δέντρα στο δασάκι του αγίου Γεωργίου, που υπήρχε κάτω από το ομώνυμο ασκητήριο. Κατά τη διάρκεια της κοπής, ένας κορμός τον καταπλάκωσε, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά. Τότε η γυναίκα του Τούρκου, έβγαλε το μαντήλι της (φερεντζέ) και το «έταξε» (χάρισε) στον άγιο για να γιάνει τον άντρα της. Αμέσως ένας κάτοικος του Καστρακίου ανέβασε το μαντήλι στο μοναστήρι και ο Τούρκος συνήλθε.


    ΟΙ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΕΣ ΚΑΒΑΛΑΡΗΔΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ
    Ο μεγαλομάρτυρας Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος αποτελεί γόνο της μικρασιατικής γης και συγκεκριμένα της Καππαδοκιας.
    Γι’ αυτό άλλωστε τιμώνταν ιδιαίτερα στη Μικρά Ασία, τον ευλαβούνται ακόμη και σήμερα Μουσουλμάνοι, και κατ’επέκταση στις περιοχές όπου εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες στη μητροπολιτική Ελλάδα.
    Οι πιο γνωστοί ναοί του Αγίου Γεωργίου στη Μικρά Ασία ήταν της Σμύρνης, της Προύσας, των Κυδωνιών και της Νεάπολης της Καππαδοκίας.
    Στην πατρίδα του Αγίου Γεωργίου, την Καππαδοκια, συναντούμε τις πρώτες αγιογραφίες του έφιππου Αγίου Γεωργίου, αλλά και τραγούδια που τον εξυμνούν.
    Στη Νέα Σελεύκεια Θεσπρωτίας, προς το τέλος του Εσπερινού, ξεκινούν καβαλάρηδες από το ναό του αγίου Γεωργίου, κρατώντας εικόνες (του αγίου Γεωργίου, της Αναστάσεως και άλλες) και τους ακολουθούν ιερείς και πιστοί.
    Οι καβαλάρηδες του Άη-Γιώργη της Ν. Σελεύκειας είναι ένα έθιμο, που έφεραν από τον τόπο τους, το Ανεμούριο Μικράς Ασίας, πριν από 95 χρόνια, οι πρόσφυγες Μικρασιάτες
    Στη θέση του ναού του αγίου Γεωργίου υπήρχαν παλαιότερα δύο σπίτια προσφυγικών οικογενειών.
    Αυτές οι οικογένειες δώρισαν τα σπίτια και έγιναν ναός.
    Σε ειδική προθήκη μέσα στο ναό σώζονταν σε ειδική προθήκη, μέχρι το 1979, οπότε ξέσπασε φωτιά και καταστράφηκαν.
    Εξάλλου στα Σύβοτα, οι ιππείς μεταφέρουν την εικόνα του Άη-Γιώργη από τον ενορικαό ναό, που βρίσκεται στο κέντρο του χωριού, σε εξωκλήσι αφιερωμένο στον Άγιο, περίπου 7 χιλιόμετρα μακρύτερα, στη διαδρομή Πλαταριάς – Συβότων.
    Φτάνοντας στο παρεκκλήσι περιφέρουν την εικόνα τρεις φορές γύρω από το εκκλησάκι και μετά την παραδίδουν στον ιερέα, ο οποίος ευλογεί τους «καβαλάρηδες». Το έθιμο έρχεται από πολύ παλιά και αναβιώνει την τελευταία 20ετία, οπότε και χτίστηκε το γραφικό εξωκλήσι.
    Στην Ζαγορά Πηλίου Μαγνησίας, φτιάχνουν κούνιες και καθώς κουνιούνται, τραγουδούν:
    Εγώ στο χωριό και τα φίδια στο βουνό…
    Στην Σκύρο Βορείων Σποράδων Μαγνησίας έχει μεγάλη φήμη ο τοπικός άη Γιώργης, που είναι και πολιούχος του νησιού. Για την γιορτή του συνέρρεαν πλήθη, από την Σμύρνη κι από τους Αγίους Τόπους των χριστιανών ακόμη, απ’ όπου έφερναν άγιο μύρο στο νησί! Ετσι βγήκε και η παροιμιώδης φράση
    «για συγγνώμη και για μύρο,
    κίνησε να πας στην Σκύρο».
    Είχε την φήμη του θαυματουργού. Γι’ αυτό του αφιέρωναν περιουσίες, που έφτασε κάποτε να έχει στην κατοχή του τα 2/3 του νησιού! Γι’ αυτόν το δημοτικό λέει:
    Αγιε μου Γιώργη Σκυριανέ
    μεγάλε και θαυματουργέ…


    ΕΠΤΑΝΗΣΑ
    Στους Οθρωνούς Διαποντίων νήσων γίνεται ένα ωραιότατο όσο και γραφικό πανηγύρι του άγιου, με τουφεκιές να πέφτουν καθ΄ όση ώρα λιτανεύεται η εικόνα του.
    Στον Αίνο γίνονται ιπποδρομίες στ’ όνομά του. Ο νικητής πήγαινε με τ’ άλογο στην εκκλησιά και έπαιρνε για έπαθλο ένα αρνί.
    Στη Ρόδο πριν το ξημέρωμα οι νοικοκυρές θυμιατίζουν και βάζουν τον σπόρο του σιταριού στο δισάκι μαζί με ένα σκόρδο, ένα κρεμμύδι και ένα καρύδι που κόβουν από την αρχιχρονιά. Στη Λάρδο της Ρόδου οι γεωργοί βάζουν τον σπόρο σε μία σκάφη και ανάβουν τρία κεριά, μέσα στο σπόρο ανακατεύουν λίγους καρπούς και σιτάρι που το έχουν φυλαγμένο από την προηγούμενη χρονιά. Κρατούν αυτό το μείγμα μαζί με ρόδι και το τρώνε όταν τελειώσει η σπορά.


    ΘΡΑΚΗ
    Στην Θράκη (γενικώς), την ημέρα τ’ άη Γιώργη, τρώνε ψητό αρνί. Δεν κοιμούνται έπειτα από το μεσημεριανό φαγητό, ανήμερα τ’ άη Γιωργιού, γιατί, λέει, έτσι «πουλούσαν τον ύπνο που είχαν αγοράσει το μεσημέρι της Κυριακής της Λαμπρής». Οι γυναίκες πάγαιναν και ζυγίζονταν στις ζυγαριές (των μύλων ή των φούρνων), για να δουν εάν πάχυναν ή αδυνάτισαν από τον χειμώνα…
    Στη Μάνδρα Ξάνθης γιορτάζεται ο άγιος Γεώργιος ο Κουδουνάς. Λέγεται έτσι γιατί η περίφημη εικόνα του, που έχει έρθει από τους πρόσφυγες του Σέρντιβαν της Μ. Ασίας, είναι φορτωμένη με κουδουνάκια, τα οποία ξεκρεμώνται μόνο όταν ένα παιδί είναι άρρωστο και χρειάζεται τη βοήθεια του άγιου. Οταν το παιδί γίνει καλά επιστρέφει πίσω το κουδουνάκι στην εικόνα.
    Το έθιμο των «πεχλιβανίδων»
    Στην Ξάνθη, στο δημοτικό διαμέρισμα Ολβίου, η ημέρα του εορτασμού του Αγίου Γεωργίου είναι γεμάτη από πολιτιστικά δρώμενα. Από το μεσημέρι μια ομάδα ντόπιων, κρατώντας τα παραδοσιακά όργανα νταούλι και ζουρνά, γυρνούν στις γειτονιές του χωριού, προσκαλώντας τους κατοίκους να παρακολουθήσουν του αγώνες πάλης. Νεαροί παλαιστές από διάφορα μέρη της βόρειας Ελλάδας, οι λεγόμενοι «πεχλιβανήδες», συγκεντρώνονται σε έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο και παλεύουν, χωρισμένοι σε ζευγάρια. Φορώντας δερμάτινο παντελόνι, που το μαζεύουν μέχρι τα γόνατα και το δένουν σφιχτά στη μέση, παλεύουν μέχρι να ρίξουν κάτω τον αντίπαλο. Νικητής ανακηρύσσεται ο παλαιστής που θα καταφέρει να ρίξει τον άλλον, με τρόπο ώστε να ακουμπήσει την πλάτη του στο έδαφος ή αυτός που θα μπορέσει να κατεβάσει το παντελόνι του αντιπάλου του. Τα χρήματα που μαζεύονται από το κοινό, δίνονται «μπαξίσι» σε αυτόν που θα νικήσει. Το έθιμο λέγεται ότι αναπαριστά τη μάχη του Αγίου Γεωργίου με τον δράκο και ήρθε στην Ελλάδα από τους πρόσφυγες της Κωνσταντινούπολης.
    Η μνήμη τ’ άγιου γιορτάζεται με ιδιαίτερη επισημότητα στο Σουφλί Έβρου, όπου φερώνυμος ναός του και ο άγιος θεωρείται ο προστάτης άγιος της πόλεως. Μεγάλο πανηγύρι στήνεται στον οικισμό Ταύρου Τυχερού. Επίσης, στον οικισμό Χαμηλό Σαπών. Τέλος, τ’ αγίου Γεωργίου εορτάζεται λαμπρά η ημέρα στην Πόρπη. Στον ναό του Αγ. Γεωργίου του Παλαιοκαστρίτη έγινε η στέψη του αυτοκράτορος Ιωάννη Καντακουζηνού, στις 26 Οκτωβρίου 1341.
    Στις Καστανιές, γιορτάζουν τον άγιο τρεις ημέρες. Την παραμονή της γιορτής του, οι νοικοκυρές του ζυμώνουν 6 άρτους και τους πάνε απ’ το πρωί στην εκκλησιά. Τον ένα τον κρατά ο παπάς – οι άλλοι μοιράζονται. Οι γυναίκες, και κυρίως τα κορίτσια, σηκώνονταν χαράματα, ανήμερα της γιορτής του, για να του κόψουν γλωσσίτσες, πρασινάδες και ανθισμένα κλαδιά από καρποφόρα δένδρα, με τα οποία στόλιζαν τα σπίτια τους. Με τα μεγαλύτερα στάχυα των χωραφιών έπλεκαν κτενιές. Τις κρεμούσαν στον τοίχο και τις χάριζαν στον άη Γιώργη, για να τους δώσει καρπούς. Τα παλικάρια έκοβαν ένα μεσαίο κλαδί, με λίγα φύλλα στην κορφή, μελιάς ή μεσιάς και το έκαναν μπαϊράκι. Με το που τελείωνε η εκκλησιά, έβγαιναν με ζουρνάδες και νταούλια και γύρναγαν το χωριό, ενώ με τα μπαϊράκια χτύπαγαν τα παράθυρα. Οι νιόπαντρες κι οι αρραβωνιασμένες έδεναν σ’ αυτά τα μπαϊράκια τσεβρέδες. Οι γυναίκες άσπρο κεντημένο μαντίλι. Οι ηλικιωμένες κόκκινο μαντίλι ή άφηναν παράδες. Μόλις τέλειωνε ο γύρος του χωριού, τα παλικάρια μαζεύονταν στην εκκλησιά, και χτύπαγε η καμπάνα. Η εκκλησιά είχε αγορασμένα δυο πρόβατα, κουρμπάνια, για τον άγιο. Ο παπάς τα διάβαζε. Οποιος έσφαζε το πρώτο έπαιρνε την προβιά και τη συκωταριά – ο παπάς έπαιρνε, πάλι, την πλάτη. Το υπόλοιπο κρέας, κοβόταν κομματάκια και το έβραζαν σ’ ένα καζάνι με ρύζι. Ο παπάς ξαναευλογούσε το φαγί και κάθονταν όλοι στα χόρτα και το έτρωγαν. Μετά, τα παλικάρια στόλιζαν το δεύτερο πρόβατο και το τοποθετούσαν κάτω απ’ το μπαϊράκι. Τότε κατέβαιναν στ’ αλώνι με τραγούδια, όπου άρχιζαν οι αγώνες πάλης. Ο νικητής έπαιρνε το πρόβατο και τον καλύτερο τσεβρέ. Τον έδενε στο λαιμό του και γύρναγε τους χωρικούς κι έπαιρνε φιλοδωρήματα. Ο δεύτερος έπαιρνε όποιο τσεβρέ ήθελε. Οι υπόλοιποι τσεβρέδες κατέληγαν στην εκκλησιά, που τους πουλούσε για την ενίσχυση των σχολείων. Η δεύτερη μέρα, η αφιερωμένη στον άγιο Γεώργιο, περιλάμβανε μουσική, τραγούδια, χορούς και γλέντι με διφορούμενα πειράγματα.
    Του Αγίου Γεωργίου εορτάζεται στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στον κάμπο Σαμοθράκης με παραδοσιακό γοργόβραστο κρέας και χορό μετά την πρωινή λειτουργία. Στο νησί είναι ο προστάτης των κεχαγιάδων (= κτηνοτρόφων). Εδώ υπάρχουν 25 γνωστά ξωκλήσια προς τιμήν του.
    Ο άγιος ήταν ο πολιούχος της Σωζοπόλεως, όπου τον είχαν για πολύ θαυματουργό. Μαστίγωσε, λένε, έναν Τούρκο πασά, καθώς και τ’ αλόγατά του, που έσκασαν, γιατί τα μαστίγωνε όλην νύχτα ο άγιος, καβάλα στ’ άλογό του… Έτσι ο πασάς πήρε φοβισμένος τους στρατιώτες του και άφησε την πόλη…
    Στο Κωστί ξημερώματα τ’ άη Γιώργη παίρνουν νερό απ’ την βρύση και λεν στα ζώα ότι τους το χαρίζει ο άγιος.
    Στην Μπελάστιτσα Φιλιππουπόλης, υπάρχει ο άη Γιώργης της Ροδόπης, ο οποίος, κατά την παράδοση, ιδρύθηκε από τον ίδιο τον Αλέξιο Κομνηνό, το 1082! Το 1830 τον ανακαίνισαν οι μπογιατζήδες της Φιλιππουπόλεως. Το 1877 τον έκαψαν οι Τούρκοι, κατά τον Ρωσο-τουρκικό πόλεμο. Ξαναϊδρύθηκε, αλλά ξαναδιαλύθηκε, αυτήν την φορά οριστικά, μαζί με την μητρόπολη της Φιλιππουπόλεως και σήμερα δεν λειτουργεί πια…

    ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ
    Τον Άγιο Γεώργιο τον προσκυνούν χριστιανοί και μουσουλμάνοι…
    Λαμπριάτικο έθιμο του Γκιούλ-μπαξέ της χερσονήσου της Ερυθραίας, κατάλοιπο των πρώτων χριστιανικών χρόνων όπου οι πτωχοί πιστοί εμοιράζοντο το φαγητό τους μετά την Θεία Λειτουργία, συνήθεια συνδεδεμένη με τις αρχαίες ελληνικές δοξασίες. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή, οι Γκιουλμπαξιώτες πρόσφυγες εγκατεστάθησαν, κυρίως, στα Μελίσσια Αττικής, όπου κάθε χρόνο, ανήμερα της εορτής του αγίου Γεωργίου, αναβιώνουν το έθιμο των προγόνων τους. Φέρνουν, αρκετές ημέρες προ της εορτής, από τις Κονίστρες Καρυστίας Ευβοίας το «κτυπημένο» στάρι, απαραίτητο για το «κεσκέσι». Την παραμονή της εορτής και καθ’ όλην την νύκτα, βράζουν το μοσχαρίσιο κρέας και το στάρι μέσα σε μεγάλα καζάνια, και ανήμερα του αγίου, μετά την λειτουργιά, αρχίζει η διανομή του φαγητού. Ακολουθεί διασκέδαση με παραδοσιακούς χορούς και τραγούδια στην τ. Πλατεία Αγ. Γεωργίου, νυν Πλ. Μικρασιατών.

    Ο Άγιος Γεώργιος στα Γυαλιάδικα της Σμύρνης. Τον έλεγαν και Εξωκαστρίτη, γιατί ήταν έξω από τα τείχη του Κρομμυδόκαστρου, του φρουρίου που τα παλιά χρόνια φύλαγε το μεσαιωνικό λιμάνι. Πρόκειται για έναν από τους ιστορικότερους ναούς της πόλης. Κατεστραμμένος και ξαναχτισμένος πολλές φορές, στην τελευταία του μορφή ήταν κτίσμα του 1792, ανακαινισμένο το 1852 από τον φημισμένο Τηνιακό τεχνίτη Ευστράτιο Καλονάρη. φωτογραφία από τον ιστότοπο του Levantine Heritage Foundation. http://levantineheritage.com/stgeorge.htm.

    Η μπαρόκ ανατολική αυλόπορτα της εκκλησίας, στο τέρμα της οδού Ντιλμπέρ. Κάθετα προς αυτήν διερχόταν η οδός Αγ. Γεωργίου, όπου προς τα δεξιά, πολύ κοντά, βρισκόταν η οικία της οικογένειας του Αδαμαντίου Κοραή.

    Αεροφωτογραφία της Σμύρνης κατά την περίοδο της ελληνικής κατοχής και διοίκησης (1919-22).

    Ο μακρύς φιδωτός δρόμος είναι η Ευρωπαϊκή Οδός και προς νότο η συνέχειά της, η οδός Γυαλιάδικων που τερματίζει στο Μεγάλο Μπεζεστένι. Αριστερά, ο Φραγκομαχαλάς με τα χαρακτηριστικά μακρόστενα κτήρια, τους βερχανέδες.

