[…]Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς, καμιά φωτιά στην κορυφή τους. βραδιάζει. . Κράτησα τη ζωή μου. στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή. . Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της. Ανεβαίνω τα βουνά. μελανιασμένες λαγκαδιές. o χιονι- σμένος κάμπος, ως πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια μήτε τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι’ οι δρόμοι. . Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ. ψίθυροι σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια σαν την ανάμνηση, της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία». . Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλει- στά πηγάδια ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες πού μου ξεφεύγουν εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι’ αυτός ό άνθρωπος πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής. . Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού σ’ αγγίζει στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτε- ρά του, δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα. . Ό δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν εκείνους πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους, όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί πού στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου, ό δρόμος δεν έχει αλλαγή. κράτησα τη ζωή μου. Το χιόνι και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.
Γιώργος Σεφέρης, Τετράδιο Γυμνασμάτων-Σχέδια για ένα καλοκαίρι
Οι κακουχίες της μικρασιατικής εκστρατείας και ο νόστος πατρίδος και οικογένειας που έμειναν πίσω, άφηναν πιο έντονο αποτύπωμα στην ψυχή τους τις εορταστικές περιόδους και φόρτιζαν συναισθηματικά το στράτευμα. Για την την εξύψωση του ηθικού των ηρωικών στρατιωτών μας, η Διοίκηση φρόντιζε για τον εορτασμό των θρησκευτικών εορτών. Ιδιαίτερα δε για την περίοδο του Πάσχα, στα στρατόπεδα τελούσαν την αναστάσιμη λειτουργία και οργάνωναν γλέντι με το παραδοσιακό σούβλισμα του οβελία. Υπάρχουν αναφορές για τον τρόπο που περνούσαν το Πάσχα στα βάθη της Ανατολής μέσω γραπτών μαρτυριών των στρατιωτών. Περιγράφουν το γλέντι της Λαμπρής, τη μελαγχολία, που τους προκαλούσε η απουσία των αγαπημένων προσώπων. Στην Ανάσταση, οι στρατιώτες συνήθιζαν να πυροβολούν στον αέρα. Ακολουθούσε τραπέζι με μαγειρίτσα και κρασί. Κόκκινα αβγά διανέμονταν στους φαντάρους. Οι αξιωματικοί όλων των βαθμών γιόρταζαν μαζί με το στράτευμα και αντάλλασσαν αστεία και πειράγματα.
(…) Σ’ ένα λόχο βλέπουμε ένα πελώριο τσολιά κατασκευασμένο από πηλό. Ακουμπά ντερμπεντεροειδώς το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Και γύρω με πετραδάκια η επιγραφή αυτή: «Ουρέ πιδγιά, ου Μήτρος ου Κουρνόγιαλλος σας φκιέτε Χ’στός Άνέστι». Ο Μέραρχος Μανέτας χτυπά τ’ αυγό με τούς τσολιάδες, σ’ όλους τούς λόχους. Σ’ ένα λόχο, ό τσολιάς, σπάνοντας τ’ αυγό του Μεράρχου, τού λέγει θριαμβικά: — Στό ’σπασα κύρ Μέραρχε. — Ποιας κλάσεως είσαι; — Του 14 — Γερή κλάσις γερό αυγό, απαντά γελώντας ο Μέραρχος.
Και παντού το τραγούδι. Όλα τα κλέφτικα τραγούδια εδώ. Ό άρματωλισμός, τραγουδισμένος, υμνολογούμενος από τούς ηρωικούς τσολιάδες τού Πλαστήρα. Όλοι οι θρύλοι και οι παραδόσεις τής Ρούμελης εδώ. (Κώστας Μισαηλίδης, Πολεμικά φύλλα από την Μικρασιατικήν Εκστρατεία, T.1, Αθήναι, 1923) (…)
Ελληνοχώρι, Μάρτιος 1920. «την Μεγάλην Εβδομάδα ευρισκόμεθα εις Ελληνοχώρι (Παπασλί) όπου ην και εκκλησία, το δε Μέγα Σάββατον έλαβον γράμμα ότι απεβίωσεν ο παππούς μου (Γέρο Γιάννης). Την ημέραν του Πάσχα έβαλον τα Πεδινά τα ευρισκόμενα εις (Μοντεβελί) όπου ήτο και ο Ανθυπολοχαγός (Αμουντζάς) τα δε δικά μας τα ανεβάσας στο Παπασλί, στη ράχη. Εις τα 30 του ιδίου έφυγον 90 άνδρες Παπασλιώτες δια στρατιώτες, ημείς δε όλο χορό και γλέντι το είχαμε. (Γιάννης Κουτσονικόλας, Απ’ την Αράχωβα στα κράσπεδα της Άγκυρας, ημερολόγιο εκστρατείας 1919-1922, Αθήνα, 2008)
Απρίλιος 1 [1922]. Την νύκταν της μεγάλης Παρασκευής απ’ όλα τα Αντίσκηνα ακούονται ψαλμωδίαι και καθένας λέγει ό,τι ξεύρει από τον επιτάφιον θρήνον. Η ωδή «Αι γεννεαί πάσαι» γεμίζει την ατμόσφαιραν και μας κάνει να αναπολήσωμεν τα μικρά μας χρόνια που το εψάλλομεν εν χωρώ εις την εκκλησίαν της πατρίδος μας. Ενθυμούμεθα κατόπιν τας οικογενείας μας και μαζί με τον θρήνον που αναπέμπονες δι’ Εκείνον, αναμιγνύομεν και τον θρήνον της ψυχής μας δια την στέρησιν των φιλτάτων μας. (Σταύρος Χριστοδουλίδης, Ημερολόγιον Εκστρατείας Μικράς Ασίας. Αθήνα, 2005).
Στις σελίδες των ημερολογίων οι στρατιώτες καταγράφουν τα συναισθήματά τους, αναπολούν την ειρηνική ζωή, θυμούνται τους οικείους τους και αποτυπώνουν με γλαφυρό τρόπο την καθημερινότητα.
Σμύρνη, καλοκαίρι του 1921 — μήνας Ιούλιος, με το παλιό ημερολόγιο να βαδίζει ήσυχα προς του Προφήτη Ηλία.
Το νυχτολούλουδο.
Κρυμμένο πίσω από χαμηλούς μαντρότοιχους ασβεστωμένους, δίπλα σε πινακωτές και μουσλούκια που έσταζαν ακόμη νερό από το βραδινό πλύσιμο, το φυτό στεκόταν σαν να ήξερε. Όλη μέρα σιωπηλό, σχεδόν αδιάφορο, με τα φύλλα του να γυαλίζουν κάτω από τον ήλιο της Σμύρνης, σαν γιαλαντζή πρασινάδα — μα τη νύχτα… τη νύχτα άλλαζε. Άνοιγε. Και μαζί του άνοιγε κι η μνήμη. Από τα στενά σοκάκια της Αγίας Φωτεινής ως το “Και”, περνούσε το κουβεντολόι των γυναικών, τα γέλια των κοριτσιών, το σούρσιμο από τα τσόκαρα της νένε Μαρούλας που έβγαινε να δροσίσει το κατώφλι. Κι εκεί, ανάμεσα σε λόγια και σιωπές, ερχόταν το άρωμα του νυχτολούλουδου και τύλιγε τα πάντα.