    Η σκόλη τ’ Άη-Γιωργιού, που ήπεφτε πάντα μετά τη Λαμπρή, πότες τον Απρίλη και πότες το Μα, ήτανε σκεδό σα μια δεύτερη Λαμπρή. Τήνε τιμούσανε για πολύ μεγάλη γιορτή και παντού ηστένανε παναΰρι, με αρνιά ψητά ή κεσκέκι, γερό φαγοπότι και ξεφαντώματα, με παιχνίδια, τραγούδια, χορούς και κούνιες, που τσι λέγανε λέμπι. Τα γλέντια αυτά πιότερο ηγενούντοστε στσι εξοχές, μέσα στσι πρασινάδες, τα πούλουδα και τα δέντρα, που ήντουστε στην καλύτερή ντως ώρα. Μοναχά αν είχε μέσα στο χωριό γιά στην πόλη μεγάλη εκκλησιά τ’ Άη-Γιώργη, τότες ηκάνανε αυτού το παναΰρι, όπως στα Βουρλά, που ηγιόρταζε η δεύτερη εκκλησιά τση πολιτείας, στον Γκιούλμπαξε, που ηκάνανε το ξακουστό κεσκέκι (αντέτι που το συνεχίζουνε ακόμας οι Γκιουλμπαξώτες στα Μελίσσια), στο Μουρντουβάνι, που ‘χε και χωριό τ’ Άη-Γιωργιού, στον Τσεσμέ, που ηγιόρταζε το μοναστήρι, και σε πολλά άλλα μέρη. Άσε πια τη Σμύρνη, που η ωραιότερη εκκλησιά τσης ήτανε αφιερωμένη στον Άγιο Γιώργη. Εκειδά ηγενούντανε το σώσε στο μέγα παναΰρι του! Πήχτρα η εκκλησιά στη λειτουργιά, πήχτρα και τα κέντρα του «Και» κι αλλού, που ηβάνανε μπάλλους με παιχνίδια και μουζικάντηδοι και τραγουδιστάδες. Ο κόσμος αυτού μέσα ηδιασκέδαζε κι ηυκαριστιούντανε ώσαμε τα χαράματα. Τούτη τη μέρα στα χωριά ηματζεύανε και τ’ Άη-Γιωργιού τα πουλουδάκια γιά τ’ αγιωργίτικα, καταπώς ηλέανε το χαμομήλι, που το ‘χει βλοημένο –λέει– ο Άης Γιώργης, για ταύτος είναι φάρμακο και γιατρικό σε χίλια δυο παθήματα τ’ αθρώπου. Στην Κάτω Παναγιά του Τσεσμέ είχανε ένα ωραίο αντέτι την παραμονή τση γιορτής να γυρνούνε πόρτα-πόρτα οι ψαρτάδες κι οι άλλοι καλλίφωνοι τση γειτονιάς με εικονίτσες τ’ Άη-Γιωργιού στα χέρια και να λένε τ’ Άη-Γιωργιού τα κάλαντρα, κείνο το παμπάλαιο επικό τραγούδι με το δράκο, μαθές, που το λένε σε ούλα τα μέρη τση πατρίδας μας, για να παινέψουνε το λεβέντη Άγιο μας:


    Άη μου Γιώργη αφέντη μου κι ασημοκαβαλάρη,
    αρματωμένε με σπαθί και μ’ αργυρό κοντάρι,
    στη δόξα και στη δύναμη θέλω ν’ σ’ αντιβάλω,
    όπου σκοτώνεις το θεριό, το δράκο το μεγάλο.
    Θεριό έχομε στον τόπο μας σ’ ένα βαθύ πηγάδι
    κι αθρώποι το ταΐζομε κάθε πρωί και βράδυ
    κι α’ δεν του δώσομ’ άθρωπο μια μέρα να δειπνήσει,
    σταλιά νερό δεν έδινε τον τόπο να δροσίσει…


    Ο κόσμος τσι κερνούσανε γλυκά και λογιού-λογιού γλιγουδάκια. Τ’ απόεμα τση γιορτής, όσοι δεν ηπηαίνανε σε βίζιτες και χαιρέτια, ηβολτετζάρανε με τσι βάρκες μέσα στο λιμανάκι του χωριού, με τραγούδια λαμπριάτικα και μαγιάτικα. Κι ήτανε ένα ωραίο πράμα να βλέπεις τόσες στολισμένες βαρκούλες γιομάτες με τσι πανηγυριστάδες να πηγαινόρκουνται σερίνικα μέσα στη θάλασσα!

    Στα Σαράντα Δένδρα (Κίρκαγατς) της Μικρασίας ήταν όλα τα καταστήματα κλειστά τη μέρα της γιορτής του. Καταστήματα και χριστιανών και μουσουλμάνων. Αμφότεροι προσκυνούσαν και αφιέρωναν τάματα στην εικόνα του.
    Κατά έναν παράδοξο τρόπο, στα νησιά του Μαρμαρά έχουν συνδέσει τον, κατά τ’ άλλα στεριανό, άγιο Γεώργιο τον Θαλασσινό ως προστάτη των ναυτικών και των ψαράδων και όχι τον άη Νικόλα! Οι Μαρμαρινοί για καλά ταξίδια πρώτα αφιέρωναν στη ντόπια Παναγιά (τη Στυλαρινή ή του Πύργου ή την Καστρέλα) κι έπειτα στον άη Γιώργη, στο καμάκωμα του οποίου εναντίον του δράκου έβλεπαν το καθημερινό καμάκωμα του ψαρά. Κι αυτό γιατί ήταν αδύνατο να φανταστούν τον αγαπημένο τους άγιο διαφορετικό από αυτούς.

    Φωτογραφία του Αγίου Γεωργίου τραβηγμένη από το καμπαναριό της Αγίας Φωτεινής (1890).
    Το τέμπλο της εκκλησίας, μαζί με το δεσποτικό και τον άμβωνα ήταν μαρμάρινα. Το προηγούμενο, το ξυλόγλυπτο, ο Γ. Λαμπάκης αναφέρει ότι παραχωρήθηκε στον Άγιο Παντελεήμονα των Μοσχονησίων. Τα μαρμάρινα έργα ήταν φιλοτεχνημένα από τον Ιωάννη Χαλεπά (πατέρα του Γιαννούλη). Εντυπωσιακοί ήταν οι δύο κύκνοι που κοσμούσαν στις πλευρές του τον δεσποτικό θρόνο και φαίνονται στη φωτογραφία, αντί των λεόντων που συνηθιζόταν ως τότε.


    Βέβαια, οφείλουμε να πούμε πως, ο άη Νικόλας γιορταζόταν σαφώς στα νησιά του Μαρμαρά: Τα σπίτια (κυρίως ναυτικών και ψαράδων) έμεναν ανοιχτά, οι επισκέψεις και τα τραταμέντα έδιναν και έπαιρναν. Εικόνισμά του έβρισκες σ’ όλα τα μαρμαρινά καράβια. Και καντίλι που έκαιγε άσβηστα μπρος στην εικόνα του σ’ όλα τα σπίτια των που ταξίδευαν στις θάλασσες. Αλλά εκκλησιά αφιερωμένη σ’ αυτόν υπήρχε μόνο στην Γαλλιμή, έξω απ’ το βυζαντινό μοναστήρι του Αγίου Νικολάου στην Γένα.
    «Στα παράλια της Προποντίδας και στα νησιά του Μαρμαρά (Καλόλιμνος, Κούταλη, Αφυσιά, Αλώνη ή Πασαλιμάνι και Μαρμαράς ή Προκόννησος), ο Άη-Γιώργης είναι ο κατ’ εξοχήν αγαπημένος Άγιος και η λατρεία του, από άποψη σπουδαιότητας, έρχεται τρίτη μετά από εκείνην του Ιησού και της Παναγίας. Δεν υπήρχε πόλη ή χωριό στην Προποντίδα που να μην τιμά με ναό, κεντρικό ή ενοριακό ή ξωκκλήσι, τον άη-Γιώργη, μια και σ’ αυτά τα μέρη εθεωρείτο, πέραν των άλλων ιδιοτήτων του, και ως προστάτης των ναυτικών, περισσότερο κι απ’ αυτόν τον άη-Νικόλα. Εικόνισμά του υπήρχε πάντα στα μαρμαρινά καράβια και τις μέρες της γιορτής του κινούσαν οι Μαρμαρονησιώτες γκεμιτζήδες για ταξείδια μακρινά, πέραν της Προποντίδας. Ενδεικτικό της γενικευμένης λατρείας του αγίου και της επιζητούμενης προστασίας του στα πλεούμενα»
    Οι Μαρμαρινοί καραβοκύρηδες ζωγράφιζαν ή σκάλιζαν απαραίτητα στη γκάγκα της σαντάλας τους τη μορφή του άη Γιώργη.
    «Στης σαντάλας μας ντη γκάγκα
    άη-Γιώργης με ντη χάρμπα»


    Οι γυναίκες τον κεντούσαν στα εργόχειρα της προίκας, στα υφαντά του αργαλειού, στα μεταξωτά μεσάλια, με τα οποία στολίζανε τα κάδρα, τις καμάρες (οντάδες) των σπιτιών. Σε ένα άλλο τους τραγούδι, οι Προικοννησιώτες προσεύχονται και τάζουν στον άη Γιώργη τον Θαλασσινό τους, για καλό ταξίδι:
    Αη Γιώργη καβαλλάρη
    να φυλάεις το καράβι…


    Και οι Μαρμαρινές κοπελιές, που μένουν πίσω, καρτερώντας τον καλό τους, τάζουν τ’ άη Γιώργη και του Χριστού να γυρίσει γερός:
    Τ’ άη Γιωργή τάζω κερί και του Χριστού λαμπάδα
    να φέρουν το πουλάκι μου αυτή την εβδομάδα.


    Ως και αυτήν την δρακοκτονία οι Μαρμαρινοί την έφεραν στα «θαλασσινά» μέτρα τους:
    Τ άη Γιωργή τη βραδυνή, τ΄ άη Γιωργή το βράδυ
    βασιλοπούλα αρμάτωνε ολόχρυση φεργάδα
    βάζει πανιά μεταξωτά και ξάρτια μπιρσιμένια
    βάζει τιμόνι μάλαμα και τα κουπιά ΄σημένια
    και γκρεμιτζάκια διαλεχτά κι από σχολειό βγαλμένα.
    Του ρήγα γιος σαν τόμαθε φεργάδες αρματώνει
    και μέσα στ΄ αρτσιπέλαγο] πάγει την κοντοσώνει:
    «Σουλτάνα, μάινα τα πανιά, σουλτάνα ρίχτα κάτου,
    σουλτάνα δώσμ΄ ένα φιλί και πάμε μια φεργάδα
    θέλεις τη χρυσοπράσινη, θέλεις την ΄ξογαλάζια,
    θέλεις την ΄ξοκινήκατε, που μ΄ απατός μου μέσα;
    Ας έπεφτα στη θάλασσα κι ας έμπλεχα στο κώμα
    κι ας έπαιρνα ένα φιλί κι ας είχα ΄γώ το κρίμα».
    «Φρόνιμο σ’ είχα ρήγα γιε κι άσχημα συντυχαίνεις
    και μέσα στ’ αρτσιπέλαγος σαν τι φιλί γυρεύεις;
    Ας βγούμ΄ έξω στη στεργιά κι όποιος νικήσ΄ ας πάρει».


    Το τραγούδι κλείνει με την παραλλαγή της ευχής «Ηλιε μ΄, τρήλιε μ΄» – σαφέστατη παραπομπή στο αρχέγονο κύτταρο, στην ηλιακή λατρεία του απολλωνείου φωτός.


    Η παραλλαγή της Γαλλιμής έχει ως εξής:


    Τ’ άη Γιωργιού τη βραδυνή, τ΄ άη Γιωργιού το βράδυ
    βασιλοπούλα αρμάτωνε ολόχρυσο φρεγάδι.
    Βάνει μεταξωτά πανιά και ξάρτια μπιρσιμένια
    και το τιμόνι μάλαμα και τα κουπιά ΄σημένια.
    Παίρνει ναυτάκια διαλεχτά και πολυχαϊδεμένα.
    Του ρήγα γιος σαν τ΄ άκουσε φραγάδες αρματώνει
    και μέσα στ΄ αντιπέλαγος πάει και τηνε στήνει.
    Μέσα στο ατντιπέλαγος, στης Ρόδος το κανάλι
    εκεί την επλησίασε κι είχε χαρά μεγάλη:
    «Σουλτάνα μάινα τα πανιά, σουλτάνα πάρτα κάτω,
    σουλτάνα δώσ΄ μου ένα φιλί και πάρ΄ ένα φραγάδι,
    θέλεις πάρε το πράσινο ή θέλεις το γαλάζιο
    θέλεις το χρυσοκόκκινο, πούμαι απατός μου μέσα;».
    «Φρόνιμο σ΄ είχα ρήγα γιε κι άσχημα συντυχαίνεις
    και μέσα στ΄ αντιπέλαγος σαν τι φιλί γυρεύεις;
    Αντε να βγούμε στη στεργιά και ποιος νικήσει ας πάρει».


    Η παραλλαγή της Γαλλιμής κλείνει με το στίχο:


    Ολων υγειά μας και χαρά και φέτο και του χρόνου.
    Και το τραγούδι σώστηκε και δίετε νάβρετ΄ άλλο.
    Για πείτε το για να το πω, γι’ αρχέβω και το λέγω
    κι ανίς κι αρχέψω να το πω πολλές καρδιές θα κάψω.
    Θα κάψω ναύτες στο κουπί, ραφτάδες στο βελόνι,
    θα κάψω και τους μαραγκούς που φτιάχνουν τα καράβια,
    που ξενιτεύουν τα παιδιά τα όμορφα παλικάρια,
    θα κάψω και τους μαραγκούς που φτιάχνουν τα καΐκια,
    που ξενιτεύουν τα παιδιά και κλαίγουν τα κορίτσια.
    Του χρόνου τέτοιονε καιρό πάλι ν΄ ανταμωθούμε
    και το τραγούδι τ΄ άη Γιωργιού χαρούμενο να πούμε
    να βγάλν΄ οι γριπαροί κολιοί και τα καράβια κιάρι
    κι εμείς οι καλορίζικες οκάδες το μετάξι.


    «ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΚΟΥΔΟΥΝΑΣ-ΠΡΙΓΚΙΠΟΣ»


    Στην Προποντίδα, στη θάλασσα του Μαρμαρά, βρίσκονται τα πανέμορφα Πριγκηπόνησα. Το μεγαλύτερο και ωραιότερο από όλα είναι η Πρίγκηπος. Στην κορυφή του νότιου και υψηλότερου λόφου της δεσπόζει επιβλητικά ένα από τα πιο γνωστά ελληνορθόδοξα μοναστήρια, η φημισμένη Μονή του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά. Χιλιάδες πιστοί, όχι μόνο χριστιανοί, αλλά και πολλοί μουσουλμάνοι, προσέρχονται κάθε χρόνο στη μνήμη του Αγίου Γεωργίου και περιμένουν υπομονετικά ατελείωτες ώρες, προκειμένου να προσκυνήσουν τη θαυματουργή εικόνα του, ζητώντας του να εισακούσει τις παρακλήσεις τους.


    Κατά την παράδοση, το μοναστήρι ιδρύθηκε το 963 μ.Χ., επί αυτοκράτορος Νικηφόρου Β’ Φωκά. Η εικόνα του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά δόθηκε ως δώρο από τη γυναικεία μονή της Ειρήνης της Αθηναίας. Αργότερα, το 1204, η μονή δέχθηκε επιδρομή από τους Σταυροφόρους της Δ’ Σταυροφορίας, και το 1302 καταστράφηκε από φωτιά. Ωστόσο, οι μοναχοί κατάφεραν να διασώσουν ορισμένα κειμήλια και μαζί και την εικόνα του Αγίου Γεωργίου, τα οποία εν συνεχεία έκρυψαν σε δυσπρόσιτη περιοχή.

    Η εικόνα του Αγίου Γεωργίου παρέμεινε εκεί χωρίς να υποστεί καμία φθορά μέχρι τη θαυματουργή εύρεσή της από έναν βοσκό. Σύμφωνα με τον θρύλο, ο βοσκός είδε στον ύπνο του τον Άη Γιώργη που του ζήτησε να ανέβει στον λόφο για να τον βρει. Του είπε να σκάψει εκεί όπου θα άκουγε κουδούνια να ηχούν. Έτσι και έγινε. Ο βοσκός ακολούθησε όσα του είπε ο Άγιος. Ανέβηκε στον λόφο και, όπως υπέδειξε ο Άγιος, βρήκε την εικόνα του που είχε τον λαιμό του αλόγου του στολισμένο με αληθινά κουδουνάκια κρεμασμένα σε αλυσίδα τα οποία φυλάσσονται, έως και σήμερα, πάνω στην εικόνα του Αγίου στην ιερά μονή του στην Πρίγκηπο.

    Στη συνέχεια, ο βοσκός επανίδρυσε τη μονή προς τιμήν του Αγίου. Από τότε δίνονται στους χιλιάδες προσκυνητές κουδουνάκια ως ευλογία του Αγίου τα οποία, με τη χάρη του, θαυματουργούν. Το έθιμο του ταξίματος στον Άγιο Γεώργιο Κουδουνά είναι ευρύτατα διαδεδομένο και η φήμη του ξεπερνάει τα όρια του όμορφου νησιού της Πριγκήπου αλλά και όλων των Πριγκηπονήσων, φέρνοντας όλο τον χρόνο πλήθη πιστών στο ιστορικό Μοναστήρι και στη χάρη του Αγίου προστάτη του!

    Οι πιστοί ευλογούν στην εικόνα του αγίου Γεωργίου του Κουδουνά μικρά κουδουνάκια, που είτε μοιράζονται από τη μονή είτε τα φέρνουν οι ίδιοι, παρακαλώντας τον να τους ενισχύσει και να δώσει ίαση, λύτρωση και παρηγορία σε ό,τι τους απασχολεί ή τους ταλαιπωρεί. Εν συνεχεία, φορούν το ευλογημένο κουδουνάκι πάνω τους ή στον άνθρωπο για τον οποίο έχουν προσευχηθεί και με ευλάβεια περιμένουν να τους επισκεφτεί η χάρη του Αγίου και να τους ελεήσει. Όταν, μετά από λίγο ή περισσότερο καιρό, το πρόβλημά τους λυθεί και αποκατασταθεί, έρχονται ξανά προσκυνητές στον Άη Γιώργη τον Κουδουνά και φέρνουν πίσω το τάμα τους, δηλαδή το κουδουνάκι που είχαν ευλογήσει και το κρεμούν στην εικόνα του ευχαριστώντας τον για τη βοήθειά του.


    Τα θαύματα του Αγίου είναι πολλά. Ο Άγιος δεν ξεχωρίζει τους πιστούς. Δεν ικανοποιεί μόνο τα θελήματα των Ρωμιών που του έτρεφαν ανέκαθεν μεγάλη ευλάβεια. Όποιος απευθύνεται σε Εκείνον λαμβάνει τη Θεία Χάρη. Έτσι εξηγείται η μεγάλη προσέλευση αλλοθρήσκων στο Μοναστήρι απ’ όλη σχεδόν την Τουρκία. Τούρκοι προσκυνητές -γυναίκες, άντρες και παιδιά- ανεβαίνουν προς το μοναστήρι. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Μουσουλμάνοι δεν χρησιμοποιούν για τα τάματά τους τα κουδουνάκια των ρωμιών αλλά καρουλάκια κλωστής την οποία ξετυλίγουν στη διαδρομή, συγκρατώντας τη στα δέντρα ή σε πέτρες, μέχρι να φτάσουν στην είσοδο της εκκλησίας.

    Δεν επιτρέπεται να μιλάνε όσο ανεβαίνουν. Μπορούν να μιλήσουν μόνο στην επιστροφή, όταν θα έχουν αφήσει την ευχή και το τάμα τους στον Άγιο. Μόνον έτσι πιστεύουν πως θα τους ακούσει ο Άγιος και θα πραγματοποιήσει την ευχή τους. Ο καθένας γράφει ό,τι θέλει σε ένα χαρτάκι και το αφήνει στον Άγιο. Πολλοί θα επιστρέψουν σε σύντομο χρονικό διάστημα για να ευχαριστήσουν τον Άη-Γιώργη που άκουσε την προσευχή τους και ικανοποίησε την επιθυμία τους ή βρήκε λύση στο πρόβλημά τους και ας είναι αλλόθρησκοι. Έτσι ο ένδοξος Αη Γιώργης της χριστιανοσύνης είναι ένας άγιος οικουμενικός που η προστασία του σκεπάζει ολόκληρο τον κόσμο και όλους τους ανθρώπους που προσέρχονται με πίστη και ευλάβεια στη χάρη του! Το προσκύνημα στον Αη Γιώργη τον Κουδουνά γινόταν συνήθως στην εορτή του οπότε συνέρρεε στη μονή πλήθος πιστών και ακολουθούσε το ξακουστό «Αγιωργίτικο πανηγύρι» που κρατούσε μέρες.

    Στην Τουρκία, άλλωστε, η 23η Απριλίου αποτελεί επίσημη αργία αφιερωμένη στα παιδιά. Έτσι, το πλήθος μπορεί να προσέλθει στο νησί χωρίς να χρειασθεί να πάρει άδεια από την εργασία του. Παλαιότερα, έταζαν στον Άγιο μόνον ανθρώπους που αντιμετώπιζαν νοητικές και ψυχικές ασθένειες. Με τον καιρό, με τα αναρίθμητα θαύματα, τα τάματα στον Άγιο Γεώργιο τον Κουδουνά γενικεύτηκαν και πλέον αφορούν κάθε ανάγκη ή ασθένεια ή βάσανο που βαραίνει τους ανθρώπους.

    Την παράδοση αυτή, που κρατάει εδώ και αιώνες, συνεχίζει σήμερα και στην Ελλάδα ο εν Αθήναις Σύλλογος Πριγκηπιανών «Άγιος Γεώργιος ο Κουδουνάς», που εδρεύει στο Παλαιό Φάληρο Ν. Αττικής και έχει μέλη του τους Πριγκηπιανούς που ήρθαν στη χώρα μας κυρίως μετά τα Σεπτεμβριανά του 1955 και τις απελάσεις του 1964, αλλά και ρωμιούς που προέρχονται από την άλλοτε πολυπληθή Πολίτικη κοινότητα των Πριγκηπονήσων και της Πόλης.

    Το έθιμο με τα τάματα και τα κουδουνάκια του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά είναι ευρύτερα γνωστό στον ελλαδικό χώρο ακόμα και από πιστούς που δεν έλκουν την καταγωγή τους από την Πρίγκηπο.


    ΠΟΝΤΟΣ
    Στον Πόντο τον ευλαβούνται πολύ. Αισθάνονται ασφάλεια όταν βλέπουν τον άη Γιώργη βιγλάτορα.
    Ο άγιος Γεώργιος του Μεταλλείου Πόντου εορταζόταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα: Λες και χτυπούσε συναγερμός! Μουσικά όργανα, πυροβολισμοί στον αέρα και αφιερώματα στην εικόνα του άγιου, κατέκλυζαν τον ναό. Οι μαθητές έψαλλαν διάφορα άσματα και οι πιστοί προσέφεραν σ’ αυτούς χρήματα, που πήγαιναν για τις ανάγκες του σχολείου. Συγκεντρωνόταν ένα αρκετά μεγάλο ποσό: 15-20 χρυσές λίρες!.. Αλλά και οι Τούρκοι μουσουλμάνοι ερχόντουσαν την ημέρα εκείνη στην πανήγυρη του άγιου. Ειδικά εκείνοι που είχαν στο σπίτι άρρωστο με ανίατη ασθένεια. Οι ίδιοι έλεγαν ότι πολλοί εξ αυτών, ως εκ θαύματος, έγιναν καλά…
    Ο άγιος Γεώργιος και ο στρατός
    Ο άγιος είναι ο προστάτης του στρατού ξηράς και ως εκ τούτου τον τιμά ιδιαίτερα το πεζικό. (Λαμπρές γιορτές, που αποτελούν πια παράδοση, διοργανώνουν προς τιμήν του η 12η Μεραρχία στο στρατόπεδο «Πατσούκα» Αλεξανδρούπολης, η 7η Ταξιαρχία Μ/Κ στο στρατόπεδο «Δελαγραμμάτικα» Προβατώνα, η 50ή Ταξιαρχία στο Πρωτοκκλήσι, κ.ά.). Προστάτης τόσο στρατευμάτων όσο και χωρών. Επειδή ο βίος του είναι στρατιωτικός, θεωρείται προστάτης του Πεζικού και του Ελληνικού Στρατού Ξηράς, ενώ είναι και ο προστάτης Άγιος της Αγγλίας. Επίσης, θεωρούνταν Άγιος προστάτης των Σταυροφόρων, οι οποίοι έφεραν στη Δύση το λείψανό του από την Παλαιστίνη, καθώς επίσης και των Προσκόπων.
    Ο Άγιος Γεώργιος είναι, επιπλέον, Άγιος της Καθολικής, της Αγγλικανικής, της Ορθόδοξης, της Λουθηρανικής και της Αρμενικής Εκκλησίας, καθώς και προστάτης Άγιος των χριστιανών της Παλαιστίνης, της Βηρυτού, της Γεωργίας, του βουλγαρικού στρατού.
    Λατρεύεται ιδιαίτερα από τους Σαρακατσάνους (νομάδες της ηπειρωτικής Ελλάδας) αλλά και από Πομάκους της Θράκης. Στην εκκλησία που είναι αφιερωμένη στη μνήμη του, στην Πρίγκηπο, χιλιάδες Τούρκοι προσέρχονται κάθε χρόνο να προσκυνήσουν την εικόνα του. Πολλοί είναι οι προσκυνητές και στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου, στο Φανάρι, όπου διασώζονται κειμήλια ανεκτίμητης αξίας, όπως ο Πατριαρχικός Θρόνος και ο Άμβωνας.
    Πλήθος τα προσωνύμια του Αγίου είτε από ευλάβεια είτε από κάποιο θαύμα ή και από άλλη αιτία:
    *Ο Αέρις στο Όφι του Πόντου, παλαιά, όπου οι Τούρκοι τον έλεγαν Αέρτς, ο Ζαντών, δηλαδή Άγιος Γεώργιος ο τρελός, γιατί τους τιμωρούσε αφαιρώντας τους τα μυαλά.
    *Ο Αράπης ή Αρακλειανός (Ηρακλειανός), στη Θράκη, επειδή θαυματουργή εικόνα του βρισκόταν στην Ηράκλεια της Προποντίδας. Αράπη μάλιστα γιατί ο Άγιος παρουσιάζεται μαύρος σε αυτήν την εικόνα, ανάγλυφη από μαύρη πέτρα, ή από σκληρό ξύλο.
    *Ο Κουδουνάς στην Πρίγκηπο, γιατί η εικόνα του Αγίου βρέθηκε από έναν βοσκό, καθώς ήταν σκεπασμένη από μια αρμαθιά κουδούνια σύμβολα της παραφροσύνης, την οποίαν όλοι πιστεύουν ότι θεραπεύει.


    *Στο Θησείο, ο Ακαμάτης, επειδή οι Τούρκοι δεν επέτρεπαν να τελείται στην εκκλησία του Θεία Λειτουργία παρά μόνο στην εορτή του, στις 23 Απριλίου.
    *Ο Αϊ-Γιώργης ο Γοργός στην Καστοριά, γιατί σπεύδει ταχέως σε βοήθεια όσων τον επικαλούνται.
    *Ο Αϊ-Γιώργης Καππαδόκης, από τον τόπο καταγωγής του και πατρίδα του πατέρα του και Παλαιστίνιος, από τον τόπο καταγωγής της μητέρας του.
    *Ο Αϊ-Καλλάρης, στην Κάσο και Αϊ-Καβαλάρης, επειδή είναι έφιππος.
    *Ο Βάρδας, ο Γεωργιανός, ο Επιτειδιώτης, ο Καστρενός, ο Κιουρτζής, ο Κλεφτογρασιάς, ο Διασορίτης, ο Ζούρος, ο Κρασάς, ο Μεθυστής, ο Πέρσης, ο Σκυριανός, πολιούχος του νησιού, ο Φουστανελάς, πολιούχος των Ιωαννίνων, ο Φτωχός, ο Χατζής, ο Αϊ-Στρατηγός, ο Ψαροπιάστης, ο Φανερωμένος, ο Πεταλωτής.
    Γνωμικά και Παροιμίες για τον Αϊ Γιώργη
    Πλήθος τα γνωμικά και οι παροιμίες που αναφέρονται στον Άγιο:
    *«Αϊ-Γιώργη, βοήθα μου, σείε κι εσύ τα πόδια σου», λένε στην Κρήτη.
    *«Από τ’ Αϊ-Γιωργιού και πέρα δώσ’ του φουστανιού σου αέρα» λένε στη Μεσσηνία.
    *«Αϊ-Γεώρις να βοηθά σε», είναι γνωστή ευχή των Ποντίων οι οποίοι θεωρούν τον Άγιο σύμβολο της λεβεντιάς και της ανδρείας και αναφέρουν για ένα νέο και όμορφο παλληκάρι: «Ένα παλικάρι ίσια μ΄εκεί απάν’, έμορφον σαν τον Αέρτς».
    Η φήμη του Γεωργίου διαδόθηκε σε όλη την Ανατολή. Ήδη, τον 4ο αιώνα υπήρχαν στη Συρία ναοί με το όνομά του, ενώ στην Αίγυπτο είχαν χτιστεί προς τιμήν του 40 ναοί και 3 μοναστήρια. Στην Κωνσταντινούπολη αναφέρεται ναός του Γεωργίου, ήδη, από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Οι εκκλησιαστικοί ποιητές, όπως ο Ρωμανός ο Μελωδός, του αφιέρωσαν θριαμβευτικούς ύμνους και εγκώμια, ανακηρύσσοντάς τον «Αστέρα πολύφωτον, ώσπερ ήλιον λάμποντα», «Πρωταθλητάρχην και πρωτοστράτηγον και μέγαν ταξιάρχην της πίστεως» και της «πίστεως υπέρμαχον και μάρτυρα αήττητον και νικητήν θεόστεπτον», «περιφρουρούντα το εν θαλάσση πλέοντα, τον εν οδώ βαδίζοντα και τον εν νυκτί κοιμώμενον», μεγαλομάρτυρα τροπαιοφόρον, του οποίου, «το θαυμάσιον αυτού όνομα εν πάση τη γη άδεται».
    Το απολυτίκιο του Αγίου Γεωργίου:
    Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτή
    και των πτωχών υπερασπιστής,
    ασθενούντων ιατρός, βασιλέων υπέρμαχος,
    τροπαιοφόρε, μεγαλομάρτυς Γεώργιε,
    πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ
    σωθήναι τα ψυχάς ημών.

    ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΑΙ ΓΙΩΡΓΗ

    «Του Αη Γιώργη ( Ederlezi )»

    Απ’ τους ώμους να/ η άνοιξη περνά
    γύρω φτερουγίζει/ ξεχνάει εμένα.

    Μέρα της χαράς/ ποια ζωή φοράς
    δρόμο δρόμο παίρνεις / χωρίς εμένα.

    Τ’ ουρανού πουλιά/ πάρτε με αγκαλιά
    το βουνό γεμίζει/ κεριά αναμμένα.

    Να κι η Πούλια, ξημερώνει,/ το Θεό παρακαλώ
    μα το φως που δυναμώνει/ δε μου φέρνει, δε μου φέρνει
    ‘κείνον π’ αγαπώ.

    Τ’ όνομά του ανθός / ευωδιάς βυθός
    πείτε στα κορίτσια/ να μην το λένε

    Μέρα σαν κι αυτή/ στου Αη Γιωργιού τ’ αφτί
    που όλα τα τραγούδια / γι’ αγάπη κλαίνε.

    (Μουσική: Goran Bregovic- Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
    Πρώτη εκτέλεση: Άλκηστις Πρωτοψάλτη)

    (-Το «Εντερλέζι» είναι ένα δημοφιλές παραδοσιακό λαϊκό τραγούδι της μειονότητας των Ρομά στα Βαλκάνια.

    Το τραγούδι πήρε το όνομά του από το Εντερλέζι, μια γιορτή για την άνοιξη, ξεχωριστής σημασίας για τους τσιγγάνους Ρομά στα Βαλκάνια (και σε άλλα μέρη του κόσμου). Αυτή η γιορτή γιορτάζει την επιστροφή της άνοιξης. Ederlezi είναι το όνομα τσιγγάνων για τη σερβική και βουλγαρική γιορτή του Αγίου Γεωργίου που γιορτάζεται στις 6 Μαΐου (αφού στις περισσότερες σλαβικές χώρες εξακολουθούν να χρησιμοποιούν το παλαιό ημερολόγιο ή, με το νέο ημερολόγιο, στις 23 Απριλίου).

    Το τραγούδι έγινε διάσημο όταν χρησιμοποιήθηκε στην ταινία Ο καιρός των Τσιγγάνων, του Εμίρ Κουστουρίτσα, με την εκδοχή του Γκόραν Μπρέγκοβιτς (με τον τίτλο Ederlezi (Scena Djurdjevdana Na Rijeci)). Το τραγούδι κυκλοφόρησε και με ελληνικούς στίχους, με τίτλο «Του Αϊ Γιώργη», από τον Μπρέγκοβιτς και την Άλκηστη Πρωτοψάλτη το 1991. Τους ελληνικούς στίχους έγραψε η Λίνα Νικολακοπούλου.)

    Νικόλαος Καντούνης (1768-1834), Άγιος Γεώργιος. Μουσείο Βυζαντινού και Χριστιανικού Πολιτισμού. Αθήνα. Οι μορφές αποδίδονται ρεαλιστικά, αλλά η ατμόσφαιρα είναι ρομαντική. Υπέροχα εκφραστικό το γλυκύτατο βλέμμα του αλόγου που κοιτάζει προς τον ουρανό.

    «Άι Γιώργης»

    Ταξίδι απ’ τα Επτάνησα/ κι η Σαλονίκη μάγισσα.
    σε κράτησε δικό της/ Βρήκε η αγάπη αφορμή
    – διάλεξε τη σωστή στιγμή -/ πήρε το μερτικό της.

    Δίπλα σου που μεγάλωσα/ πόσες φορές καμάρωσα
    το φως που ‘χε η καρδιά σου./ Την περηφάνια της ματιάς
    τη μυρωδιά της αγκαλιάς/ την τρυφερότητά σου.

    Ποιος περνάει έξω στο δρόμο/ μ’ ένα σύννεφο στον ώμο.
    Άι-Γιώργης που γυρίζει τραυματίας/ το ’40 απ’ τα βουνά της Αλβανίας.
    Ποιος κρατάει εκεί στα αστέρια/ την Πανσέληνο στα χέρια.
    Άι-Γιώργης να μου φέγγει κάθε νύχτα/ της ζωής του το λαμπρό εν τούτω νίκα.

    Πάλευες πάντα τον καιρό/ μα είχες γυναίκα θησαυρό
    κι άντεξες το τιμόνι./ Κι αν στη ζωή τα πάντα ρει
    ακούω το βήμα σου βαρύ/ στης μνήμης μου τ’ αλώνι.
    (Στίχοι: Φίλιππος Γράψας- Μουσική: Λουδοβίκος των Ανωγείων
    Πρώτη εκτέλεση: Μαριώ)

    Ωδή στον Αη Γιώργη – Τραγούδι Σκύρου
    Άγιε μου Γιώργη Σκυριανέ, μεγαλομάρτυρα τρανέ
    και του νησιού καμάρι – ασημένιε καβαλάρη.
    Ψηλά ειν’ τα σκαλοπάτια σου, στο βράχο τα παλάτια σου
    και κάθεσαι στα κάστρα σα να γειτονεύεις τ’ άστρα.
    Ψηλές καμπάνες του Άη Γιωργιού σημαίνουν δώ τσαι πάν’αλλού
    Όταν σιγανοχτυπάτε στα ουράνια μας πάτε
    Στο περιβόλι του Άη Γιωργιού ακούω λάλημα πουλιού
    Στης λεμονιάς τα κλώνια κελαηδούν γλυκά τ’αηδόνια
    Του Μετοχιού κρύο νερό να πιώ τσαι ‘γώ να δροσιστώ
    Είν’του Άη Γιωργιού δικό του που ποτίζει τ’άλογό του.

    Άη Γιώργης Μαριώ – Λουδοβίκος των Ανωγείων


    https://www.youtube.com/watch?v=85BfcRlArRQ
    Αγιώρης – Νεστάνη

    Το τραγούδι τ Άη Γιώργη- Λαλητάδες

    https://www.youtube.com/watch?v=6p90u3lZYC0


    https://www.youtube.com/watch?v=S7MaFrPhcW4
    ΑΓΙΕ ΜΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΑΦΕΝΤΗ ΜΟΥ–Κώστας Νάκας & Γίωτα Γρίβα,Συνδέσμου Σαρακατσαναίων Λάρισας.


    https://www.youtube.com/watch?v=8k33etlf9i4&ab_channel=kallistorwntas
    Η ρίμα του Άη Γιώργη από τη Σαντορίνη. Η Μαρίζα Κωχ τραγουδάει τη ρίμα του Αγίου Γεωργίου.

    https://www.youtube.com/watch?v=mFOrLdnWAhM
    Αλέξανδρος Παπαδάκης– Τ’ Άη Γιώργη

    https://www.youtube.com/watch?v=gI4E2Sg9aiI
    Ο Αϊ Γιώργης και ο δράκος. Παραλλαγή από την Κρήτη.