Όταν έπεφτε η νύχτα και το μαϊστράλι κατέβαινε από τα υψώματα, περνώντας μέσα από τις αυλές του Απάνω Μαχαλά, υπήρχε ένα άρωμα που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Δεν ήταν γιασεμί, δεν ήταν βασιλικός· ήταν κάτι πιο βαθύ, πιο μυστικό. Ένα άρωμα που δεν ζητούσε να το βρεις — σε έβρισκε εκείνο.
είπε η Αρπινέ, η Αρμένισσα, από την διπλανή αυλή, ακουμπώντας στο περβάζι, σαν να ’θελε να κρατήσει τη μυρωδιά μέσα στις παλάμες της.
Η Σμαρώ χαμογελούσε χωρίς να απαντά. Γιατί το νυχτολούλουδο δεν ήταν μόνο λουλούδι. Ήταν σαν μυστικό μπαχαρικό.Ήταν εκείνες οι νύχτες που οι άντρες άργούν να γυρίσουν από τις λέσχες και τα καφενεία, που τα παιδιά αποκοιμούνται πάνω σε σελτέδες και αγκαλιές, που το φως της γκαζόλαμπας τρέμει σαν φυλλοκάρδι που φοβάται.
Ήταν τα ανείπωτα, τα καταχωνιασμένα ψημίθια της ψυχής. Όσα δεν τολμούσε η μέρα να φανερώσει.Κι εκείνη τη νύχτα, λίγο πριν σβήσει η πόλη μέσα στον ύπνο της, το άρωμα έγινε πιο δυνατό. Σαν προσευχή. Αυτή την προσευχή άκουσε η Αρπινέ… η γειτόνισσα με το φως.
Η Αρπινέ δεν ήταν από τις γυναίκες που έκαναν σαματά. Δεν θα την άκουγες ποτέ να γελά δυνατά στα σοκάκια, ούτε να μπλέκεται στο λακιρντί της γειτονιάς. Κι όμως, όλοι την ήξεραν. Ήταν εκείνη που άνοιγε το παράθυρό της λίγο πριν νυχτώσει. Εκείνη που άφηνε πάντα ένα μικρό καντήλι να καίει, που μύριζε πρώτη το νυχτολούλουδο. Το σπίτι της ήταν κολλητά στης Σμαρώς. Ένα παλιό αρμενίτικο αρχοντόσπιτο, με ξύλινα παραθυρόφυλλα και μια αυλή μικρή, μα περιποιημένη — με δυο γλάστρες βασιλικό, μια λεμονιά που δεν έδινε πολλά.
Κάποτε, πριν χρόνια, είχε φτάσει στη Σμύρνη μ’ ένα ανώνυμο καράβι που μονάχα μαύρο καπνό έβγαζε. Δεν είχε μαζί της πολλά — ένα μπαούλο, ένα μαντήλι κεντημένο, και μια μικρή εικόνα που δεν έδειχνε ούτε Παναγία ούτε άγιο που γνώριζαν οι άλλοι. Μα είχε βλέμμα. Βλέμμα που είχε δει πολλά.
Η νένε Μαρούλα έλεγε ψιθυριστά: «Αυτή, παιδί μ’, κουβαλάει νταλκά μεγάλο… δεν είναι τσι χαράς.»
Κι όμως, η Αρπινέ δεν μιλούσε για πόνο. Μιλούσε με μυρωδιές. Όλη μέρα κρύβονταν στο σπίτι της και το βράδυ έβγαινε στο παραθύρι. Γι’αυτό ήταν άσπρη σαν το γάλα. Που να την βρει ο ήλιος! Σαν το νυχτολούλουδο… όλη μέρα κρύβονταν σε απάνεμο σημείο της αυλής και κάθε βράδυ, σαν έπεφτε η νύχτα το Cestrum nocturnum άνοιγε τα άνθη του.
Η Αρμένισσα κυρά έβγαινε στο παραθύρι, ακουμπούσε τα χέρια της στο ξύλο, έσκυβε ελαφρά και έκλεινε τα μάτια.
— «Άχ… ίντς σιρούν χοτ ունί…» ψιθύριζε.
Και για μια στιγμή, δεν ήταν πια στην Σμύρνη. Ήταν αλλού, σε άλλους μπαξέδες. Σε έναν κήπο δίχως λουλούδια και πουλιά. Σε έναν άδειο παράδεισο. Σε φωνές που έσβησαν. Σε ανθρώπους που δεν γύρισαν ποτέ. Η Σμαρώ την παρατηρούσε καμιά φορά, σιωπηλά. Δύο γυναίκες, από δυο διαφορετικούς κόσμους, δεμένες με κάτι που δεν χρειαζόταν λόγια.
Μια νύχτα, λοιπόν η Ερμαού — μικρή ακόμα — πλησίασε την κυρία Αρπινέ.«Γιατί μυρίζει μόνο τη νύχτα; ξέρετε κυρά μου;» τη ρώτησε για το λουλούδι.
Η Αρπινέ χαμογέλασε κι ύστερα είπε:
«Βοροβχετέβ, αγχίκ τζαν… τσερέκι μαρντίκ τσεν λσούμ… γκισέρι χογίν ε λσούμ…»(Vorovhetev… tsereky mardik chen lsum. Gishery… hogin e lsum.)«Γιατί… τη μέρα οι άνθρωποι κορίτσι μου δεν ακούν. Τη νύχτα… ακούει η ψυχή.»
Γύρισε το βλέμμα της προς τον ουρανό. Το κιρμιζί του ουρανού είχε αρχίσει να σβήνει. «Ό,τι φύγει… δεν χάνεται,» είπε.«Μόνο… αλλάζει τόπο.»
Και το άρωμα απλώθηκε ξανά. Πιο δυνατό. Πιο βαθύ. Η μικρή Ερμαού, σήκωσε το κεφάλι της , μύρισε τον αέρα και για μια στιγμή —μόνο μια— ένιωσε πως όλη η Σμύρνη, με τα σπίτια της, τις αυλές της, τους μαχαλάδες, τις φωνές και τους αμανέδες της, είχε χωρέσει μέσα σ’ εκείνο το άρωμα.
Το νυχτολούλουδο άνθιζε. Και η πόλη… ανέπνεε βαριά για τελευταία φορά σαν όνειρο.
CESTRUM NOCTURNUM……
ψιθύρισε κάποτε -ο Γάλλος καθηγητής τής μεγάλης αδελφής της Σοφίας- μεσιέ Λοράν, με εκείνη τη βαριά γαλλική προφορά που έμοιαζε να σπάει τις λέξεις σαν μικρά, ευγενικά κομμάτια από παστέλι.
«Σεστρ…ουμ Νοκτούρνουμ…» επανέλαβε η Σοφούλα διστακτικά, λες και δοκίμαζε ξένη γεύση στο στόμα της. Μαύρη σοκολάτα με μια νότα κιτρολέμονο και πετιμέζι.
Η Σμαρώ, από την πόρτα του σαλονιού, χαμογελασε.«Εμείς, κοκόνα μ’, πες του προφέσορα, νυχτολούλουδο το λέμε… κι ας είναι πιο φτωχό τ’ όνομα. Μα η μυρουδιά του… πλούτος!»