    Αλκίνοος Ιωαννίδης – Τ’ Άη Γιωρκού


    https://www.youtube.com/watch?v=BTxcCbsdzjA
    Τ’ Άη Γιωρκού – Χρήστος Σίκκης – T’ai Giorkou – Hristos Sikkis (Κύπρος)

    Άγιε μου Γιώργη Λυκαβηττέ μου. – Νίκος Γούναρης

    ΑΡΑΒΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΗ ΓΙΩΡΓΗ
    https://www.youtube.com/watch?v=upFQCXb_qaU


    https://www.youtube.com/watch?v=blylEXvODYE


    https://www.youtube.com/watch?v=QJvGnlJiPhM


    Αραβικά για τον Άη Γιώργη – القديس مارجرجس – Mar(i) Girgis – Άγιος Γεώργιος

    ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Α.ΣΦΥΡΑΚΗΣ

    ΠΗΓΕΣ:
    ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, Γ. Λεκακης .
    (https://arxeion-politismou.gr/2025/04/ethima-kai-panigyria-tou-ai-giorgi.html)
    Π. Ηλίας Μάκος-Romfea.gr
    eleftherostypos.gr
    ekklisiaonline.gr
    Ακύλας Μήλλας, «Αναδρομή στα Πριγκηπόννησα», εκδ. Μίλητος, ISBN 960-8460-17, σελ. 297, 450 επ.– Ακύλας Μήλλας, «Η Πρίγκηπος», Εκδόσεις Συλλόγου και Λαογραφικής Έρευνας «Η Μνημοσύνη», με τη φροντίδα του εκδοτικού οίκου «Μέλισσα», Νοέμβριος 1988, ιδίως σελ. 449 επ., 541.
    Σύλλογος Πριγκηπιανών «Άγιος Γεώργιος ο Κουδουνάς», «Ανθολόγιο της Ιεράς & Σταυροπηγιακής Μονής Αγίου Γεωργίου Κουδουνά Πριγκήπου», Αθήνα 2008, facebook.com/SyllogosPrigipianon
    Οικουμενική Ομοσπονδία Κωνσταντινουπολιτών (Οι.Ομ.Κω.), «Σεπτεμβριανά», σε: http://www.conpolis.eu
    Ιερά Μητρόπολις Πριγκηποννήσων, σε: https://www.impringiponnison.org
    vimaorthodoxias.gr, dogma.gr, e-daily.gr, monastiria.gr, adeti.gr, kimintenia.wordpress.com.

    Γλωσσάρι:
    Μπαϊράκι = σημαία (< τουρκ. bayrak).
    Τσεβρές = κεντητό μαντίλι κεφαλιού (< τουρκ cevre), ύφασμα κατάλληλο για κέντημα.
    Γκάγκα = πλώρη,Μύτη αλιευτικού σκάφους.
    Σαντάλα: αλιευτικό σκαρί της Θάλασσας του Μαρμαρά με εφτά σειρές κουπιών / 14κοπο, μήκους 17-18 μ.
    Χάρμπα: σπάθα, χατζάρα.
    Μεσάλι = προσόψιο, πετσέτα.
    Φεργάδα, φραγάδα, φρεγάδι = φρεγάτα. Το γνωστό δικάταρτο ή τρικάταρτο μεγάλο ιστιοφόρο.
    Αρτσιπέλαγο = αρχιπέλαγος. Ετσι ονόμαζαν οι Ιταλοί το τμήμα του Αιγαίου απ’ τη Σαμοθράκη ως τη Ρόδο.
    Ξογαλάζιο = χρυσογαλάζιο.
    Ξοκινήκατος = χρυσοκινήκατος (χρυσός + κινήκατος < αρχ. κινήκειος = υπέρυθρος), άρα χρυσοκόκκινος.
    Απατός = ο ίδιος μου ο εαυτός, αυτοπροσώπως.
    Συντυχαίνω = συνομιλώ, συνδιαλέγομαι.
    Κεσκέκι= γνωστό ως κισκέτς ή κισκέκ (στα τουρκικά: keşkek), είναι παραδοσιακό φαγητό με βάση το κρέας και το σιτάρι, που ως έθιμο και συνταγή αποτελεί άυλη πολιτιστική κληρονομιά της Τουρκίας, και παρασκευάζεται στην Ελλάδα μέχρι σήμερα σε ορισμένα νησιά του Β. Αιγαίου.
    Γλιγουδάκια= (ή γλυγουδάκια) είναι μικρασιάτικη έκφραση που σημαίνει λιχουδιές, γλυκά ή μικρά κεράσματα.
    Χαιρέτια= συνήθως οι επίσημες επισκέψεις σε ονομαστικές γιορτές ή κοινωνικούς χαιρετισμούς/εθιμοτυπικές επισκέψεις (βίζιτες), ιδιαίτερα στην παράδοση της Μικράς Ασίας.
    ηβολτετζάρανε (ή βολτετζάρανε)= Προέρχεται από το ρήμα βολτετζάρω (από το ιταλικό volteggiare), το οποίο σημαίνει κάνω βόλτες, περιφέρομαι, κάνω κύκλους ή πηγαινοέρχομαι. Στο πλαίσιο των Μικρασιάτικων εθίμων, το “ηβολτετζάρανε με τσι βάρκες” σημαίνει ότι έκαναν βόλτες με τις βάρκες στο λιμανάκι, περιφέρονταν.
    Σερίνικα (ή σερίνικα)= είναι μικρασιάτικη ιδιωματική έκφραση που σημαίνει «σιγά-σιγά», «ήρεμα», «απαλά» ή «με την ησυχία». Χρησιμοποιείται συνήθως για να περιγράψει μια αργή, νωχελική ή ήρεμη κίνηση, όπως π.χ. στο «πηγαινόρκουνται σερίνικα» (πηγαινοέρχονται σιγά/ήρεμα)

    «Το Σπίτι με τα Χρωματιστά Τζάμια»

    «Το Σπίτι με τα Χρωματιστά Τζάμια» Σμύρνη, ΠούνταΤέλη Αυγούστου 1922(παλαιόν ημερολόγιον) Τον Αύγουστο του 1922, μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, οι περισσότεροι Έλληνες της Σμύρνης εξακολουθούσαν να πιστεύουν πως η μεγάλη κοσμοπολίτικη πολιτεία δεν θα εγκαταλειπόταν ποτέ. Η παρουσία των Συμμαχικών στόλων στο λιμάνι, η ελληνική διοίκηση και η αίσθηση πως η Σμύρνη ήταν…

    «Η ΕΞΟΔΟΣ»

    «Η ΕΞΟΔΟΣ»Με τον όρο «Έξοδος» έχει καθιερωθεί στη βιβλιογραφία του Μικρασιατικού Ελληνισμού ο ξεριζωμός των Ελλήνων από τις πατρογονικές εστίες.Ο ξεριζωμός αυτός πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις και με τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η πρώτη φάση περιλαμβάνει τους Έλληνες που εγκατέλειψαν τις πόλεις και τα χωριά τους, ακολουθώντας την υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού, και η δεύτερη την…

    «Το Άνθος της Σιωπής – 21η Απριλίου»

    Ήταν πρωί 21ης Απριλίου. Η άνοιξη είχε ήδη απλώσει το φως της πάνω στα κεραμίδια και στα σοκάκια, σαν να μη γνώριζε — ή σαν να αρνιόταν να μάθει — τι ερχόταν. Στην άκρη μιας αυλής, εκεί όπου το χώμα στα παρτέρια και το πλακόστρωτο μύριζε ακόμη υγρασία νυχτερινή, ένα μικρό δεντράκι ελιάς είχε γιομίσει…

  • Ο «ἀπὸ μηχανῆς θεός» (λατ. deus ex machina)

    Ιλαροτραγωδία. Μωσαϊκό που απεικονίζει θεατρικές μάσκες τραγωδίας και κωμωδίας.

    Ο «ἀπὸ μηχανῆς θεός» (λατ. deus ex machina) είναι όρος της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας που περιγράφει την απροσδόκητη εμφάνιση ενός θεϊκού προσώπου μέσω γερανού («μηχανή»), το οποίο δίνει λύση σε ένα αδιέξοδο. Μεταφορικά, αναφέρεται σε έναν αναπάντεχο σωτήρα ή μια από μηχανής λύση σε ένα περίπλοκο πρόβλημα. Χρησιμοποιούνταν, κυρίως από τον Ευριπίδη, για να επιλυθούν περίπλοκες πλοκές όπου οι ήρωες είχαν οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Ο όρος «μηχανή» με τη σύγχρονη έννοιά του χρησιμοποιήθηκε στην εποχή του Αισχύλου για να περιγράψει τον μηχανισμό με τη βοήθεια του οποίου μεταφέρονταν στη σκηνή οι ήρωες της τραγωδίας, θεοί, ημίθεοι και θνητοί από εκεί πηγάζει και η έκφραση «ο από μηχανής θεός». Tον λατινικό όρο Deus ex machina εισήγαγε ο Βιτρούβιος. Ο αρχαίος τραγωδός έπρεπε να χρησιμοποιήσει με φειδώ την παρέμβαση θεϊκού προσώπου στο έργο, καθώς υποδήλωνε ότι το πρόβλημα υπερέβαινε τις λύσεις που μπορούσαν να προσφέρουν θνητά πρόσωπα. Στη σωζόμενη αρχαία τραγωδία του Ευριπίδη «Μήδεια», ο θεός Ήλιος εισακούοντας την παράκληση του Χορού, αποστέλλει ένα άρμα που το σέρνουν δράκοντες, για να μεταφέρει την παιδοκτόνο εγγονή του Μήδεια μακριά από το σύζυγό της Ιάσονα, ώστε να βρει καταφύγιο στην ασφάλεια της πόλης των Αθηνών. Ο Αριστοτέλης στο έργο του, «Ποιητική», ασκεί κριτική σε τραγωδούς όπως τον Ευριπίδη, επειδή χρησιμοποιούσαν τον «από μηχανής θεό» για να επιλύσουν τις δύσκολες καταστάσεις μίας σύνθετης πλοκής. Στο έργο του Ars Poetica, ο Ρωμαίος λυρικός ποιητής Οράτιος συμβουλεύει «… και κανένας Θεός δεν πρέπει να παρεμβαίνει (στη πλοκή του έργου), εάν το πρόβλημα δεν απαιτεί μια τέτοια λύση …»

    Αναπαράσταση του από μηχανής θεού με χρήση εκκυκλήματος και οι τριγωνικοί περίακτοι. Τεχνολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.


    Πρόκειται για έναν ξύλινο γερανό που εμφανιζόταν από ψηλά, δίνοντας την εντύπωση ότι ο θεός κατεβαίνει από τον ουρανό.
    Ο θεός δεν θα μπορούσε όμως να εμφανιστεί σαν κοινός θνητός, από το δρόμο των παρασκηνίων, γιατί θα έλειπε το στοιχείο του δέους από την εμφάνισή αυτή.
    Προτιμήθηκε λοιπόν να παρουσιάζεται με ειδικό μηχάνημα από το επάνω μέρος της σκηνής ή καμιά φορά από καταπακτή εάν επρόκειτο για θεό του Άδη. Από την ειδική, λοιπόν, αυτή μηχανή, ερχόταν ο θεός και φυσικά ήταν «από μηχανής», διότι ερχόταν στην κατάλληλη στιγμή για να δώσει λύση σε κάποιο σοβαρό πρόβλημα που δημιουργούσε αδιέξοδο
    «Αν και κανείς μηχανισμός, ούτε απεικονίσεις του δεν σώζονται, υπάρχουν αρκετές αναφορές στην αρχαία ελληνική γραμματεία, από τις οποίες αντλούμε πληροφορίες για τον σχεδιασμό και την λειτουργία του. Από αγγεία που βρίσκονται σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές, παίρνουμε επίσης σημαντικές πληροφορίες για το αρχαίο θέατρο και τον μηχανισμό. Πρόκειται για ευμεγέθεις μηχανισμούς, αποτελούμενους από δοκούς, τροχαλίες και σχοινιά, τα οποία μπορούσαν να σηκώσουν φορτία ως έναν τόνο και σε μερικές περιπτώσεις να κάνουν σφοδρούς κλυδωνισμούς, απεικονίζοντας ταξίδι στο χώρο όταν το έργο το απαιτούσε».


    Ο σκηνικός εξοπλισμός περιλάμβανε επίσης θεατρικούς μηχανισμούς. Ένας από αυτούς ήταν το εκκύκλωμα, μια ξύλινη πλατφόρμα πάνω σε τροχούς. Φυλασσόταν στο εσωτερικό της σκηνής και ανασυρόταν όταν ήταν απαραίτητο. Παρουσίαζε στο κοινό το θύμα ενός φόνου που είχε λάβει χώρα εκτός της σκηνής. Η χρήση του ήταν απαραίτητη επειδή οι βίαιες σκηνές μπροστά στο κοινό απαγορευόντουσαν στο αρχαίο θέατρο. Ένας άλλος μηχανισμός ήταν η μηχανή ή γερανός. Ανέβαζε τους υποκριτές που υποδυόντουσαν τους θεούς και των οποίων η εμφάνιση ήταν καθοριστική για την πλοκή, και τους μετέφερε στην ορχήστρα. Οι ηθοποιοί αιωρούνταν πάνω από την ορχήστρα, δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι πετούσαν. Αυτός ο μηχανισμός χρησιμοποιούνταν συχνά στις τραγωδίες του Ευριπίδη για την εμφάνιση ανθρώπων, καθώς και θεών.
    Αργότερα, κατά την ελληνιστική περίοδο, το σκηνικό έπρεπε να αλλάζει πιο γρήγορα επειδή η δράση εξελισσόταν σε διαφορετικά μέρη. Έτσι, εφευρέθηκε μια ειδική συσκευή, ο περίακτος. Αποτελούνταν από τρεις ενωμένους πίνακες που σχημάτιζαν ένα τρίγωνο και περιστρέφονταν γύρω από έναν ξύλινο άξονα. Κάθε πίνακας απεικόνιζε ένα διαφορετικό θέμα και περιστρέφοντας τον περίακτο, ένα ορεινό τοπίο ή μια παράκτια περιοχή παρουσιάζονταν στο κοινό. Κανονικά, οι περίακτοι τοποθετούνταν στα δύο άκρα του λογείου, ώστε οι θεατές να γνωρίζουν από πού προέρχονταν οι χαρακτήρες του έργου.
    Στις παραστάσεις χρησιμοποιούνταν δύο ακόμη βοηθητικά τεχνικά μέσα, το κεραυνοσκόπειο και το βροντείο. Το κεραυνοσκόπειο ήταν ένας ξύλινος άξονας με μεταλλικές επιφάνειες που αντανακλούσαν το ηλιακό φως δίνοντας την εντύπωση κεραυνού. Το βροντείο ήταν ένα τεντωμένο κομμάτι δέρματος, πάνω στο οποίο άδειαζαν με δύναμη μολύβδινα σφαιρίδια από ένα χάλκινο δοχείο για να προσομοιώσουν τον ήχο μιας βροντής.
    Η σκηνογραφία των παραστάσεων συμπληρωνόταν από κινητές κατασκευές που θύμιζαν βωμούς τάφων, καθώς και αντικείμενα διαφόρων ειδών, όπως υφάσματα και αγάλματα θεών.

    Αιώρημα: Είδος γερανού, καλάθι που χρησίμευε για να παρουσιάσουν θεούς ή ημίθεους.


    Οι κυριότερες από τις μηχανές που χρησιμοποιούσαν στο αρχαίο θέατρο ήταν:
    Περίακτοι: Δύο ξύλινοι πρισματικοί στύλοι με πίνακες στερεωμένους πάνω τους, που γύριζαν γύρω από έναν άξονα και άλλαζαν, όταν χρειαζόταν, τη σκηνογραφία.
    Αιώρημα: Είδος γερανού, καλάθι που χρησίμευε για να παρουσιάσουν θεούς ή ημίθεους. Είναι γνωστή η φράση από μηχανής θεός. Η έκφραση από μηχανής θεός καθιερώθηκε, επειδή αυτό το θεϊκό πρόσωπο εμφανιζόταν στη σκηνή του θεάτρου με τη βοήθεια της μηχανής, δηλαδή ενός ξύλινου γερανού, ώστε να φαίνεται ότι έρχεται από ψηλά.
    Αναπίεσμα: Ένα είδος καταπακτών που λειτουργούσαν όπως οι αντίστοιχες καταπακτές των σύγχρονων θεατρικών σκηνών. Χρησίμευε στην άμεση εμφάνιση και απομάκρυνση προσώπων ή αντικειμένων.

    Εκκύκλιμα: Φορείο όπου τοποθετούσαν ομοιώματα νεκρών, γιατί σπάνια έβλεπαν οι θεατές φόνο ή αυτοκτονία.


    Βροντείο: Μεταλλικό δοχείο με χαλίκια που χρησίμευε για να μιμηθούν τη βροντή.
    Φρυκτώριον: Ένας πύργος που έδινε αγγελίες με φωτιά.
    Κεραυνοσκοπείον: Είδος περίακτου που διαθέτει είτε πλευρές με σχέδιο κεραυνών, είτε μια γυαλιστερή επιφάνεια, πάνω στην οποία αντανακλούσε το φως του ήλιου. Χρησίμευε σκηνική παρουσίαση έντονων σκηνικών φαινομένων.
    Εκκύκλημα: Φορείο όπου τοποθετούσαν ομοιώματα νεκρών, γιατί σπάνια έβλεπαν οι θεατές φόνο ή αυτοκτονία.
    Θεολόγειο: Είδος εξώστη στη στέγη της σκηνής από όπου μιλούσαν οι θεοί ή οι ημίθεοι.

    Περίακτοι: Δύο ξύλινοι πρισματικοί στύλοι με πίνακες στερεωμένους πάνω τους, που γύριζαν γύρω από έναν άξονα και άλλαζαν, όταν χρειαζόταν, τη σκηνογραφία.