«Ουί μαντάμ, καταλαβαίνω jasmin de nuit» (ζασμέν ντε νυί)», ψιθύρισε δειλά ο μεσιέ Λοράν. «Γιασεμί της νύχτας το λέμε! Αν και εμείς οι Γάλλοι γμωρίζουμε από φίνα αρώματα, αυτό το λουλούδι δεν αποστάζεται εύκολα. Δημιουργούμε απλά ένα «accord de jasmin de nuit» μια συμφωνία νυχτερινού γιασεμιού. Αναπαράγουμε δηλαδή το άρωμά του, με συνδυασμούς άλλων υλικών, όπως γιασεμί, τουμπερόζα, άνθη πορτοκαλιάς,βανίλια ή μπαχαρικά. Αλλά και πάλι, επαναλαμβάνω είναι μοναχά ή καλλιτεχνική απόδοση του, όχι καθαρό εκχύλισμα. Ce parfum… ce n’est pas un parfum que l’on met en flacon…»
— «Αυτό το άρωμα… δεν μπαίνει σε μπουκάλι…»
Και πράγματι —το νυχτολούλουδο δεν φοριέται. Σε βρίσκει. Εκείνη τη νύχτα, το Cestrum nocturnum είχε ξεχυθεί σαν αόρατο κύμα σε όλη την αυλή. Πέρασε πάνω από τη μαρκετερί καρέκλα, γλίστρησε πάνω από το τραπέζι με τα φλιτζάνια του καφέ, πάνω από τα πλήκτρα του πιάνου σκορπώντας δυό τρείς βαριές νότες, τύλιξε τα εικόνισματα στο εικονοστάσι, και στάθηκε για λίγο πάνω στο πρόσωπο της μικρής Ερμαούς που πια κοιμόταν. Σαν να την φύλαγε, να της μιλούσε.
Ο αέρας κουβαλούσε κι άλλες μυρωδιές — λίγο πεσκέσι από κύμινο και κανέλα που είχε μείνει από το βραδινό, λίγη υγρασία από το μουσλούκι, λίγο χώμα από τον κήπο. Μα όλα υποχωρούσαν μπροστά στο νυχτολούλουδο. Γιατί εκείνο δεν ήταν απλώς άρωμα.Ήταν ανάμνηση πριν ακόμη γίνει.
«Ξέρεις τι λένε;» είπε χαμηλόφωνα η νένε Μαρούλα, καθισμένη στον σελτέ, πλέκοντας μια δαντέλα στο μισοσκόταδο. «Όποιος μυρίσει το νυχτολούλουδο σε νύχτα βαριά… κάτι θα χάσει και κάτι θα κρατήσει για πάντα…»
Η Σοφούλα ανατρίχιασε: «Παραμύθια…»Μα η φωνή της δεν είχε σιγουριά.
Από μακριά, έφτανε ένας αχνός ήχος — κάποιο τραγούδι, ίσως από κανένα καφέ-αμάν, σπασμένο από τον αέρα. Κι ανάμεσα στις νότες, πάλι εκείνο το άρωμα. Πιο έντονο τώρα. Πιο πεισματάρικο. Σαν επιμονή. Σαν να ήξερε πως όλα τ’ άλλα θα έφευγαν.
Η Σμαρώ κοίταξε τον ουρανό. Ένα ίχνος κοκκινίλας είχε απομείνει δεξιά χαμηλά, σαν υπογραφή βυζαντινή ενός αγιογράφου, σαν πληγή που δεν έκλεινε.
«Θα περάσει…» ψιθύρισε, μα δεν ήξερε αν το έλεγε για τη νύχτα ή για κάτι άλλο.
Και το Cestrum nocturnum συνέχισε να ανθίζει τα βράδια. Σιωπηλά. Ακούραστα. Σαν μάρτυρας ή σαν προφήτης…
💮💮💮
Γλωσσάρι:
Αμανές:Ανατολίτικο, αυτοσχεδιαστικό τραγούδι με παράπονο και λυγμό. Φωνή της ψυχής.
Γιαλαντζής:Κάτι ψεύτικο, επιφανειακό ή «για τα μάτια». Από το τουρκικό yalancı (ψεύτης).
Λακιρντί:Κουβέντα, φλυαρία, συχνά με χιούμορ ή πείραγμα. Από το τουρκικό lakırdı.
Μαχαλάς:Γειτονιά, συνοικία.
Μαϊστράλι:Καλοκαιρινός βορειοδυτικός άνεμος που φέρνει δροσιά. Σημάδι εποχής και ώρας.
Μπαξές:Κήπος, περιβόλι, συχνά γεμάτος μυρωδιές και καρπούς. Από το τουρκικό bahçe.
Νταλκάς:Βαθύς καημός, εσωτερικός πόνος ή ανεκπλήρωτος πόθος.
Μουσλούκι: μικρή βρύση/δοχείο νερού στην αυλή.
Ντεμέκ: τάχα, δήθεν (τουρκικής προέλευσης).
Πινακωτή:Ξύλινη σκάφη όπου αφήνουν το ζυμάρι να «φουσκώσει» πριν το ψήσιμο.
Κιρμιζί: βαθύ κόκκινο χρώμα.Σελτές: λεπτό στρωσίδι, καπιτονέ, για ύπνο ή κάθισμα.
Σε μια αυλή της Κορίνθου, γύρω στο εβδομήντα,το μεσημέρι άχνιζε ακόμη απ’ το φαΐ και ο ήλιος είχε κολλήσει στους ασβέστηδες. Η γη μύριζε χώμα, βασιλικό και πράσινο σαπούνι.
«Πρόσεχε!» φώναζε η γιαγιά απ’ το κατώφλι, με τη φωνή της βαριά σαν ψαλμός του Επιταφίου.
«Μην σκορπάς τα ψίχουλα στο πάτωμα. Είν’ αμαρτία».
Λίγο πιο πέρα, η μάνα μας —ίδια φωνή, άλλο σώμα ξερακιανό—επανέλαβε το ίδιο:
«Πρόσεχε.Το ψωμί δεν το πετάμε».
Κι αν έπεφτε έστω κι ένα ψίχουλο χάμω, σκύβαμε όλοι σχεδόν ασυναίσθητα.Το σηκώναμε με δυο δάχτυλα, σαν κάτι εύθραυστο, και πριν το βάλουμε στο στόματο φιλούσαμε. Όχι από συνήθεια. Από γνώση των προγόνων. Σαν να ασπαζόμασταν σώμα Θεού. Και ήταν. Ήταν ακριβώς αυτό.
🍞
Το ψωμί εκείνα τα χρόνια δεν ήταν απλώς τροφή. Ήταν μνήμη πείνας, ήχοι και μυρωδιά φούρνου τα χαράματα, κόπος που ίδρωνε στις παλάμες. Μάθαμε να σεβόμαστε το ψίχουλο. Όχι γιατί ήταν λίγο, αλλά γιατί ήταν όλο.!Κι έτσι μεγαλώσαμε. Σε αυλές με σκοινιά απλωμένα, με καρέκλες ψάθινες, με ένα τραπέζι πάντα λίγο φτωχό και πάντα γεμάτο.ωΜε ψωμί που πρώτα έθρεφε την ψυχή κι ύστερα το σώμα. Με ψωμί, που μας έμαθε να μη σκορπάμε ούτε το φαΐ ούτε τη ζωή.
Ψιχία για την ψυχή μας.
Τα πιο αναγκαία. Σε παλάμες μικρές, με ιδρώτα, χαμόμηλα και χώμα μαζί. Κερδισμένα μέρα τη μέρα. Ακριβότερα κι απ’ το χρυσάφι…
Τα «παρασόλια» (ομπρέλες ηλίου) της Σμύρνης αποτελούσαν χαρακτηριστικό γνώρισμα της κοσμοπολίτικης ζωής στην προκυμαία (το Και) και στα εξοχικά προάστια, όπως το Κορδελιό και το Κοκαργιαλί, όπου οι Σμυρνιοί απολάμβαναν τον «μυρωμένο γιαλό». Συμβόλιζαν την εκλεπτυσμένη τους καθημερινότητα πριν από το 1922.
Τα παρασόλια δεν ήταν μονάχα μια ομπρέλα για τον ήλιο. Ήταν σχεδόν προέκταση της κομψότητας των γυναικών της πόλης, ένα μικρό πολύχρωμο μυστικό που τις ακολουθούσε παντού, όπου κι αν τις έβγαζε ο δρόμος και η λιακάδα της Ιωνίας. Στο Και, την προκυμαία της Σμύρνης, εκεί που το κύμα χτυπούσε γλυκά τα σκαλιά και το μαϊστράλι δρόσιζε τον περίπατο, οι κυρίες του φραγκομαχαλά περπατούσαν αργά, σχεδόν τελετουργικά.
Στα χέρια τους κρατούσαν παρασόλια γκιουζέλ— άλλα δαντελωτά, άλλα μεταξωτά, άλλα βαμμένα με καλαίσθητα χρώματα, σαν τα λουλούδια του γκιουλ μπαξέ. Τα άνοιγαν με μια μικρή κίνηση του καρπού, σαν να άνοιγε άνθος στον ήλιο. Κι έτσι, κάτω από εκείνη τη μικρή σκιά, προχωρούσαν στο φως της προκυμαίας, ενώ οι περαστικοί έλεγαν χαμογελώντας:
«Να τις οι Σμυρνιές… με τα παρασόλια τους!»
Μα τα παρασόλια δεν έμεναν μονάχα στον περίπατο της θάλασσας. Τα έπαιρναν μαζί τους και στις εξοχές, όταν η πόλη άφηνε πίσω της τη σκόνη και κατέβαινε στον μυρωμένο γιαλό. Στο Κορδελιό, στο Κοκαργιαλί, στις αμμουδιές όπου γέλαγαν τα παιδιά και τραγουδούσαν οι παρέες. Κι ακόμη πιο πέρα — στις πηγές της Άρτεμης, εκεί που το νερό έβγαινε δροσερό μέσα από τη γη και οι πικροδάφνες έριχναν σκιά στο μονοπάτι. Εκεί, κάτω από τα πλατάνια, άνοιγαν πάλι τα παρασόλια, σαν μικρές πολύχρωμες σκηνές μέσα στο φως του μεσημεριού. Κάποτε τα έπαιρναν και στις βόλτες προς τον Μελή ποταμό, εκεί όπου οι παρέες έστρωναν τραπεζομάντηλα στο χορτάρι και δειπνούσαν όλοι μαζί και οι καρσιλαμάδες και οι μελωδικές φωνές ανακατεύονταν με τον ήχο του νερού που κυλούσε στο ποτάμι. Οι νεαρές γυναίκες καλοντυμένες με παριζιάνικα μοντελάκια και οι Νόνες τους μορφές βικτοριανής εποχής, κάθονταν λίγο πιο πέρα, με το παρασόλι τους μισάνοιχτο, και τις βεντάλιας στήνοντας σιγανό λακιρντί, σαν να κρατούσαν μέσα στη σκιά του ένα κομμάτι από την ευγένεια της παλιάς Σμύρνης.
Έτσι ήταν τα παρασόλια της μαργαριταρένιας πόλης, το στολίδι στα πλακόστρωτα των Μαχαλάδων. Στα καφενεία, στα ζαχαροπλαστεία στις μπυραρίες και τις λέσχες κυριών. Δεν τα αποχωρίζονταν εύκολα οι Σμυρνιές. Γιατί μέσα σε εκείνη τη μικρή σκιά κρυβόταν κάτι περισσότερο από προστασία από τον ήλιο. Κρυβόταν η χάρη της πόλης, η αρχοντιά της Ιωνίας, κι ένα άρωμα γιασεμιού που ανέβαινε από τα σοκάκια και έφτανε μέχρι τον περίπατο της θάλασσας. Κι όποιος θυμάται τη Σμύρνη πριν από τη φωτιά, θα θυμάται πάντα κι εκείνες τις σκιές από παρασόλια που άνθιζαν μέσα στο φως της προκυμαίας.
Ο Ευαγγελισμός στην Σμύρνη.Η προκυμαία της Σμύρνης, 25η Μαρτίου του 1920. Ο ήλιος έπεφτε πάνω στα νερά του κόλπου σαν λιωμένο μαλαματένιο φλουρί και το «Και» έσφυζε από κόσμο. Η γαλανόλευκη κυμάτιζε παντού, από τα κατάρτια των καϊκιών μέχρι τα μπαλκόνια των αρχοντικών. Ο ψαρα-Αντώνης, παλιός καραβοκύρης με το πρόσωπο σκαμμένο από την αρμύρα, στεκόταν έξω από το «Κράμερ», διορθώνοντας το φέσι του —που τώρα το φορούσε κάπως πιο παλληκαρίσια, λόγω των ημερών.— «Ε, ρε γλέντια, Παναγία μου! Κοίταξέ τους, Βαγγελάκη! Κοίτα πώς πατούν το πλακόστρωτο οι τσολιάδες μας!» φώναξε στον εγγονό του, που στεκόταν δίπλα του με μια μικρή σημαία στο χέρι.— «Παππού, γιατί κλαίνε οι κυρίες στα μπαλκόνια; Αφού γιορτάζουμε!» ρώτησε ο μικρός, κοιτάζοντας τις Σμυρνιές με τα δαντελένια παρασόλια που σκούπιζαν τα μάτια τους με τα μεταξωτά μαντήλια τους.