    Πηγές: Το Αρχαίο Θέατρο.
    Θόδωρος Κεφαλωνίτης (Theo Kefalonitis), Αρχαιολογία-Archaeology.
    archaiologia.gr
    alfavita.gr
    el.wiktionary.org
    el.wikipedia.org


    ΦΩΤ:
    1.Ιλαροτραγωδία. Μωσαϊκό που απεικονίζει θεατρικές μάσκες τραγωδίας και κωμωδίας. Ρωμαϊκή τέχνη, 2ος αιώνας μ.Χ. Από τα Λουτρά του Δεκίου στον Αβεντίνο λόφο, Ρώμη. Βρίσκεται σήμερα στο συγκρότημα αρχαιολογικών μουσείων και μουσείων τέχνης στο Λόφο του Καπιτωλίου, στη Ρώμη, Ιταλία. Palazzo Nuovo, πρώτη αίθουσα, Αίθουσα των Περιστεριών.
    2,3,4. Αναπαράσταση του από μηχανής θεού με χρήση εκκυκλήματος και οι τριγωνικοί περίακτοι. Τεχνολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.
    5.Αιώρημα, 6.Εκκύκλημα, 7.Περίακτοι.

  • ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ…

    «Να είμαι ανάξιος, αν σε ξεχάσω ποτέ, Σμύρνη αγαπημένη»

    ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ…

    Στο χέρι τα παιδιά,

    στους μπόγους τ’ αναγκαία

    και στο λιμάνι

    για τη χοάνη

    της προσφυγιάς.

    Πού να βρει μια στεριά,

    μια πατρίδα νέα,

    ν’ ανασάνει

    στο μεϊντάνι της λησμονιάς;

    Αχ μικρέ μου εαυτέ μου

    που σ’ έχασα,

    δεν σε ξέχασα,

    θα σε βρω.

    Μπροστά μας η Ελλάδα,

    καθένας μια λαμπάδα

    τα δώρα μας στη χώρα μας,

    σωζόμαστε, καιγόμαστε,

    για να φαινόμαστε

    στον Ουρανό.

    Αχ μικρέ μου εαυτέ μου

    που σ’ έχασα,

    δεν σε ξέχασα,

    θα σε βρω.

    Μπροστά μου η Ελλάδα

    κι εγώ είμαι μια λαμπάδα,

    κλειδί από άλλα μέρη,

    τον Παράδεισο όταν φύγω

    να μπορώ να σου ανοίγω.

    Μαζί του το κλειδί

    του σπιτιού τους στη Σμύρνη,

    ογδόντα χρόνια

    σημαία στα χιόνια

    και φυλαχτό.

    Πώς να βρει τη ζωή

    που άφησε στη μνήμη;

    Σαν ευλογούσε, σφιχτά κρατούσε

    κλειδί και σταυρό.

    Αχ μικρέ μου…….

    Στίχοι: Μιχάλης Λεβέντης

    Μουσική: Γιώργος Στεφανάκης

    Ερμηνεία: Γιώργος Στεφανάκης

    Φωνητικά: Αγγελική Λεβέντη

    Μπουζούκι: Γιώργος Κωνσταντόπουλος

  • «ΟΙ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΑΤΟΙ»

    «ΟΙ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΑΤΟΙ»
    Οι Κωνσταντινιώτες, ή αλλιώς Κωνσταντινάτοι όπως στην πατρίδα τους, κατάγονταν από τα Πιστικοχώρια της Απολλωνιάδας στην περιοχή της Προύσας. Η ιστορία των Πιστικοχωριτών είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά και ανεξερεύνητα κεφάλαια της μικρασιατικής εθνογραφίας όπως αναφέρει και ο Α. Μασσαβέτας στο βιβλίο του «Το παλίμψηστο της μνήμης», καθώς υπάρχουν διάφορες θεωρίες για το πότε και πώς έφτασαν στη Μικρά Ασία.
    Μέσα από μια ανασκόπηση όλων των ιστορικών πηγών που αναφέρονται στην ιστορία και την καταγωγή των Κωνσταντινάτων βγαίνουν δύο πολύ σημαντικά συμπεράσματα:
    α) Οι Κωνσταντινάτοι έφτασαν στην περιοχή της Απολλωνιάδας από τη Μάνη της Πελοποννήσου.
    β) Το Κωνσταντινάτο αναφέρεται για πρώτη φορά από το Γερμανό ιστορικό Stephan Gerlach το 1577. Πρόκειται για οδοιπορικό στη Μικρά Ασία που αποδεικνύει την παρουσία των Κωνσταντινάτων στην περιοχή της Απολλωνιάδας το 16ο αιώνα.
    Οι Κωνσταντινάτοι είναι το μόνο από τα 9 Πιστικοχώρια για το οποίο υπάρχει ιστορική καταγραφή από το 1577. Πρόκειται για αναφορά από το Γερμανό περιηγητή Stephan Gerlach στο βιβλίο του “Türkisches Tagerbuch”.

    Οι σημερινοί κάτοικοι του Κωνσταντινάτου Σερρών κατάγονται από το χωριό “Κωνσταντινάτοι” της Μικράς Ασίας.
    Οι Κωνσταντινάτοι, τουρκικό όνομα Τσατάλ Αγήλ, ήταν από τα εννιά (κατά άλλους δεκαέξι) Πιστικοχώρια, που βρίσκονταν βόρεια της Απολλωνιάδας λίμνης και πάνω στο δρόμο που ένωνε τα μεγάλα κέντρα της περιοχής, Προύσα και Μιχαλήτσι. Απείχαν δύο με τρεις ώρες (10-15 χιλιόμετρα) με τα πόδια από την παραλιακή Τρίγλια. Μέχρι το 1913 υπήρχε ευημερία στο χωριό, το οποίο τη χρονιά εκείνη αριθμούσε ογδόντα οικογένειες. Διέθετε εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο, η οποία ήταν χτισμένη στα βορειοδυτικά του χωριού, και διώροφο Σχολείο, το κάτω μέρος του οποίου λειτουργούσε σαν καφενείο.
    Στους Κωνσταντινάτους, στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, από το 1900 περίπου και μέχρι την καταστροφή, ιερέας ήταν ο παπα-Θανάσης Παπαδόπουλος, κάτοικος του χωριού και πολύ αγαπητός από τους συγχωριανούς του. Κατοικούσε σε διώροφο σπίτι και η οικογένειά του είχε στην κατοχή της μύλο, στον οποίο οι κάτοικοι της περιοχής άλεθαν τα γεννήματά τους. Η εκκλησία των Κωνσταντινάτων γιόρταζε δύο φορές το χρόνο. Στις 8 Μαΐου και στις 26 Σεπτεμβρίου. Τότε γινόταν μεγάλο πανηγύρι στο οποίο συμμετείχαν πολλοί Έλληνες από τη γύρω περιοχή.
    Την ημέρα του πανηγυριού διεξάγονταν διάφορα αγωνίσματα, όπως λιθοβολία, τρέξιμο, άλμα σε μήκος, ιππασία και κυρίως η πάλη. Στους νικητές των αγωνισμάτων δινόταν σαν έπαθλα τα αφιερώματα που έφερναν οι κάτοικοι στον Άγιο. Συνήθως, μέρος από τα γεννήματά τους, αρνιά, κατσίκια, ακόμα και ταύρους.

    Η γλώσσα των Πιστικοχωριτών είχε μεγάλη ομοιότητα με τη Μανιάτικη διάλεκτο και γενικά με διαλέκτους της Πελοποννήσου, και χαρακτηριζόταν από διάφορους αρχαϊσμούς (π.χ. τι ποιήσωμεν;=τι θα κάνουμε;). Παρουσίαζε διαφορές σε σχέση με τη διάλεκτο των ελληνόφωνων γειτονικών χωριών της περιοχής της Απολλωνιάδας. Είναι αξιοσημείωτο ότι επειδή στα Πιστικοχώρια (σε αντίθεση με άλλες περιοχές της Μ. Ασίας) δεν εγκαταστάθηκαν ποτέ Τούρκοι (γι’ αυτό και δεν είχε τζαμιά αλλά μόνο εκκλησίες) πριν τη Μικρασιατική καταστροφή, οι κάτοικοι των χωριών αυτών δε μιλούσαν καθόλου την Τουρκική γλώσσα και χρησιμοποιούσαν ελάχιστες τουρκικές λέξεις στην καθημερινότητά τους.
    Οι Κωνσταντινάτοι στη Μικρά Ασία ήταν υποχρεωμένοι να υπηρετούν στον τουρκικό στρατό και αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο μόνο οι άνδρες γνώριζαν τουρκικά. Μετά τον ερχομό στην Ελλάδα το 1922 οι Κωνσταντινάτοι, όπως όλοι οι πρόσφυγες που ήρθαν τότε, υπηρέτησαν και στον Ελληνικό στρατό. Στην παρακάτω φωτογραφία φαίνεται στρατιωτικό έγγραφο του 1926.


    Διαβάστε παρακάτω μερικές από τις λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι Κωνσταντινάτοι στη Μ. Ασία και μετέπειτα στο Κωνσταντινάτο Σερρών. Μάλιστα, κάποιες από αυτές τις λέξεις χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα στο χωριό.

    Στην φωτογραφία η σημερινή ονομασία του χωριού.

    Γλωσσάρι:
    αβζάτα= βανίλιες (φρούτο)
    αγναμάζα= αγύριστο κεφάλι
    αγράβλα= δαμάσκηνα
    αγωνιώ= γρήγορα
    αζντέρι= γερός
    άιτσε= αφινίασε
    αλιπανάβατο= αποτυχημένο ζυμάρι
    αλτζιάκης= θρασύς
    αλτζιάς= πόδι (γοφός)
    αμάκα= ατομικιστής
    αμπατή= πόρτα
    αμπντάλης= αλλόκοτος
    αναδιάζω= συμβουλεύω
    αντέτι= έθιμο
    αραλίκι= άνοιγμα/χαραμάδα ή διάστημα χωρίς δουλειές
    αφκρίσκα= άκουσα
    άφτρα= καμινάδα
    αχεροφάς= δικράνι
    βάεψε= έγειρε
    βίζιτα= επίσκεψη
    βούζα= είδος αγριόχορτου
    βούκα= μπουκιά
    βουλάκα= χωμάτινη πέτρα
    βτίνα= πήλινο δοχείο
    γάνιασα= δίψασα
    γάρα= πολύ αλμυρό
    γενιτσαρούδια= κατιφές (φυτό)
    γιάγμα= διωγμός/λεηλασία
    γιάντα= κλείδα
    γιλντίζω= βαριέμαι
    γιούνι= μερίδα
    γιούριστε= σηκωθείτε
    γιούρτσε= πήγε
    γιούτια= λόγια (με την έννοια: βάζω «φυτίλια» σε κάποιον)
    γκαργκαλεύω= γαργαλάω
    γκέτσκα= αργά
    γκζούμα= κοιλιά
    γκιόξι= στήθος
    γκιστιρντίζω= κάνω κάποιον να ζηλέψει
    γκντω= σπρώχνω
    δέτζερης= κατσαρόλα
    δινιξίμι= βαφτισιμιός
    έλικας= πελαργός
    έσισε= ξεσήκωσε
    ζαμακώνω= κατακτώ κάτι (με αρνητική έννοια)
    ζέβλα= σιδερένιο παλούκι
    ζνίχι= λαιμός
    ζνταυλίζω= ανακατεύω τη φωτιά
    ζόπκος= κόμπος
    ζορμπίλες= σταλακτίτες
    ζουλγκούτι= ταλαιπωρία
    θρυβουλιάζω= θρυμματίζω
    καβάκι= λεύκα
    καϊρντίζω= συμπονώ
    καΐσια= βερύκοκα
    κάιτσα= γλίστρησα
    καλπίνα= καλοπερασάκιας, τεμπέλης
    καμώ= κλείνω τα μάτια
    κανίρτσε= έπεισε
    κάπτσα= πήρα
    κασνάκι= νταούλι
    κασούρα= καυτερή πιπεριά
    καστρινούδια= γαρυφαλλιές
    κατσιουρντίζω= μου πέφτει κάτι από τα χέρια
    καφάς= κεφάλι
    κβανώ= κουβαλάω
    κίιτσε= ζεστάθηκε
    κιόρης= τυφλός
    κμάσι= κοτέτσι
    κοϊτή= απανεμιά
    κολυβόσμος= κολυβόζουμο (βαρβάρα)
    κορώνω= ανάβω
    κουλβαντίζω= κυνηγάω κάποιον
    κουλουρντίζεται= περηφανεύεται
    κουντλώ= παραπατάω
    κουντούρτσε= “φαγώθηκε”
    κούπανος= μπούτι κοτόπουλου
    κουπάρτσε= κόπηκε
    κούρταλο= πολύ ξερό
    κρίνω= μιλώ
    λάγγεψα= πήδηξα
    λαΐνα= στάμνα
    λακούτσι= λακούβα
    λάντα= λακούβα με νερό
    λιγδερό= αρτυμένο
    λιγένη= λεκάνη
    λιμανώ= πετάω, ρίχνω
    λιμόρια= νεκροταφεία
    λιώμαι= κυκλοφορώ
    λογρίζω= περιφέρομαι
    λόρτος= όρθιος
    λουφτουκαμώ= ανοιγοκλείνω τα μάτια
    μαδίζω= μαλώνω
    μάξος= επίτηδες
    μαστραπάς= μεταλλικό ποτήρι
    ματακτώ= μετακινώ
    ματοτσίνορα= βλεφαρίδες
    μαχανάς= αφορμή
    μιλίνα= γλυκιά πίτα
    μισάλα= τραπεζομάντηλο
    μισκίνης= αδύνατος
    μούρτζιος= αυτός που έχει λερωθεί στο πρόσωπο
    μουσμούλης= χασομέρης
    μούτι= ελπίδα
    μούτσικα= μούρη
    μπαϊλντώ= λιποθυμώ
    μπακίρα= κουβάς για νερό
    μπάμπω= γριά
    μπαξίσι= φιλοδώρημα (κυρίως σε οργανοπαίχτες)
    μπάριμ= τουλάχιστον
    μπασιαρντίζω= “πιάνουν” τα χέρια μου
    μπατάκι= βούρκος
    μπατιρόσπορα= ηλιόσπορα
    μπατίρτσα= χρεωκόπησα
    μπερεκετλίδικο= άφθονο
    μπόι= φούστα
    μποσιάνκο= χαλαρό
    μπούζι= κρύο
    μπουμπούδι= μικρόσωμο σκυλί
    μπουρδούκες= υπολείμματα από φαγητό στο πρόσωπο
    μπουρλιά= αρμαθιά (από σκόρδα)
    μπουχτσιάς= «σακί» από σεντόνι που περιέχει πράγματα και μεταφέρεται στην πλάτη
    μσίρα= γαλοπούλα
    μσίρι= καλαμπόκι
    νεγρώνω= τσιγκλάω/φανατίζω
    νέισα= τέλος πάντων
    νιζά= σπίρτα
    νικατώνω= μεταφέρω λόγια (προδίδω)
    νιλβάζω= επιτίθεμαι για να κάνω καβγά
    νιφκα= έπλυνα το πρόσωπο
    νταβούλιασε= πρήστηκε
    νταγαντσα= ακούμπησα
    νταγιάκι= υποστήλωμα
    ντανάδι= αρσενικό μοσχάρι
    ντάρκα= δύσκολα
    ντερλικώνω= τρώω λαίμαργα
    ντιϊντώ= βλέπω
    ντίκης= ισχυρογνώμων
    ντικτίζω= σηκώνω (ποτήρι/μπουκάλι) για να πιω
    ντιλιμπάσα= χαζή
    ντιρμάνι= κουράγιο
    ντουζένια= νοικοκυριά
    ντούζικα= ίσια, ευθεία
    ξεποβγάζω= ανταποδίδω
    ξερατίζω= διώχνω
    ξεροχανιάζω= χασμουριέμαι
    ξεστριμμένη= ανάποδη
    ξιπάσκα= τρόμαξα
    ξλιάζω= κρυώνω
    ουρμάνι= μέρος γεμάτο αγριόχορτα
    παντέχω= περιμένω
    παπαδούδια= χαμομήλι
    παραμαλιάζω= σκορπίζω
    παρασόλα= ομπρέλα
    παραυλώ= τεμπελιάζω
    πατιρντί= σαματάς
    περγιόρος= αυλόγυρος
    πλαλώ= τρέχω
    πνάκι= πιάτο
    ποτσακίζω= αποθαρρύνω
    πούλα= κουνιάδα
    πουλούρωσε= μαλάκωσε
    πουρναρούδι= βασιλικός
    πουτσιμιάζομαι= ανατριχιάζω
    πρισκιάζω= κοιμάμαι
    πρόσφολος= αβγομάνα
    προύνο= πολύ μάυρο
    ραβαΐσι= χαλαρότητα
    ρασπάτι= πολύ ξινό
    ρεκπής= κοντός
    ριντές= τρίφτης
    σαβουρντώ= πετάω κάτι
    σαϊνακτσής= αυτός που βαριέται εύκολα
    σαΐτα= πλάστης
    σαλαβατιάζω= δέρνω
    σαλαμούρα= άλμη
    σάλμα= άχυρο
    σαλντίζω= απλώνω χέρι για να πάρω
    σαλτανάτι= βόλτα, «γύρα»
    σάματι= μήπως
    σαντέ= γεμάτο από
    σαραπατράκι= σαράβαλο
    σαργκιά= υπαίθριοι πάγκοι πωλητών
    σαρσέμης= χαζός
    σάσκα= ετοιμάστηκα
    σάτσι= μαγειρικό σκέυος
    σάχνιασαν= μούλιασαν
    σγάρα= το μπροστινό μέρος του σώματος, μέσα από το ένδυμα
    σερσεμλεντίζω= αποβλακώνομαι
    σιάχτσα= απόρησα
    σιδροσίνι= ταψί
    σιρίκα= μακρύ ξύλο
    σισιρντίζω= αποσυντονίζομαι, “τα χάνω”
    σισμίσκα= κουνήθηκα
    σκιάζομαι= διστάζω
    σκομίζω= χαλάω την τάξη
    σκουμπλώθκα= παραπάτησα
    σκουντερίκα= σαύρα
    σνι= σοφράς (χαμηλό τραπέζι)
    σοκακτσής= αυτός που είναι συνέχεια εκτός σπιτιού (σε βόλτες)
    σντέκνισσα= κουμπάρα
    σοουτιά= ιτιά
    σουζέκι= στραγγιστήρι
    σουΐρι= θέαμα
    σουκτίζω= καταστρέφω, σπάω
    σουλουγαντσε= λαχάνιασε
    σουλούκι= ανάσα
    σουρμαλώ= σέρνω
    σταυρί= ράχη
    στια= φωτιά
    σφαλάγκοι= σαλιγκάρια
    σφάρδακας= βάτραχος
    σφεγγάρι= σφηκοφωλιά
    ταμαχκιάρης= άπληστος
    ταπαλαντίζω= αποπαίρνω
    ταρτάρια= κάλτσες
    ταχιά= πολύ νωρίς το πρωί
    τερλίκια= πλεκτές κάλτσες
    τζαγκαρώνω= σκαρφαλώνω
    τζιγκντούρια= παντζάρια
    τζίμσιρι= καλαμπόκι για ποπ-κορν
    τζινιές= στόμα/σαγόνι
    τζοσβές= μπρίκι
    τμαρεύω= τακτοποιώ
    τουτούρτσε= πήγε (χρησιμοποιείται με αρνητική έννοια)
    τράχωμα= προίκα
    τριχάς= κόσκινο
    τσαγρούδι= χορτάρι
    τσακάτι= μέτωπο
    τσακμάκι= αναπτήρας
    τσαλκαντίζω= ανακατεύω
    τσάσκα= φλυτζάνι
    τσάτισα= έπαθα
    τσατσανεύομαι= συμπεριφέρομαι χαζά (σαν μικρό παιδί)
    τσαφλαμπούσκες= ποπ-κορν
    τσβούρα= κρύο
    τσιγαρίδες= χοιρινή τηγανιά
    τσιοπλάκης= γυμνός
    τσιορβάς= τραχανάς
    τσιρβούλια= χειροποίητα δερμάτινα παπούτσια (από δέρμα χοίρου)
    τσιτσινιά= κουτσουλιά
    τσοπλάκικο= γυμνό
    τσορμπατζής= χουβαρντάς
    τσουμαλέκα= γκλίτσα
    τσουράπια= κάλτσες
    τσρακούδια= λουκούμια
    φάλικα= μεγάλο δρεπάνι
    φκάλι= σκούπα
    φκαλώ= σκουπίζω
    φολογώ= αναστενάζω
    φουλντάκιασε= κοκκίνισε
    φουρδουκλώ= κυλάω
    χαϊβάνια= τα ζωντανά
    χαϊρσίζης= άχρηστος
    χάνιαζω= ανοίγω το στόμα
    χανιάρης= αφηρημένος
    χαρανί= καζάνι
    χαρπαλάτσε= άρπαξε
    χέρσι= άρχισε
    χιγινέτσα= κακιά
    χλιάρι= κουτάλι
    χούρτσαλο= σκουπίδι
    χρία= τουαλέτα
    χρονιάρα= γιορτινή
    χτιμπάρι= εκτίμηση
    ψιψίκια= παντόφλες

    …..