— «Από τη χαρά είναι, Γιαβρι μου. Είναι που η Παναγιά μας έφερε το “Χαίρε” και η πατρίδα το “Ελευθερία”. Διπλή η χάρη σήμερα, διπλό και το δάκρυ. Άκου τις καμπάνες στην Αγιά-Φωτεινή… Σαν να μιλούν με τον Θεό είναι!»Εκείνη τη στιγμή, η αρχόντισσα η κυρά-Θεανώ, με το μεταξωτό της φουστάνι να θροΐζει, πλησίασε κρατώντας ένα δίσκο με μπακιρένια μπολ.— «Χρόνια πολλά, Ψαρα-Αντώνη! Να χαίρεσαι τον εγγονό σου! Βαγγελάκη, πάρε ένα λουκούμι τριαντάφυλλο να γλυκαθείς. Είπα στην ψυχοκόρη μου τη Μαριγώ να βάλει τον μπακαλιάρο σε νερό με ξύδι από νωρίς. Θα ‘ρθειτε το μεσημέρι, έτσι;»— «Να ‘σαι καλά, κυρά-Θεανώ. Θα ‘ρθουμε, πώς δεν θα ‘ρθουμε; Να τσουγκρίσουμε για την Πόλη, για τη λευτεριά και για τη Μεγαλόχαρη!» απάντησε ο γέρος, βγάζοντας το καπέλο του με σεβασμό.— «Μα την πίστη μου,» συνέχισε η Θεανώ χαμηλώνοντας τη φωνή, «έβλεπα τον Δεσπότη το πρωί στη λειτουργία… Έλαμπε το πρόσωπό του! “Ευαγγελίζου γη χαράν μεγάλην”, έψαλλε και νόμιζες πως άνοιξαν οι ουρανοί πάνω από τη Μπελαβίστα.»— «Είναι που φέτος το νιώθουμε στα έγκατα της ψυχής, κυρά μου,» μουρμούρισε ο Αντώνης. «Σαν να μας χάιδεψε ο άγγελος το μάγουλο. Ας ελπίσουμε πως τούτη η άνοιξη δεν θα τελειώσει ποτέ…να’ναι η Άνοιξη του ελληνισμού»Ο μικρός Βαγγελάκης δεν άκουγε τις ανησυχίες των μεγάλων. Κοιτούσε ένα ελληνικό αντιτορπιλικό που ήταν αγκυροβολημένο ανοιχτά και φάνταζε στα μάτια του σαν σιδερένιο κάστρο.— «Παππού, η Παναγίτσα προσέχει και τα βαπόρια μας;»— «Πρώτη και καλύτερη, αγόρι μου. Αυτή κρατάει το τιμόνι της Ρωμιοσύνης. Άιντε, κούνα τη σημαία σου ψηλά! Να τη δουν οι φαντάροι μας, να πάρουν κουράγιο!»Και η Σμύρνη εκείνη τη μέρα, ανάμεσα στις μυρωδιές από το τηγανητό ψάρι, την αρμύρα απ’τη θάλασσα και τους μεταλλικούς ήχους της μπάντας που παιάνιζε εμβατήρια, έμοιαζε με όνειρο άσβηστο. Μοσχοβολούσε λιβάνι και Άνοιξη αλμυρή που βγαίνει απ’ την θάλασσα. Ήταν ο δικός της Ευαγγελισμός, μια στιγμή που η γη και ο ουρανός γίνονταν ένα κάτω από το Ιωνικό φως. Ύστερα όλα σκόρπισαν στους τέσσερις ανέμους.Η Δραμουντάνα, ο Ζέφυρος, η Όστρια κι ο Λεβάντες. Προσφυγόπουλα ορφανά, σκασμένα από το κλάμμα, στην αγκαλιά της μάνας Ελλάδας βυζάξανε… πικρό το γάλα!…
1922 δυο χρόνια αργότερα……..
«Η ελληνική Σμύρνη έχει πια πεθάνει»
«Η φωτιά λυσσομανούσε όλη τη νύχτα. Το πύρινο τείχος, δύο μίλια μάκρος, όπου είκοσι ξεχωριστά ηφαίστεια με φλόγες που λυσσάνε τινάζουν ακανόνιστες τρεμουλιαστές γλώσσες τριάντα μέτρα ψηλά.
Η θάλασσα γυαλίζει μ’ ένα βαθύ χάλκινο χρώμα, και, το χειρότερο, από το πυκνό πλήθος, τους χιλιάδες πρόσφυγες που στριμώχνονται στη στενή προκυμαία, ανάμεσα στον πύρινο θάνατο που προχωρεί πίσω τους και στα βαθιά νερά μπροστά τους, βγαίνει ασταμάτητα ένα τέτοιο ξέφρενο ουρλιαχτό ανεξέλεγκτου τρόμου που ακούγεται μίλια μακριά. Κοντά σε αυτό, αντηχεί συχνά το μουγκρητό και ο πάταγος από τις αποθήκες των πυρομαχικών που εκρήγνυνται, μαζί με το κροτάλισμα των φυσιγγίων που καίγονται, και μοιάζει με καταιγισμό πυρών από μονάδες πεζικού […]
Η αρμενική, η ελληνική και η “φράγκικη” ή ευρωπαϊκή συνοικία είχαν σχεδόν εντελώς καταστραφεί. Μόνον οι εβραϊκές και οι τουρκικές συνοικίες απόμεναν. Ανάμεσα στα πασίγνωστα ορόσημα της παλιάς πόλης που έπαψαν να υπάρχουν ήταν ο αρμενικός, ο γαλλικός και ο ελληνικός καθεδρικός ναός, τα ξενοδοχεία Splendid Palace και Smyrna Palace, τα προξενεία Γαλλίας, Βρετανίας, Αμερικής, Δανίας και Ολλανδίας, το Sporting Club και το Smyrna Club, το Θέατρο της Σμύρνης και τα ωραία μαγαζιά του Φραγκομαχαλά. Με φρικιαστική ακρίβεια, η φωτιά εξέφραζε συμβολικά το ξερίζωμα και την καταστροφή της ελληνικής και της αρμενικής Σμύρνης.
Αριστερή φωτογραφία: 25η Μαρτίου 1922 : Η επίσημη τελετή για τον εορτασμό της επετείου της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 στα Μουδανιά της Προποντίδας.