    Διαβάστε παρακάτω κωνσταντινιώτικες παροιμίες και παροιμιώδεις εκφράσεις που λέγονται ακόμα και σήμερα:

    1. «χόρτασ’ η ψείρα και βγήκε στο γιακά»
    2. «δεν είδαμε απ’ τα μάτια, α δούμε απ’ τα φρύδια;»
    3. «ποιος βάζει στη γάτα κουδούνια;»
    4. «καλόμαθε η γριά στα σύκα, θα φάει και τα συκόφυλλα»
    5. «η καρακάξα από παλούκι σε παλούκι ένα μπαίνει στον κ…ο της»
    6. «όσο ψωριάζει το κατσίκι την ουρά τ’ στον ανήφορο τη σκώνει»
    7. «το κατσίκι που θέλει να φάει ξύλο στου τσομπάνη τη γκλίτσα πάει και ξύνεται»
    8. «σήκω το λαγό πάρε το γιατάκι»
    9. «με τις πορδές δε βάφονται τ’ αυγά»
    10. «δεν πήγε ούτε στο κούφιο το δόντι»
    11. «πέσε αχλάδι α σε φάω»
    12. «είδε η γάτα το π…ι τς και το πέρασε γηρά»
    13. «το στραβό το πουλί Θεός το κάνει φωλιά»
    14. «αλλού παπάς αλλού τα ράσα τ’»
    15. «όταν έδεναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα»
    16. «μακριά απντ’ αυλή μ’ κι ας είναι κι αδερφή μ»
    17. «πολλές μαμές, στραβό α βγει το παιδί»
    18. «καθείς την εφημερίδα του στην πλάτη τ’ την έχει»
    19. «τέτοιο κεφάλι, τέτοιο ξούρισμα»
    20. «πάρε λόγια, τράβα στο παζάρι»
    21. «σκαντζόχοιρος μαξιλάρι γίνεται;»
    22. «μπάτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δίνετε»
    23. «νε (= ούτε) απ’τον κ…, νε απ’τον στόμα»
    24. «όλοι μπαμπούροι άμα έφτιαχναν μέλι, οι … με το κουτάλι θα ‘λα το τρων»
    25. «άμα το ‘χει η κούτρα να κατεβάζει ψείρες, …»
    26. «ο λύκος με το μούτι ψοφά»
    27. «κάνε με σοφό α σε κάνω πλούσιο»
    28. «μέγα θάμα, τρεις μέρες»
    29. «δώσε με τύχη και πέτα με στην κοπριά»
    30. «όταν είναι ένας ‘κτσός’, όλοι ‘κτσαίνονται’»
    31. «όμοιος στον όμοιο κι η κοπριά στα λάχανα»
    32. «πέντε βόδια, δυο ζευγάρια»
    33. «κοιμάται όρθιος, ξενοδοχείο πληρώνει»
    34. «άμα ξεγείρει το κάρο, δρόμοι πολλοί»
    35. «μπουρ-μπουρ συντέκνισσα, μια κουταλιά μέρα»
    36. «κάθεσαι-κάθεσαι, ντο γάδαρο ‘τσιούνξ’ ντο λες»
      Τα Πιστικοχώρια πριν την Μικρασιατική Καταστροφή:

    1.Γιαλί-Τσιφλίκ, 250 οικογένειες
    2.Βελετλέρ ή Βελετλέρι, 120 οικογένειες
    3.Ντερέκιοϊ, 50 οικογένειες
    4.Τσαμουρτζά ή Τσαμουτζά, 100 οικογένειες
    5.Τσεσνεήριον ή Τσεσνεϊρι ή Τσεϊριον, 100 οικογένειες
    6.Τσάμπασι ή Τσάμπαζι, 30 οικογένειες

    1. Γούλιος ή Καραγάτς, 150 οικογένειες
      8.Σιργιάνι ή Σεργιάνι ή Σιργιάννη, 600 οικογένειες
      9.Κύδια ή Κήδια ή Κίντια ή ΚαραΚοτζά , 200 οικογένειες
      10.Πριμικήριον ή Πριμικήρι, 100 οικογένειες
      11.Απλαδάτος ή Απελ(λ)δάτοι ή Πελαδάτοι ή Σουμπασί Αγίλ, 200 οικογένειες
      12.Αγία Κυριακή ή Μακαριωτάτοι, 150 οικογένειες
      13.Αϊνάτοι ή Αϊνάτι ή Αγινάτοι ή Σα(γ)ινάτοι ή Εσκιτζέ, 150 οικογένειες
      14.Τσάταλα ή Κωνσταντινάτι(-οι) ή Τσατάλ Αγίλ , 80 οικογένειες
      15.Χωρούδα ή Καρατζόβα, 70 οικογένειες
      16.Μπάσκοϊ ή Βουλγαράτοι, 200 οικογένειες

    Όλα τα Πιστικοχώρια είχαν εμπορικές συναλλαγές με την Τρίγλια, η οποία ήταν το κεφαλοχώρι της περιοχής. Στην Τρίγλια κάθε Κυριακή γινόταν παζάρι (λαϊκή αγορά). Έφερναν με γαϊδούρια, μουλάρια, άλογα και αραμπάδες Χριστιανοί και Τούρκοι τα προϊόντα τους από τα γύρω χωριά, σιτάρι, αλεύρι, κριθάρι, κρεμμύδια ,σκόρδα, αρνιά, κατσικάκια, τυριά (διάφορα είδη),βούτυρο, κότες, αυγά, κάρβουνα, ξύλα, μαλλί από πρόβατα που έπλεκαν οι γυναίκες φανέλες και κάλτσες κ.α. Οι χωριάτες, αφού πουλούσαν τα προϊόντα τους, αγόραζαν σε ποσότητες από τα μπακάλικα της Τρίγλιας σαπούνι, πετρέλαιο(γκάζι), οινόπνευμα(σπίρτο), ζάχαρη, καφέ, ρουχισμό κ.α. Οι ποσότητες ήταν μεγάλες, γιατί στο παζάρι δεν έρχονταν πάντοτε οι ίδιοι κάθε βδομάδα αλλά έκαναν και 15 μέρες ακόμα και μήνα για να έρθουν. Τα προϊόντα που χρειάζονταν ζύγισμα, όλα ζυγίζονταν από τον κανταρτζή (υπάλληλο της Δημογεροντίας), αυτά που πουλούσαν οι χωριάτες και αυτά που αγόραζαν από το παζάρι της Τρίγλιας.

    Ακόμα οι Πιστικοί έρχονταν σε επαφή με διάφορα επαγγέλματα που εξασκούσαν οι Τριγλιανοί και κυκλοφορούσαν παράδες. Mεταλλοτεχνίτες, καζαντζήδες, τσουκαλάδες(μισοκοίληδες), κουντουράδες, κουγιουμτζήδες, κολλυβίδηδες(σαράφηδες), γιατροί, φαρμακοποιοί (σπετσέρηδες) αμπατζάδες, γραφιάδες, μουτάφηδες, τζιβιτζήδες, μπογιατζήδες, καλλιοντζήδες(πεταλωτές), ψαθάδες, καλπάκηδες, σεπετζήδες, γούναροι, φραγκοράφτες κ.α.

    Στα «Σύμμεικτα Λαογραφικά Κουβουκλίων Προύσσης», Βασ. Δεληγιάννη, αναφέρονται για τα Πιστικοχώρια, ότι ανάμεσα στα 24 χωριά, που αποτελούσαν το τμήμα της Απολλωνιάδας της εκκλησιαστικής επαρχίας Νικομήδειας στο νομό Προύσσας, ήταν και τα 9 χωριά των Πιστικοχωρίων. Ο συγγραφέας αναφέρει: «Κατά την παράδοση, που επικρατούσε ανάμεσα σε όλους τους πιστικούς, πριν από πολλά χρόνια, λίγες οικογένειες, που μοιράσθηκαν σε εννέα διάφορα μέρη, σε μια γραμμή σε σχήμα ημικυκλίου στα βόρεια της λίμνης Απολλωνιάδας, για να αποτελέσουν αργότερα τα 9 χωριά των Πιστικοχωρίων, χωρίς ανάμεσά τους να βρίσκεται κανένα τούρκικο χωριό και τους δόθηκαν πρόβατα για βοσκή (και γι’ αυτό ονομάστηκαν και «πιστικοί») απ’ τις τότε Σουλτάνες (γυναίκες των Σουλτάνων). Τα ονόματα των Πιστικοχωρίων φαίνεται ότι ονόματα των χωριών από τα οποία προήρχοντο. Το ότι η εγκατάστασή τους έγινε, σαν βοσκοί που ήσαν, σε ακατοίκητα μέρη μαρτυρείται εκ του ότι δεν φαίνεται σε κανένα χωριό, σημάδι δομικής αρχαίας, όπως στην Απολλωνιάδα με τα σωζόμενα ακόμα τείχη της, στα Κουβούκλια με το κατεστραμμένο κοντά στην εκκλησία φημισμένο βυζαντινό φρούριο «Κουβούκλια», στο Ταχταλή, Κίτα, Λουπάδι, Μιχαλίτσι και άλλα, όπου βλέπει κανείς ερείπια τειχών και φρουρίων. Έπειτα η γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα των δεν μοιάζουν με κανενός των γύρω χωριών, ενώ αναμεταξύ τους είναι όμοια. Μια γραπτή πληροφορία, ότι βρισκόταν πριν απ’ το 1602, ήταν σ’ ένα παλιό μηνιαίο της εκκλησίας της Απολλωνιάδας που έλεγε έτσι: «Ήρθαμε με τον Γέροντα μου Άγιο Τιμόθεον εις την Απολλωνιάδα και αύριο αναχωρούμε εις Αγινάτους. Γράφω εγώ ο Παναγιώτης από το Κατηρλή 1602».

    Με την ανταλλαγή των πληθυσμών στα χωριά αυτά κατοίκησαν Τούρκοι από την Μακεδονία. Οι Πιστικοί μετοίκησαν στην Θράκη και στην Μακεδονία, από τα εννέα ( 9 ) χωριά οι Πλαδάτοι κατοίκησαν στο χωριό Λουτρά Φερών του Ν. Εύρου, οι υπόλοιποι προχώρησαν προς την Μακεδονία, μια ομάδα Βουρλάτοι εγκαταστάθηκαν στο χωριό Αδριανή του Ν. Δράμας και οι υπόλοιποι στο χωριό Αναρράχη της Πτολεμαΐδας, οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στο Ν. Σερρών, οι Καμαριωτάτοι στο Καμαρωτό Σιδηροκάστρου Σερρών και κάποιοι στα χωριά Αγία Κυριακή Ν. Κιλκίς, στον Ξεριά Νέστου και στην Πέρνη Καβάλας, οι Κωσταντινάτοι στο χωριό Κωνσταντινάτο Σερρών, οι Βουργαράτοι στα χωριά Βαμβακούσα, Σκούταρι και Πεπονιά Σερρών, οι Κητειανοί στα χωριά Ν. Ζίχνη Σερρών και Κάτω Καμήλα Σερρών, οι Αγινάτοι στο Ψυχικό Σερρών και οι Πριμηκιράτοι σε διάφορα χωριά της πόλεως των Σερρών και στο Ψυχικό.

    ΤΟ ΟΝΟΜΑ:

    Το όνομα του χωριού μας -Κωνσταντινάτο- σημαίνει βυζαντινό νόμισμα, το γνωστό «φλουρί κωνσταντινάτο». Είναι αξιοσημείωτο ότι κανένα άλλο χωριό στην Ελλάδα δεν έχει το ίδιο όνομα.

    Φλουρί Κωνσταντινάτο:
    Χρυσό νόμισμα με την μορφή του Αγίου Κωνσταντίνου υψηλής αξίας. Είναι γνωστό το παιδικό τραγουδάκι:

    • Σας πήραμε, σας πήραμε φλουρί Κωνσταντινάτο
    • Μας πήρατε, μας πήρατε βαρέλι δίχως πάτο.

    Οι λαογράφοι λένε ότι οι Βυζαντινοί παρασκεύαζαν τους ωραιότερους πλακούντες ζυμωμένους με μαγιά, αβγά, ελαφρό λίπος και ζάχαρη (βασιλόπιτες). Τους ονόμαζαν «πίτες», έβαζαν μέσα φλουρί κωνσταντινάτο και τους στόλιζαν με ζυμαρένιο σταυρό στο κέντρο και με το μονόγραμμα της Παναγίας και του Χριστού δεξιά και αριστερά.

    Περί των κωνσταντινάτων υφίστανται πολλές λαϊκές παραδόσεις που αναπτύχθηκαν κυρίως κατά τη βυζαντινή περίοδο. Σύμφωνα μ΄ αυτές, οι έγκυες γυναίκες έφεραν κωνσταντινάτα τόσο για την προφύλαξη των εμβρύων όσο και για την ευκολία του τοκετού. Επίσης κωνσταντινάτα έφεραν και παιδιά ως φυλαχτά κατά της βασκανίας. Ακόμα πιστεύονταν πως τα κωνσταντινάτα επιτάχυναν τη ζύμωση του φυράματος του αλεύρου και της γιαούρτης.

    Γενικά οι δοξασίες περί των κωνσταντινάτων ανάγονται κυρίως στα αγιοποιημένα πρόσωπα που απεικόνιζαν σε συνδυασμό της ανεύρεσης του Τιμίου Σταυρού από την Αγία Ελένη. Συνέπεια αυτών ήταν να θεωρείται το κωνσταντινάτο σε ορισμένες των περιπτώσεων ακόμα και ίσης αξίας με το τίμιο ξύλο.

    Συγκεκριμένα υπήρχε η παράδοση ότι η Αγία Ελένη όταν βρήκε τον Σταυρό τον έκοψε στα δύο και το ένα τμήμα του το άφησε στα Ιεροσόλυμα, το δε άλλο μετέφερε στη Κωνσταντινούπολη. Τα δε πριονίδια από τον τεμαχισμό αυτό τέθηκαν σε χωνευτήρι με άλλα πολύτιμα μέταλλα από το κράμα των οποίων κόπηκαν τα κωνσταντινάτα. Όμοια παράδοση απαντάται και μεταξύ των ελληνοβλάχων στη Μακεδονία καθώς και στη Βουλγαρία όσο και στη Ρωσία, που ίσως να προήλθαν από βυζαντινό συναξάρι.

    Μεταξύ δε άλλων παραδόσεων που αναπτύχθηκαν στα νησιά του Αιγαίου και στη Πελοπόννησο στα κωνσταντινάτα αποδίδονταν και αιμοστατικές ιδιότητες κατά την γέννα, θεωρώντας ότι η κατοχή τους θεραπεύει «το γύρισμα (λύσιμο) του αφαλού». Στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, η κατοχή κωνσταντινάτου από τους Έλληνες επαναστάτες θεωρούνταν φυλαχτό για το “κακό βόλι”. Επίσης ότι θεράπευε τον πυρετό, την επιληψία και τον ίκτερο. Στη Μάνη μέχρι σήμερα τα κωνσταντινάτα θεωρούνται πολύτιμα οικογενειακά κειμήλια και μάλιστα όταν θεωρηθούν ότι ίσως να είναι και θαυματουργά τα τοποθετούν στα εικονίσματα, ενώ σε πολλά μέρη οι κάτοχοί τους κάθε Μεγάλη Πέμπτη τα προσκομίζουν στις εκκλησίες και τα λειτουργούν.

    Συνέχεια των παραπάνω παραδόσεων είναι να προσφέρονται ακόμα και σήμερα σε νήπια χρυσά νομίσματα, (σε γεννήσεις και βαπτίσεις) ή συνηθέστερα ο χρυσός σταυρός που καθιερώθηκε μεταγενέστερα αντικαθιστώντας το κωνσταντινάτο.

    ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΣΗΜΕΡΑ…
    To Κωνσταντινάτο είναι ένα πεδινό χωριό του δήμου Σερρών. Βρίσκεται 11 χλμ. νότια από τις Σέρρες. Το χωριό είχε 414 κατοίκους κατά την απογραφή του 2001 με πυκνότητα πληθυσμού 91,49 κατοίκους ανά km². Η κοινότητα έχει έκταση 4,525 km² και 14 m μέσο υψόμετρο. Οι κάτοικοι του χωριού στην πλειοψηφία τους ασχολούνται με τη γεωργία. Το χωριό έχει ως άγιο τον Άγιο Παντελεήμονα, που γιορτάζει στις 27 Ιουλίου.

    Το Κωνσταντινάτο ιδρύθηκε από τους Κωνσταντινάτους της Μικράς Ασίας, οι οποίοι διωγμένοι από την πατρίδα τους το 1922 ήρθαν με την ανταλλαγή πληθυσμών στην Ελλάδα και σύσσωμοι ίδρυσαν το νέο τους χωριό στο νομό Σερρών. Το όνομα του χωριού σημαίνει χρυσό βυζαντινό νόμισμα – “φλουρί κωνσταντινάτο” – του οποίου ο τύπος μοιάζει με αγιογραφία των Αυτοκρατόρων Αγίου Κωνσταντίνου και Αγίας Ελένης που ανάμεσά τους φέρεται ο χριστιανικός σταυρός.

    Ο πληθυσμός του χωριού τα έτη απογραφής παραμένει σταθερός, το 1951 οι κάτοικοι ήταν 390, το 1961 ήταν 445, το 1971 ήταν 438, το 1981 ήταν 451, το 1991 ήταν 442, το 2001 ήταν 420 και το 2011 ήταν 420.

    Ο ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΧΟΡΙΟΥ

    Το Κωνσταντινάτο είναι ένα μικρό χωριό των Σερρών με πλούσια ιστορία και πολιτιστική παράδοση. Οι πρόγονοι (Κωνσταντινάτοι) των σημερινών κατοίκων προέρχονταν όλοι από το ίδιο χωριό στη Μικρά Ασία (περιοχή Προύσας). Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, το 1922, ήρθαν στο νομό Σερρών και ίδρυσαν το Κωνσταντινάτο. 

    ο Σύλλογος αναφέρει για τον σκοπό ιδρύσεώς του:

    Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Μικρασιατών Κωνσταντινάτου ιδρύθηκε με σκοπό την αναβίωση και διαφύλαξη των εθίμων και των παραδόσεων που μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας. Θεωρούμε ότι είναι χρέος μας να μάθουμε τις ρίζες μας και να διατηρήσουμε τις παραδόσεις του χωριού μας για να τις μεταδώσουμε στις νέες γενιές. Πιστεύουμε ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από:

    εκμάθηση και παρουσίαση παραδοσιακών χορών σε πολιτιστικές εκδηλώσεις 
    αναβίωση εθίμων κατά τη διάρκεια της χρονιάς 
    συλλογή και έκθεση παραδοσιακών αντικειμένων 
    διοργάνωση τραπεζιών με μικρασιάτικες συνταγές, κ.α.
    ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΧΟΡΟΙ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΑΤΟΥ

    Οι συρτοί-μπάλλοι στην αρχή χορεύονται με τους χορευτές πιασμένους κυκλικά και στη συνέχεια σε ζευγάρια ελεύθερα στο χώρο, φτιάχνοντας διάφορες φιγούρες. Οι καρσιλαμάδες χορεύονται από μικτά συνήθως ζευγάρια, ο ένας απέναντι από τον άλλον (καρσί).

    Το ζεϊμπέκικο χορεύεται μόνο από άντρες, ενώ το τσιφτετέλι μόνο από γυναίκες. Όλοι οι μικρασιάτικοι χοροί συγγενεύουν με αυτούς των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, μιας και η θάλασσα δεν αποτελούσε σύνορο-χώρισμα, αλλά δρόμο-μέσο επικοινωνίας.

    Οι μικρασιάτικοι χοροί που μαθαίνει η νεολαία του χωριού στον σύλλογο, είναι οι παρακάτω:

    –          Κανελόριζα.  Χορός με προέλευση τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. 
    –          Χαρμάν- γερί. Τουρκόφωνο τραγούδι με προέλευση τα Φάρασσα της Καππαδοκίας. Τον χορό χόρευαν μόνο άντρες σε κύκλο πιασμένοι σταυρωτά. Χορεύονταν στα αλώνια και με τον τρόπο αυτόν πατούσαν την παραγωγή τους.
    –          Κόνιαλι (χορός των κουταλιών). Αντικριστός χορός που χορεύονταν σε όλη την Καππαδοκία μόνο από ζευγάρια γυναικών ή αντρών ή παντρεμένα αντρόγυνα. 
    –          Σουρουντίνα. Μικτός κυκλικός χορός με σταυρωτή λαβή που χορεύονταν σε όλη την Καππαδοκία και πήρε το όνομά του από το σύρσιμο των ποδιών. 
    –          Άτταρης. Χορός από τα Αλάτσατα Ερυθραίας της Μικράς Ασίας. 
    –          Αϊβαλιώτικο Ζεϊμπέκικο. Χορός αργός, μεγαλόπρεπος, μερακλίδικος και λεβέντικος. Χορεύονταν στις μεγάλες ταβέρνες του Αϊβαλιού.
    –          Απτάλικος. Αντικριστός χορός (είδος ζεϊμπέκικου ή καρσιλαμά). Το όνομά του προέρχεται από την τούρκικη λέξη aptal που σημαίνει «ζαλισμένος», «αργοκίνητος».
    –          Γιωργίτσα. Αργός αντικριστός χορός από τα Αλάτσατα της Ερυθραίας.
    –          Χασαπιά. Συντεχνιακός χορός των χασάπηδων της Κωνσταντινούπολης.
    –          Μαρμαρινός καρσιλαμάς. Γρήγορος καρσιλαμάς από την περιοχή της Προποντίδας.
    –          Συρτός-Μπάλλος. Χορός από την περιοχή της Σμύρνης.
    –          Τέσσερα μάτια δυο καρδιές. Χορός από την περιοχή της Αρτάκης.
                                                        
        
    Πηγές:
    mikrasiates-konstantinato.blogspot.com
    triglianoi.gr, Στάθης Δημητράκος.
    Οι Κωνσταντινάτοι, το Κωνσταντινάτο και ο Ιερός Ναός του Αγίου Παντελεήμονα, Ιωάννης Αθ. Γκόγκος, 2014.
    Pragkaloudis Stratos.

  • Εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή, ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται.

    «Εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται».
    Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης. Η πίστη μας γεμίζει με ελπίδα και ενθουσιασμό για τη ζωή που ακολουθεί.

    Διηγήθηκε ο Γέροντας: «Από ένδεκα χρονών διάβαζα βίους Αγίων και έκανα νηστείες και αγρυπνίες. Ο αδελφός μου ο μεγαλύτερος έπαιρνε και έκρυβε τους βίους. Δεν κατάφερε τίποτε. Πήγαινα στο δάσος και συνέχιζα. Κάποιος φίλος του τότε, ο Κώστας, του είπε: «Θα σου τον κάνω να τα παρατήση όλα».
    -Ήρθε και μου ανέπτυξε την θεωρία του Δαρβίνου. Κλονίστηκα τότε και είπα: «Θα πάω να προσευχηθώ, και, αν ο Χριστός είναι Θεός, θα μου παρουσιαστή να πιστέψω. Μιά σκιά, μια φωνή, κάτι θα μου δείξει». Τόσο μού ‘κοβε. Πήγα και άρχισα μετάνοιες και προσευχή για ώρες, αλλά τίποτε. Στο τέλος τσακισμένος σταμάτησα. Μού ήρθε τότε στην σκέψη κάτι που μού’χε πει ο Κώστας: «Παραδέχομαι ότι ο Χριστός είναι ένας σπουδαίος άνθρωπος, δίκαιος, ενάρετος, τον οποίο εμίσησαν από φθόνο για την αρετή του και τον καταδίκασαν οι συμπατριώτες του».Τότε είπα: «Αφού είναι τέτοιος, και άνθρωπος να ήταν, αξίζει να τον αγαπήσω, να τον υπακούσω και να θυσιασθώ γι’ Αυτόν. Δεν θέλω ούτε παράδεισο, ούτε τίποτε. Για την αγιότητά του και την καλωσύνη του αξίζει κάθε θυσία». (Καλός λογισμός και φιλότιμο).Ο Θεός περίμενε την αντιμετώπισή μου. Ύστερα από αυτό παρουσιάσθηκε ο ίδιος ο Χριστός μέσα σε άφθονο φως. Φαινόταν από την μέση και πάνω. Με κοίταξε με πολλή αγάπη και μου είπε: «Εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται». Τα λόγια αυτά ήταν γραμμένα και στο Ευαγγέλιο που κρατούσε ανοικτό στο αριστερό χέρι Του».

    Το γεγονός αυτό διέλυσε στον δεκαπενταετή Αρσένιο τους λογισμούς αμφιβολίας, που τάραζαν την παιδική του ψυχή, και γνώρισε με την χάρι του Θεού τον Χριστό ως Θεό αληθινό και Σωτήρα του κόσμου. Βεβαιώθηκε για τον Θεάνθρωπο, όχι από άνθρωπο ή από βιβλία, αλλά από τον ίδιο τον Κύριο, που του αποκαλύφθηκε και μάλιστα σε τέτοια ηλικία. Στερεωμένος πλέον στην πίστη μονολογούσε: «Κώστα, άμα θέλης τώρα, έλα να συζητήσουμε».


    Απόσπασμα από το Βιβλίο, Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης (1924-1994), Ο Ασυρµατιστής του Στρατού και του Θεού, Του Συντ/ρχη Καραίσκου Δημητρίου.

    Είναι ο κύριος της ζωής, διότι είναι ο ίδιος η ζωή. Κανένας ποτέ δεν τόλμησε να ισχυριστεί αυτό που φανέρωσε στη Μάρθα «Εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή, ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται» (Ιωάν.11:25).

    Αυτή η διαβεβαίωση ότι ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι η πηγή της ζωής και η μακάρια ανάστασή μας είναι η μεγάλη μας παρηγοριά και η άρρητη δύναμη που μας κάνει να υπερνικάμε όλες τις αντιξοότητες της επίγειας ζωής μας. Χάρη σ’ Αυτόν δεν θα πεθάνουμε ποτέ, έστω και αν το φθαρτό σώμα μας αποτεθεί στη γη και αποσυντεθεί. Αυτό είναι ένα απλό βιολογικό γεγονός, το οποίο δεν έχει ουδεμία οντολογική επίπτωση για μας τους πιστούς του Χριστού.Η ψυχή μας θα εξακολουθεί να ζει και χωρίς το σώμα μας, μια ζωή ασύγκριτα ανώτερη από την επίγεια. Αλλά όχι για πάντα μόνη της, διότι «έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού και οι ακούσαντες ζήσονται» (Ιωάν.5:25).Τα σώματά μας θα ζήσουν και θα ενωθούν και πάλι με τα πνεύματά μας για να μην ξαναχωρίσουν ποτέ πια, αλλά να ζουν αιώνια την όντως ζωή και να συνδοξάζονται με το Χριστό.

    ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

    Το μήνυμα της Ανάστασης του Ιησού Χριστού σημαίνει την αλλαγή της παρελθούσας νοοτροπίας και επισημαίνει τη μετάβαση από την εικονική δύναμη του θανάτου στην αλήθεια της αιώνιας ζωής. Το ιστορικό γεγονός της Ανάστασης του Ιησού Χριστού μας εμβολιάζει με τις έννοιες αλήθεια, ελπίδα και ελευθερία. Όλα τα υλικά και τα κτιστά χάνονται μέσα στη ροή του χρόνου. Η αλήθεια που μας νοηματοδοτεί η Ανάσταση του Ιησού Χριστού μένει αιώνια και το γεγονός που σηματοδοτεί είναι η σωτηρία των ανθρώπων.

    Ὁ θάνατος, μὲ τὴν τρομερὴ καὶ καθολικὴ ἔννοια αὐτοῦ τοῦ ὅρου, δὲν ὀρθώνεται πιὰ μπροστά μας, ἀλλὰ ἀποτελεῖ παρελθοῦσα κατάσταση, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε καὶ τὸ Βάπτισμα μᾶς ἔχει ἐνδύσει καὶ περιβάλει μὲ τὴν ἀνάστασή του. Ἀπὸ ἐδῶ καὶ μπρὸς ὅλες οἱ καταστάσεις θανάτου, ποὺ πρέπει νὰ διέλθουμε, περιλαμβανομένου καὶ τοῦ σωματικοῦ μας θανάτου (“κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται”) εἶναι μοναχὰ περάσματα (διαπορεύσεις), ἰσάριθμα πάσχα (ξέρουμε ὅτι ἡ λέξη “πεσσάχ” σημαίνει “πέρασμα”), ὅπου ἡ ζωὴ λαμπικάρεται καὶ γίνεται πιὸ καθάρια καὶ διαφανής, πιὸ ἔντονη. Μᾶς συμβαίνει κάποτε νὰ περπατᾶμε νωρὶς τὸ πρωὶ σὲ μιὰ βουνοκορφή, πού, σταματώντας τὶς ἀκτίδες, ποὺ ἀκόμα χαμοφέγγουν, ὁροθετεῖ ἀνάμεσα σκιᾶς καὶ φωτός.

    Ἔτσι πορευόμαστε κι ἐμεῖς ἀνάμεσα βραδύνοντος θανάτου καὶ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ποὺ ἔρχεται. Στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς μας “μεταβεβήκαμε (ἤδη) ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν”. “Ξέρω πὼς δὲν θὰ πεθάνω”, ἔγραφε ἕνας Ἕλληνας μυστικὸς συγγραφέας τοῦ ἑνδέκατου αἰώνα, “γιατὶ νιώθω ὁλόκληρη τὴ ζωή, ποὺ ἀναβλύζει μέσα μου”. Ὅλα, καὶ τὶς αἰσθήσεις καὶ τοὺς λογισμούς μας, καὶ τὴν ὀδύνη καὶ τὴν εὐτυχία μας, καὶ τὴν ὑποδοχὴ προσώπων καὶ πραγμάτων, πρέπει νὰ τὰ αἰωροῦμε ἀσταμάτητα μέσα σ’ αὐτὸ τὸν ὠκεανὸ Φωτός, γιὰ νὰ μᾶς κατακλύσει, καὶ γιὰ ν’ ἀκτινοβολεῖ ἀπὸ μᾶς, ἀνάλαφρη καὶ δυνατή, ἡ χαρὰ τοῦ ὑπάρχειν…

    Μόνο μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀνάστασή μας ἐν Αὐτῷ μποροῦν νὰ ἀναφανοῦν ἄνθρωποι ἐλευθερωμένοι ἀπὸ τὸ θάνατο, ἱκανοὶ νὰ πραγματοποιοῦν μέσα στὴν ἱστορία ἀπελευθερωτικὰ κατορθώματα. νὰ τὴν καταχωροῦμε στὴν Ἱστορία. Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν ἅδη καὶ τὸ θάνατο ἀπαιτεῖ νὰ μαχόμαστε ἐνάντια σὲ ὅλες τὶς μορφὲς θανάτου, ἐνάντια στὰ πλαίσια τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς κοινωνίας, ἐνάντια στὴ φυσικὴ ἢ τὴν ἠθικὴ ὑποδούλωση, ἐνάντια στὴ μοναξιά, τὸ βασανισμό, τὴ δολοφονία καὶ τὴν αὐτοκτονία, ἐνάντια στὸ ψεῦδος καὶ τὴν ἐκλεπτυσμένη γοητεία τοῦ μηδενὸς καὶ τῆς ἀνυπαρξίας, ἐνάντια στὸ κάθετι ποὺ ἀποξηραίνει καὶ σκληραίνει ἐδῶ τὶς καρδιὲς καὶ ἀλλοῦ τὴ γῆ καὶ τὰ σώματα. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ τὶς ὁλοκληρωτικὲς οὐτοπίες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ Χριστιανοσύνη δὲν προφυλάχτηκε πάντα.

    Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Βασιλεία αὐτὴ ἀναδύεται ἤδη μέσα στὴν εἰρήνη, τὸ κάλλος καὶ τὴν ἀγάπη τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ τῆς θεωρίας, μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ τὶς ἀπογοητεύσεις καὶ τὶς πικρίες, ποὺ καθιστοῦν τὸν ἄνθρωπο κυνικὸ καὶ σκληρό. Τίποτα δὲν εἶναι περισσότερο δημιουργὸ ἱστορίας ἀγαθῆς ἀπὸ τὸ μυστήριο τοῦ Πάσχα (καὶ κατὰ συνέπεια ἀπὸ τὴν προσδοκία καὶ τὴν προβίωση τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ Χριστοῦ), ποὺ γίνεται τωρινὴ πραγματικότητα μέσα στὴν ἱκετήρια μεσιτεία τῶν μοναχῶν, ποὺ σκεπάζει τὸν κόσμο μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα ἀδελφότητας τῶν εὐχαριστιακῶν κοινοτήτων, τῶν ἀπαρχῶν αὐτῶν κοινωνικῆς ἐπανένωσης, ἐκεῖ ποὺ παντοῦ πληθύνονται τραγικὰ οἱ ἀθεράπευτες κοινωνικὲς πληγές, τὰ γκουλὰγκ ἢ οἱ ἀναίσθητες μεγαλουπόλεις, ἀλλὰ καὶ μέσα στὶς ὁράσεις τῶν προφητῶν, ποὺ βλέπουν νὰ ἀνατέλλει ἡ ζωή, μέσα στὴν ἤρεμη δύναμη τῶν “βασιλέων” ἐκείνων, ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν κοινωνία τῶν προσώπων καὶ τὸ κάλλος.