Φωτογραφία δεξιά: Γεώργιος Πραΐδης. Νομικός με σημαντική πολιτική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης από τα Μουδανιά της Μικράς Ασίας . Μυήθηκε στα μυστικά της Φιλικής Εταιρείας πριν την Ελληνική επανάσταση και κατέβηκε στο Μεσολόγγι το Ιούλιο του 1821 μαζί με τον Μαυροκορδάτο . Τον Νοέμβριο του 1821 έγινε μέλος της Γερουσίας της Δυτικής Ελλάδας και εκλέχτηκε αντιπρόεδρος .Σύμφωνα με τον ονομαστικό κατάλογο που δημοσίευσε ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων στη Φιλική εταιρεία είχαν μυηθεί αρκετοί Μικρασιάτες . Ο κατάλογος περιλαμβάνει Έλληνες από τη Σμύρνη (12), Τραπεζούντα (3), Κυδωνιές (2), Μουδανιά (2) κι άλλους από την Κύζικο, την Κούταλη, την Προύσα, τη Βιθυνία, τον Τσεσμέ, την Καισάρεια κ.α
«Τα βάγια στην παράδοση της Σμύρνης»Την Κυριακή των Βαΐων (ή Κυριακή του Λαζάρου ή Βαϊοφόρος Κυριακή) εορτάζεται η πανηγυρική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, “επί πώλου όνου”. Οι κάτοικοι τον υποδέχθηκαν με τιμές βασιλιά κρατώντας βάγια (κλάδους φοινίκων) και απλώνοντας στο έδαφος τα φορέματά τους ζητωκραυγάζοντας: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Χαρακτηριστικό έθιμο της ημέρας είναι ο στολισμός των εκκλησιών με βάγια (κλαδιά δάφνης), επειδή στον ελλαδικό χώρο οι φοίνικες δεν απαντώνται συχνά. Τα βάγια πήγαιναν στην εκκλησία ( τότε που υπήρχαν) οι νιόπαντρες νύφες του χωριού. Σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος, μετά το πέρας της πρωινής λειτουργίας, μοιράζονται στους πιστούς κλαδιά φυτών που συμβολίζουν τη νίκη και τη ζωή, όπως κλαδάκια δάφνης (βάγιες) και σε πολλά μέρη του χριστιανικού κόσμου, αντί για κλαδιά δάφνης, κλαδιά ελιάς, μυρτιάς, ιτιάς και κλαδιά φοινίκων, που είναι σύμφωνο με τα Ευαγγέλια. Τα κλαδιά αυτά τοποθετούνται στα εικονίσματα ή όπου αλλού χρειαζόμαστε προστασία.Η έκφραση “μετά βαΐων και κλάδων”, που υποδηλώνει τη θριαμβευτική υποδοχή κάποιου ή κάποιων, έχει αναφορά σ’ αυτή τη θρησκευτική γιορτή.Ο λαός μας πιστεύει ότι τα βάγια αυτά, έχουν ιαματικές και αποτρεπτικές για το κακό ιδιότητες. Έτσι σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας συνηθίζονται τα “βαγιοχτυπήματα”, όπου οι γυναίκες χτυπούν με βάγια τις έγκυες για να λευτερωθούν πιο εύκολα. Σε άλλες, κρεμούν τα βάγια στις πόρτες των σπιτιών σαν φυλακτό.Επίσης την Κυριακή των Βαΐων είναι έθιμο να τρώμε ψάρι και να καταλύουμε τη νηστεία, λόγω της σπουδαιότητας της ημέρας, αφού θεωρείται Δεσποτική γιορτή και επειδή η Κυριακή των Βαΐων βρίσκεται ανάμεσα σε δύο νηστείες (της Μεγάλης Σαρακοστής και της Μεγάλης Εβδομάδας). Μάλιστα, υπήρχε και ένα παλιό παιδικό τραγούδι, που έλεγε: “Βάγια, βάγια των βαγιών, τρώνε ψάρι και κολιό κι ως την άλλη Κυριακή με το κόκκινο αυγό”!«Βάγια, Βάγια των Βαγιών, τρώνε ψάρι και κολιό,και την άλλη Κυριακή, τρώνε το ψητό αρνί!Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια, ήρθε η Κυριακή που τρώνε τα ψάρια.Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι, ήρθε η μάνα σου από την Πόλη,σου ‘φερε χαρτί και κομπολόι.Βάγια, Βάγια των Βαγιών, τρώνε ψάρι και κολιό,και την άλλη Κυριακή, τρώνε κόκκινο αυγό!»Στην Σμύρνη την Κυριακή του Βαγιού (ή τω Βαγιώ) όλοι πήγαιναν στην εκκλησία για τα Νύφια (ακολουθία του Νυμφίου) και έπαιρναν βαγιόκλαρα (δάφνες), που τα φυλούσαν στο κονοστάσι, γιατί πίστευαν πως έχουν θεραπευτικές και εξορκιστικές ιδιότητες. Καθιερωμένο φαγητό της ημέρας φυσικά, είναι τα ψάρια και οι σαλάτες.Τα βάγια στην παράδοση της Σμύρνης και της ευρύτερης Μικράς Ασίας δεν ήταν απλώς ένα θρησκευτικό σύμβολο, αλλά ένα αντικείμενο με σχεδόν «μαγικές» ιδιότητες για το σπιτικό.Οι Σμυρνιοί πίστευαν ότι η ευλογημένη δάφνη που έπαιρναν από την εκκλησία είχε προστατευτικές ιδιότητες. Έκαιγαν μερικά φύλλα δάφνης στο καρβουνιστήρι (θυμιατό) για να ξεματιάσουν τα μέλη της οικογένειας ή το σπίτι. Σε περιπτώσεις ασθένειας, έβραζαν λίγη δάφνη και την χρησιμοποιούσαν ως γιατροσόφι (εντριβές ή ρόφημα), θεωρώντας την «αγιασμένη». Τα βάγια έπρεπε να μείνουν πίσω από τα εικονίσματα όλο τον χρόνο. Τα παλιά βάγια της προηγούμενης χρονιάς δεν τα πετούσαν στα σκουπίδια, αλλά τα έκαιγαν στην αυλή ή τα πετούσαν στη θάλασσα, καθώς θεωρούνταν ιερά.Ένα πολύ ιδιαίτερο έθιμο που συναντάμε και στη Σμύρνη ήταν το ελαφρύ χτύπημα με τα βάγια. Οι γυναίκες χτυπούσαν ελαφρά με τα κλαδιά της δάφνης τα παιδιά, τις έγκυες ή τα ζώα τους, λέγοντας ευχές για γονιμότητα, υγεία και δύναμη, μεταφέροντας έτσι την «ευλογία» της ημέρας.Στις εκκλησίες της Σμύρνης, οι νεότεροι και οι επίτροποι αφιερώναν ώρες για να πλέξουν τα βάγια σε περίτεχνα σχήματα. Το «Πανέρι», μικρά καλαθάκια πλεγμένα από φύλλα φοίνικα, μέσα στα οποία έβαζαν λουλούδια (μανουσάκια ή ζουμπούλια). Ο «Ήλιος», κυκλικά πλέγματα που συμβόλιζαν το φως του Χριστού.Το «Ψάρι», λόγω του εθίμου της ψαροφαγίας, το σχήμα του ψαριού ήταν πολύ δημοφιλές στο πλέξιμο των βαΐων.Την ημέρα εκείνη, οι αρραβωνιασμένοι είχαν την υποχρέωση να επισκεφθούν τα σπίτια των μελλοντικών πεθερικών τους. Ο γαμπρός έστελνε στην νύφη ένα «κανίσκι» (δώρο) που περιείχε ένα μεγάλο ψάρι (συνήθως συναγρίδα ή λυθρίνι) στολισμένο με κλαδιά δάφνης και κορδέλες.Από την Κυριακή των Βαΐων, οι Σμυρνιοί άρχιζαν να φορούν τα «ντόλια», δηλαδή σκουρόχρωμα ή μαύρα ρούχα, σε ένδειξη πένθους για τα Πάθη του Χριστού. Στους δρόμους της πόλης, παιδιά τριγυρνούσαν με θορυβώδεις ροκάνες, τραγουδώντας ρυθμικά τραγουδάκια και προαναγγέλλοντας τη Μεγάλη Εβδομάδα. Στα σπίτια γίνονταν τα λεγόμενα «διαρμίσματα», δηλαδή γενικές καθαριότητες και προετοιμασίες για τη γιορτή της Λαμπρής. Η ατμόσφαιρα στη Σμύρνη συνδύαζε την κοσμική αρχοντιά με τη θρησκευτική κατάνυξη, καθώς όλες οι ελληνικές συνοικίες προετοιμάζονταν για τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα.
Ο φωτογράφος και αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, Κώστας Μπαλάφας, απ’ όλες τις φωτογραφίες του θεωρούσε καλύτερη αυτή με “Του φτωχού τ’ αρνί.”
“Την τράβηξα στο παζάρι των Ιωαννίνων τη Μεγάλη Εβδομάδα, το 1963. Αυτές τις μέρες κατέβαιναν οι χωρικοί απ’ τα χωριά τους κάνοντας και πέντε ώρες δρόμο, μ’ ένα αρνί στην πλάτη, για να το πουλήσουν και με τα χρήματα να πάρουν κάτι για τα παιδιά τους.
Οι νοικοκυραίοι κοίταζαν να τους τα πάρουν όσο όσο.
“Πέτυχα αυτόν τον αποκαμωμένο άνθρωπο, ακριβώς την ώρα που το παζάρευε. Του ’δωσε ένα κατοστάρικο ο αγοραστής, «Έλα & πολλά σού δίνω, δώσε μου ρέστα ένα τάλιρο» και η απάντηση του δυστυχή: «Πού να το βρω, άνθρωπέ μου;» και αποχωρίζεται με τόσο πόνο το αρνί του, κοντεύοντας να κλάψει”…
“Εμένα με ενδιέφερε ο άνθρωπος που υποφέρει, έλεγε ο Μπαλάφας, και το πρόσωπο κάθε ανθρώπου είναι η θεατρική σκηνή στην οποία εκτυλίσσονται τα συναισθήματα, η ίδια η ζωή. Στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου είναι σκαμμένη η ζωή του”
Το Atelier cosmopolite: Photographie Parisienne, ήταν στην Ευρωπαϊκή οδό (Rue Franque). Ο Μεσιέ Πολυκάρπ ήταν γνωστός για τα πανοραμικά τοπία και τα καλλιτεχνικά πορτρέτα του. Οι καλύτερες οικογένειες της Σμύρνης τον επισκέπτονταν για να τους τραβήξει μερικές καλλιτεχνικές φωτογραφίες ώστε να τις έχουν ενθύμιο. Η οδός Φράνκ βρισκόταν ακριβώς πίσω από την πρώτη σειρά κτιρίων της προκυμαίας. τα πολυάριθμα στενά δρομάκια και οι στοές (όπως η Passage Kraemer) συνέδεαν την οδό Φράνκ με το «Και», επιτρέποντας την εύκολη μετακίνηση μεταξύ του εμπορικού κέντρου και του παραλιακού μετώπου. Ουσιαστικά, αν περπατούσατε στην οδό Φράνκ, χρειαζόσασταν μόλις ένα με δύο λεπτά για να βγείτε στην προκυμαία μέσα από κάποιο στενό. Εκείνη την εποχή, η φωτογραφία είχε γίνει μέρος της κοινωνικής ζωής, με τα στούντιο να προσφέρουν «καλλιτεχνικά πορτρέτα» που παραδίδονταν εντός μιας εβδομάδας, αφού μεσολαβούσε η εμφάνιση και η επεξεργασία του φιλμ.
Εκεί λοιπόν όπου οι άμαξες περνούσαν μπροστά από τα ευρωπαϊκά μαγαζιά μια Σμυρνιά αρχόντισσα η Νενέ Αναστασία με την εγγόνα της την Ελενίτσα πέρασε ένα απόγευμα την πόρτα του φημισμένου φωτογραφικού Ατελιέ (Atelier) του κυρίου Πολυκάρπου.Atelier cosmopolite: Photographie Parisienne. Έγραφε στην Μαρκίζα κι από κάτω στα ελληνικά: Κοσμοπολίτ: Παριζιάνικη φωτογραφία. Πολύκαρπος Καρακάσης.
Το κατάστημα θύμιζε τα μαγαζιά της Avenue des Champs-Élysées, τα Ηλύσια πεδία με τις Αγριοκαστανιές. Τίποτα δεν είναι τυχαίο ή Οδός Φράγκων (Rue Franque) στη Σμύρνη αποκαλούνταν συχνά από τους περιηγητές «τα Ηλύσια Πεδία της Ανατολής». Το Ατελιέ Παριζιέν Κοσμοπολίτ του Μεσιέ Πολυκάρπου, μόλις έμπαινες μέσα μύριζε ξύλο, βερνίκι και χημικά της φωτογραφίας. Στους τοίχους κρέμονταν μεγάλα ζωγραφισμένα πανιά φόντου — κολόνες, κήποι και αρχοντικά που έμοιαζαν με παλάτια της Ευρώπης. Η διακόσμηση σε στυλ Μπελ Επόκ (Belle Époque) χαρακτηρίζονταν από την κομψότητα, τις καμπύλες γραμμές και την πολυτέλεια. Η πόρτα της εισόδου ένα κομψοτέχνημα από σκούρο ξύλο καρυδιάς με περίτεχνα σκαλίσματα. Οι καμπύλες και τα φυτικά μοτίβα θύμιζαν το γαλλικό στυλ Art Nouveau.
Στην βιτρίνα με τα δείγματα των φωτογραφικών πορτραίτων και στα πάνω τζάμια της πόρτας πολύχρωμα βιτρό. Τα σχέδια με ίριδες και λουλούδια προσέδιδαν ατμόσφαιρα Παριζιάνικων μπιστρό. Μπαίνοντας περπατούσες πάνω σε μαυρόασπρα πλακάκια όπου σε ορισμένα σημεία είχε στρωμένα παχιά περσικά χαλιά. Στο χώλ υπήρχε ένας μικρός βελούδινος καναπές της εποχής του Λουδοβίκου με επιχρυσωμένες λεπτομέρειες. Μια νεαρή υπάλληλος σε υποδέχονταν με δροσιστικά ποτά για τα παιδιά και τις κυρίες, λουκούμια, λικέρ ή ρακί για τους μερακλήδες. Μια εσωτερική ξύλινη σκάλα με διακοσμητικά στοιχεία από σφυρήλατο σίδηρο, και μπρούτζινες χειρολαβές που συμπληρώνουν την ατμόσφαιρα, σε οδηγούσε στον επάνω όροφο του Ατελιέ. Στους τοίχους, βαριές βελούδινες κουρτίνες σε χρώμα βαθύ πράσινο που χρησιμοποιούνται και ως φόντο. Κι εδώ πάνω υπάρχουν διάσπαρτα διακοσμητικά στοιχεία Art Deco. Ένας καθρέφτης με γεωμετρικό πλαίσιο, μια πολυθρόνα από σκαλιστό ξύλο και άνθη παντού. Γλάστρες από πορσελάνη με φυτά εσωτερικού χώρου και κρυστάλλινα βάζα με κατάλευκους κρίνους και φτερά παγωνιού συμπλήρωναν την μαγεία.
Ένα ελαφρύ άρωμα σανταλόξυλου και λεμονιού κυριαρχούσε στην ατμόσφαιρα, ενώ πνίγονταν συχνά αυτή η απαλή εσάνς από την έντονη μυρωδιά από: ένα μείγμα από βαρύ καπνό τσιγάρου και χημικών (ασήμι και θειάφι) που έρχονται από τον σκοτεινό θάλαμο στο βάθος.Ο καλλιτέχνης φωτογράφος, ο περίφημος Μεσιέ Πολυκάρπ ήταν ένας κοντούλης λεπτοκαμωμένος κύριος, με λεπτό προσεγμένο μουστάκι. Φορά μια ελαφρώς τσαλακωμένη λινή ποδιά πάνω από το γαλλικό γιλέκο του και κινείται με θεατρική άνεση μέσα σε ένα δωμάτιο που λούζεται στο φως. Δεν ήταν απλώς ένας τεχνικός φωτογραφίας -τουλάχιστον έτσι ένιωθε- αλλά ένας «σκηνοθέτης της κομψότητας».