    Τὸ “μυστήριο τοῦ θυσιαστηρίου”, ἔλεγε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, εἶναι ἀξεχώριστο ἀπὸ τὸ “μυστήριο τοῦ ἀδελφοῦ”. Ἡ ἀληθινὴ “θεολογία τῆς ἀπελευθέρωσης” εἶναι θεολογία τοῦ Πάσχα⋅ ὄχι μονάχα ἕνας ἐπαναστατικὸς (καὶ πνευματικὸς ἐπίσης) συμβολισμὸς ἑνὸς λαοῦ, ποὺ ἀποσπᾶται ἀπὸ τὴν αἰγυπτιακὴ δουλεία, ἀλλὰ καὶ γονιμοποίηση τῆς ἱστορίας μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ περιλαμβάνει καὶ τὶς ἀπαραίτητες μορφὲς κοινωνικῆς ἀπελευθέρωσης, ἀλλὰ καὶ τὶς σχετικοποιεῖ καὶ τὶς ἐπαναπροσανατολίζει ὄχι πρὸς μιὰ ἱστορία ποὺ θὰ εἶναι σίγουρα ἐπιτυχὴς μέσα στὰ δικά της ὅρια, ἀλλὰ πρὸς τὴν ἔλευση τοῦ Κυρίου.

    Μόνο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀνάστασή μας ἐν Αὐτῷ μποροῦν νὰ μεταμορφώσουν στὰ μύχια της ψυχῆς μας τὸ μίσος σὲ ἐμπιστοσύνη καὶ νὰ κάνουν ὥστε νὰ ἀναφανοῦν ἄνθρωποι ἐλευθερωμένοι ἀπὸ τὸ θάνατο, τὸ θεμελιώδη, πνευματικὸ θάνατο, καὶ κατὰ συνέπεια ἱκανοὶ νὰ πραγματοποιοῦν μέσα στὴν ἱστορία ἀπελευθερωτικὰ κατορθώματα, ποὺ νὰ μὴν ὑποδουλώνουν τὸν ἄνθρωπο διαφορετικά, κατορθώματα ἀγάπης νοήμονος, μαχητικῆς καὶ δημιουργικῆς, ποὺ θὰ περιορίσουν καὶ ὕστερα θὰ μεταθέσουν στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀνθρώπου τὴ βία καὶ θὰ συντρίψουν τὰ αἴτια καὶ τὰ παράγωγά της. Ἴσαμε τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ πορευόμαστε μέσα στὴ σποδὸ τοῦ θανάτου, ἀλλὰ τὸ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀνάστασης —ἂν τὸ ἀφήσουμε νὰ μᾶς διαπεράσει— διασκορπίζει κάποτε καὶ διαλύει τὴ σποδὸ τούτη γιὰ νὰ μᾶς ἀποκαλύψει τοὺς ἀπαστράπτοντες πολύτιμους λίθους τῆς Πασχάλιας Πολιτείας, ὅπου ἐπὶ τέλους ὁ θάνατος ἀποκαλύπτεται νεκρὸς καὶ ὁ κόσμος φανερώνεται μεταμορφωμένος.

  • «Το πράσινο βότσαλο»

    Το παρακάτω κείμενο είναι μια μικρή ιστορία μυθοπλασίας βασισμένη στις μαρτυρίες των παιδιών που έζησαν την Καταστροφή του 1922.

    «Το πράσινο βότσαλο»
    Ο μικρός Ανέστης δεν άφησε ποτέ το χέρι της μητέρας του. Όχι, γιατί φοβόταν το σκοτάδι, αλλά γιατί φοβόταν τον θόρυβο. Στην προκυμαία της Σμύρνης, ο θόρυβος δεν ήταν πια τραγούδια και φωνές εμπόρων ήταν ένας βρυχηθμός από φωτιά, σίδερο και ανθρώπινη απόγνωση.
    Στην τσέπη του παντελονιού του, που είχε λερωθεί από τη στάχτη, έσφιγγε έναν θησαυρό: ένα πράσινο γυάλινο βότσαλο που είχε βρει στην παραλία. Ήταν το μόνο πράγμα που πρόλαβε να πάρει από το σπίτι, όταν η μαμά του τον τράβηξε από το τραπέζι του φαγητού, αφήνοντας πίσω τα πιάτα με το κατσικάκι στο φούρνο, με πατάτες.
    Πέρασαν τρεις ημέρες κρυμμένοι σε σπίτια εγκαταλειμμένα, πριν φθάσουν στην Προκυμαία μετά από φρικτή ταλαιπωρία.
    «Κλείσε τα μάτια, Ανέστη», του ψιθύριζε εκείνη, καθώς προσπαθούσαν να βρουν μια θέση σε μια βάρκα που έμπαζε νερά. «Μην κοιτάς πίσω. Κοίτα μόνο τη θάλασσα».
    Αλλά πώς να μην κοιτάξεις; Ο ουρανός είχε γίνει πορτοκαλί, λες και ο ήλιος αποφάσισε να μη δύσει ποτέ, αλλά να κάψει την πόλη τους. Ο Ανέστης ένιωθε τη κάψα στην πλάτη του, ακόμα κι όταν έβρεχαν τα ρούχα τους με θαλασσινό νερό. Γύρω του, άλλα παιδιά έκλαιγαν βουβά, με τα πρόσωπα μαύρα κατράμι από την κάπνα, κρατώντας σφιχτά κουρέλια ή το ιδρωμένο χέρι της μάνας τους.
    Όταν η παλαιά κουρίτα, μια υπεραιωνόβια ψαρόβαρκα, με επίπεδο πυθμένα άρχισε να απομακρύνεται, ο Ανέστης έβγαλε το βότσαλο από την τσέπη του. Το σήκωσε ψηλά, μπροστά στο φως της μεγάλης πυρκαγιάς. Για μια στιγμή, το πράσινο πέτρωμα έλαμψε παράξενα.
    «Μαμά», είπε με φωνή που έτρεμε, «Αν θα το ρίξουμε στο Αιγαίο πέλαγος, εκεί που θα βρεθούμε στην Ελλάδα; Θα μας βγάλει πάλι τη Σμύρνη μας εκεί;»
    Η μητέρα του δεν απάντησε. Τον έσφιξε μόνο πιο δυνατά στην αγκαλιά της, κρύβοντας το πρόσωπό της στα μαλλιά του που μύριζαν καπνό και αλμύρα. Η Κουρίτα με το όνομα «Ιωνία» έσκισε το νερό, αφήνοντας πίσω της μια πόλη που έσβηνε. Λίγα πλοία τους δέχτηκαν, μεταφέροντας χιλιάδες γυναίκες και παιδιά που, μέσα στις τσέπες τους, κουβαλούσαν τον σπόρο μιας νέας ζωής, ποτισμένο με το πιο πικρό δάκρυ του κόσμου.

    Μια λαοθάλασσα από ανθρώπινα ράκη. Χιλιάδες παιδιά, σαν κι αυτόν, στέκονταν στις αποβάθρες με το βλέμμα χαμένο στο κενό. Πολλά από αυτά ήταν μόνα τους. Κρατούσαν σφιχτά το ένα το χέρι του άλλου, σχηματίζοντας αλυσίδες ορφάνιας, περιμένοντας κάποιον να ρωτήσει το όνομά τους – ένα όνομα που συχνά είχε ξεχαστεί από το τραυματικό σοκ, μέσα στις φλόγες της Σμύρνης.
    Εκείνη την εποχή, υπολογίζεται ότι πάνω από 100.000 παιδιά έφτασαν στην Ελλάδα χωρίς γονείς. Ήταν τα «παιδιά του πολέμου», θύματα μιας βίας που δεν μπορούσαν να καταλάβουν.
    «Μείνε κοντά μου», του έλεγε η μητέρα του, καθώς περνούσαν ανάμεσα από τις σκηνές της Περίθαλψης. Ο Ανέστης έβλεπε τις κυρίες του Ερυθρού Σταυρού και τους εθελοντές της Near East Relief να μοιράζουν γάλα και να καταγράφουν ονόματα σε μεγάλα κατάστιχα.
    «Πού πάνε αυτά τα παιδιά, μαμά;» ρώτησε ο Ανέστης, δείχνοντας μια ομάδα αγοριών που τα επιβίβαζαν σε φορτηγά.
    «Σε ορφανοτροφεία, παιδί μου… Εκεί θα έχουν ένα κρεβάτι και ένα σχολείο», απάντησε εκείνη με φωνή πνιχτή.
    Πράγματι, μεγάλα κτίρια και παλάτια, όπως το Αχίλλειον στην Κέρκυρα, μετατράπηκαν σε καταφύγια. Εκεί, τα ορφανά της Μικράς Ασίας μάθαιναν τέχνες – ξυλουργική, ραπτική, υποδηματοποιία– για να μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους σε μια πατρίδα που πάσχιζε να τα χωρέσει όλα.
    Ο Ανέστης έβγαλε το πράσινο βότσαλο από την τσέπη του. Το κοίταξε προσεκτικά. Δεν είχε πια τη λάμψη της φωτιάς, αλλά το φως του αττικού ήλιου το έκανε να μοιάζει με αληθινό σμαράγδι.
    «Δεν θα το ρίξω στη θάλασσα, μαμά», ψιθύρισε. «Θα το κρατήσω. Θα το δείξω στα παιδιά που δεν έχουν κανέναν. Θα τους πω ότι είναι ένα κομμάτι από το φως της Σμύρνης, για να μην ξεχάσουν από πού ήρθαμε».
    Η μητέρα του χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από μέρες. Κατάλαβε ότι ο σπόρος που κουβαλούσε ο γιος της στην τσέπη του δεν ήταν μόνο μια πέτρα, αλλά η ίδια η συλλογική μνήμη που θα κρατούσε ζωντανή την Ιωνία μέσα στις γειτονιές της νέας τους ζωής.
    Η εγκατάσταση στην Κοκκινιά δεν θύμιζε σε τίποτα τα αρχοντικά της Σμύρνης. Η «κάμαρά» τους ήταν μια πρόχειρη παράγκα φτιαγμένη από σανίδες και τσίγκους, που έσταζε όταν έβρεχε και έβραζε όταν ο ήλιος χτυπούσε τη στέγη. Όμως ο Ανέστης δεν ήταν μόνος. Είχε τη μητέρα του, που δούλευε μέρα-νύχτα στα κλωστήρια για ένα κομμάτι ψωμί.
    Κάθε απόγευμα, ο Ανέστης την περίμενε στη γωνία του δρόμου. Δεν ήταν ορφανό, αλλά ένιωθε το βάρος της ευθύνης ενός μεγάλου άντρα στους μικρούς του ώμους.
    «Εμείς έχουμε ο ένας τον άλλον. Αυτό είναι το μεγαλύτερο κάστρο μας», του έλεγε εκείνη, χαϊδεύοντας τα μαλλιά του.
    Ο Ανέστης ένιωσε μια βαθιά ανάγκη να μοιραστεί την τύχη του. Την επόμενη μέρα, στάθηκε έξω από την περίφραξη ενός πρόχειρου ορφανοτροφείου που είχε στηθεί σε ένα παλιό σχολείο. Εκεί είδε ένα αγόρι, τον μικρό Λευτέρη, που καθόταν μόνο του στο χώμα.
    Ο Ανέστης πλησίασε και έβγαλε το πράσινο βότσαλο από την τσέπη του. Το ακούμπησε πάνω στο πέτρινο φράχτη.
    «Δεν είναι για να το κρατήσεις», του είπε σιγανά, «είναι για να το κοιτάξεις. Αν δεις μέσα από τις γραμμές του πράσινου βότσαλου θα δεις το δρόμο για το σπίτι σου, κοίτα πως ξετυλίγονται σαν ποτάμια οι δρόμοι και τα σοκάκια…ο κόσμος δεν φαίνεται πια γκρίζος. Φαίνεται σαν τους μπαχτσέδες που είχαμε στη Σμύρνη».
    Ο Λευτέρης σήκωσε το κεφάλι. Για μια στιγμή, η αύρα της χαμένης πατρίδας πέρασε ανάμεσα από τα κάγκελα του φράκτη. Ο Ανέστης, παρόλο που πεινούσε και ο ίδιος, ένιωσε πλούσιος. Κατάλαβε ότι το να έχεις τη μάνα σου δίπλα σου ήταν το μεγαλύτερο εφόδιο για να βοηθήσεις εκείνους που η μοίρα τους είχε αφήσει ολομόναχους μέσα στα συντρίμμια του ’22.
    Η ζωή στις λάσπες της Κοκκινιάς κυλούσε με το βότσαλο να αλλάζει χέρια, σαν ένα φυλαχτό που ξόρκιζε την πείνα. Ο Ανέστης μεγάλωνε απότομα. Η μητέρα του, λυγισμένη από την υγρασία της παράγκας και την εξαντλητική δουλειά στον αργαλειό, άρχισε να “σβήνει” σαν το κερί που σώνεται. Τα μάτια της, που κάποτε καθρέφτιζαν το γαλάζιο του Αιγαίου, τώρα κοίταζαν μόνο την οροφή.

    Ο χειμώνας του 1924 ήταν ο πιο βαρύς. Ο Ανέστης, δεκατριών χρονών πια, γύρισε μια νύχτα από το λιμάνι όπου ξεφόρτωνε καφάσια, με τα χέρια του παγωμένα και την ψυχή του βαριά. Στην παράγκα επικρατούσε μια παράξενη ησυχία. Το καντήλι είχε σβήσει.
    Πλησίασε το κρεβάτι. Η μητέρα του ήταν ακίνητη. Το χέρι της, εκείνο το χέρι που δεν είχε αφήσει ποτέ στην προκυμαία της Σμύρνης, ήταν τώρα κρύο και άψυχο. Η καρδιά της δεν άντεξε, έτσι απλά έσβησε σαν κεράκι στον ύπνο της. Ο Ανέστης δεν ούρλιαξε. Ένιωσε μόνο ένα τεράστιο κενό να ανοίγει κάτω από τα πόδια του, πιο βαθύ από τη θάλασσα που τους έφερε εδώ.
    Έβγαλε το πράσινο βότσαλο από την τσέπη του. Το ακούμπησε στην παλάμη της, κλείνοντας τα δάχτυλά της γύρω του.
    «Πάρ’ το μαζί σου, μαμά», ψιθύρισε με τη φωνή του να σπάει. «Για να βρεις τον δρόμο πίσω στο σπίτι μας. Για να μη φοβάσαι το σκοτάδι εκεί που πας».
    Την επόμενη μέρα, ο Ανέστης στάθηκε μόνος πάνω από μια τρύπα στο χώμα. Γύρω του, άλλοι πρόσφυγες έθαβαν τους δικούς τους, θύματα της κακουχίας που ήρθε να ολοκληρώσει ό,τι άφησε η φωτιά. Ο μικρός Λευτέρης, το ορφανό από το φράχτη, ήρθε και στάθηκε δίπλα του. Του έπιασε το χέρι – με τον ίδιο τρόπο που το έκανε η μάνα του.
    Ο Ανέστης κατάλαβε τότε την πικρή αλήθεια. Τα παιδιά της Μικράς Ασίας δεν ήταν μόνο θύματα του πολέμου επειδή έχασαν την πατρίδα τους· ήταν θύματα γιατί έπρεπε να γίνουν οι γονείς του εαυτού τους, να θάψουν την παιδικότητά τους μαζί με τους νεκρούς τους και να χτίσουν μια νέα χώρα πάνω σε τάφους και στάχτες.
    Κοίταξε τον ουρανό. Δεν είχε πια εκείνο το πορτοκαλί της πυρκαγιάς, αλλά ένα γκρίζο, αμείλικτο χρώμα. Η Σμύρνη για εκείνον δεν θα ρίζωνε ποτέ στην Ελλάδα, όπως ήλπιζε κάποτε. Θα έμενε μόνο σαν μια κρύα πέτρα στην καρδιά του, ένα γυάλινο βότσαλο που θα τον πλήγωνε κάθε φορά που θα προσπαθούσε να θυμηθεί τη μυρωδιά από το κατσικάκι στον φούρνο, την μυρωδιά της μάνας και τη ζεστή αγκαλιά που πλέον ήταν χώμα.

    Ο χρόνος είναι ο πιο επιδέξιος γιατρός, αλλά στην περίπτωση του Ανέστη, ήταν ένας γιατρός που άφηνε μεγάλες ουλές. Τα χρόνια πέρασαν, η παράγκα έδωσε τη θέση της σε ένα πλινθόκτιστο σπίτι με κεραμίδια και ο Ανέστης έγινε ένας άντρας με πρόσωπο σκαμμένο από τη βιοπάλη, αλλά με μάτια που καθάρισαν από την κάπνα.
    Παντρεύτηκε, έκανε παιδιά και εγγόνια. Το τραύμα του ’22 δεν έφυγε, αλλά «κάθισε» βαθιά μέσα του, όπως κατακάθεται η λάσπη στον βυθό μιας λίμνης και αφήνει το νερό από πάνω να φαίνεται διαυγές. Η ζωή νίκησε τον θάνατο, όπως συμβαίνει πάντα.
    Χρόνια πέρασαν. Το τραύμα δεν έφυγε ποτέ.
    Απλώς «κατακάθισε» — σαν λάσπη στον βυθό μιας λίμνης. Στο εικονοστάσι του, δίπλα στις παλιές φωτογραφίες των γονιών του, δεν είχε μόνο το καντήλι. Είχε και εκείνο το μικρό ξύλινο κουτί. Δεν υπήρχε τίποτα μέσα, μόνο λίγη παλιά δαντέλα. Κι ένα κενό. Ένα κενό που ήξερε το σχήμα μιας πέτρας. Όταν τα εγγόνια του τον ρωτούσαν:
    «Παππού, τι έχει μέσα;» Εκείνος άνοιγε το κουτί αργά. Τα παιδιά κοίταζαν απορημένα. «Τίποτα…» έλεγε σιγανά.
    Ύστερα σήκωνε το βλέμμα. «Εκεί είναι η Σμύρνη μας».
    Δεν μιλούσε για φωτιά. Δεν μιλούσε για τον θόρυβο. Μιλούσε για τη θάλασσα.
    Για την προκυμαία που έλαμπε τα βράδια. Για τους μπαχτσέδες που μύριζαν βασιλικό. Γιατί είχε μάθει πια κάτι που δεν γράφεται εύκολα:
    Πως η πατρίδα δεν είναι αυτό που κρατάς. Είναι αυτό που σου λείπει.
    Και αυτό που, όσο κι αν το έχασες, βρίσκει τρόπο να σε χτίζει από την αρχή.

    Ο Ανέστης δεν ξέχασε. Απλώς έμαθε να θυμάται χωρίς να πονάει. Γιατί τα παιδιά της Μικράς Ασίας, μέσα από τη δική τους τραγωδία, έγιναν οι ρίζες μιας νέας Ελλάδας που, παρά τις πληγές της, κατάφερε να ανθίσει ξανά.

    A.Sfirakisart
    https://asfirakisart.com/