— «Εδώ θα καθίσετε, Madame Anastasia et Mademoiselle Hélène (Μαντάμ Ανασταζιά ε Μαντμουαζέλ Ελέν)»
Η γυναίκα κάθισε ήρεμα. Η Κυρία-Αναστασία. Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που κουβαλούσαν επάνω τους την αρχοντιά της Σμύρνης. Το φόρεμά της ήταν μαύρο μπροκάρ, βαρύ μεταξωτό ύφασμα με ανάγλυφα λουλούδια που έφερναν από τη Λυών και τη Βιέννη. Στον λαιμό της, πάνω από τον δαντελένιο γιακά, κρεμόταν ένα μενταγιόν με κόκκινη πέτρα, οικογενειακό κόσμημα που είχε περάσει από γενιά σε γενιά.Στο στήθος της έλαμπαν μικρές χρυσές αλυσίδες, αρμαθωμένες όπως συνήθιζαν οι Μικρασιάτισσες.
Στο χέρι φορούσε ένα δαχτυλίδι με κόκκινο γρανάτη, που άστραφτε κάθε φορά που έπεφτε επάνω του το φως.Δίπλα της στεκόταν το κορίτσι, η εγγόνα της η Ελέν, που λέει ο Μεσιέ Πολυκάρπ. Η μικρή Ελένη είχε μαλλιά πλεγμένα σε πλεξούδα με κορδέλα, όπως συνήθιζαν τα κορίτσια της εποχής. Το φόρεμά της ήταν ανοιχτόχρωμο, με ζώνη στη μέση και λεπτή δαντέλα στους ώμους. Ήταν η αγαπημένη εγγονή της Νένε Αναστασίας και την αγαπούσε περισσότερο από καθετί στον κόσμο. Σήμερα άλλωστε για αυτό πήγαν στου Πολυκάρπου. Για να κρατήσουν ένα ενθύμιο ζωής.
— «Έλα, αλεπουδίτσα μου, στάσου εδώ», είπε η γιαγιά.Το κορίτσι πλησίασε και ακούμπησε το χέρι στον ώμο της.
Ήταν μια στάση που οι φωτογράφοι της Σμύρνης αγαπούσαν:η παλιά γενιά καθιστή, η καινούρια όρθια, σαν υπόσχεση ότι η ζωή συνεχίζεται.
Ο Μεσιέ Πολυκάρπ ρύθμισε το τρίποδο με στυλ, σαν ζωγράφος που αραδιάζει τα χρώματα στην παλέτα του. Πίσω τους φαινόταν το ζωγραφισμένο φόντο με μια ψεύτικη κολόνα και ένα τραπεζάκι με μια στρωμένη δαντελένια ροτόντα . Όλα έδιναν την αίσθηση ενός ευρωπαϊκού σαλονιού — έτσι ήθελαν να φαίνονται στα πορτρέτα της Σμύρνης.
Η γιαγιά έπιασε απαλά το χέρι της μικρής. Για μια στιγμή, το φως του παραθύρου έπεσε επάνω στα κοσμήματα και στο μαύρο μπροκάρ φόρεμα. Η πλεξούδα της μικρής γυάλισε σαν μετάξι. Στο κέντρο του δωματίου δεσπόζει η φωτογραφική μηχανή-φυσούνα (bellows camera), τοποθετημένη πάνω σε έναν βαρύ ξύλινο τρίποδα. Ο Πολυκάρπ, ο Μετρ της φωτογραφικής τέχνης, χάνεται συχνά κάτω από ένα μαύρο σατέν ύφασμα για να εστιάσει, κρατώντας στο χέρι το χαρακτηριστικό «πουάρ» (το λαστιχένιο μπαλάκι) για το κλείστρο. Μπροστά στην μηχανή άνοιγε η μαύρη φυσούνα σαν μικρό ακορντεόν, ενώ πίσω της ο Μεσιέ Πολυκάρπ ετοιμαζόταν με την ηρεμία ανθρώπου που είχε επαναλάβει την ίδια τελετουργία εκατοντάδες φορές. Δεν βιάζεται να ολοκληρώσει την ιεροτελεστία της φωτογράφισης. Έρχεται προς την μικρή Mademoiselle (μαντμουαζέλ), παίρνει τον χρόνο του για να διορθώσει τη στάση του μοντέλου του, αγγίζοντας το πιγούνι της, επιδιώκοντας αυτό που οι Γάλλοι λένε “allure” (στυλ/παράστημα). Όταν όλα είναι έτοιμα, επικρατεί απόλυτη σιωπή. Μονάχα οι φωνές των περαστικών από έξω και ο θόρυβος από τους αραμπάδες, ίσα – ίσα μια ιδέα, ακούγεται πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τις βαριές βελούδινες κουρτίνες.
«Ne bougez plus, s’il vous plaît…» (Μην κινείστε, παρακαλώ), Σι βουπλέ, άλλη μια φορά….
Πήρε το μαύρο πανί και το πέρασε πάνω από το κεφάλι και τους ώμους του. Για μια στιγμή χάθηκε ολόκληρος πίσω από το ύφασμα, σκυμμένος προς το πίσω μέρος της μηχανής. Εκεί, πάνω στο θαμπό γυαλί εστίασης, έβλεπε το πορτρέτο να σχηματίζεται ανεστραμμένο — τις φιγούρες, τις πτυχές του φορέματος, την πλεξούδα του παιδιού. Με μικρές κινήσεις έσπρωξε τη μηχανή μπρος–πίσω και έστριψε απαλά τον φακό ώσπου η εικόνα να γίνει καθαρή.Ύστερα σηκώθηκε αργά. Από το πλάι της μηχανής κρεμόταν το πουάρ -το κλείστρο της μηχανής- το πήρε στο ένα χέρι. Με το άλλο άρπαξε ένα μεταλλικό εργαλείο, μια μικρή λαβίδα που κρατούσε επάνω της λίγη σκόνη μαγνησίου.
— «Oui,MonsieurPolycarpe!», απάντησε η μικρή Σουσουράδα.
Το savoir-vivre έδινε κι έπαιρνε σε αυτό το στούντιο…Ωωω, Μπαρντόν, στο Ατελιέ ήθελα να πω!. Αλλά η δουλειά αργούσε πολύ να τελέψει και η Νόνα άρχισε να κοκκινίζει σαν κάρβουνο αναμμένο. Το δωμάτιο σιώπησε. Ξαφνικά ακούστηκε το καμπανάκι της εισόδου.
— « Μα νο, νο, νο!!! Ούρλιαξε εκνευρισμένος ο κύριος Πολύκαρπος. «Σι βουπλέ» μη κουνηθείτε. Μαντάμ Ε Μαντεμουαζέλ, επιστρέφω πάραυτα!»
Ο φωτογράφος εκνευρισμένος βγήκε από το δωμάτιο και κατέβηκε τρέχοντας την ξύλινη σκάλα.
— «Μας ζαλίσε αυτός ο σι βουπλές, θα ξημερωθούμε σήμερα εδώ! Κάτσε φρόνημα να σηκωθούμε να φύγουμε, γιατί με έχει πιάσει και μια λιγούρα και δεν έχω κάτι να βάλω στο στόμα μου»
—«Εχω ένα παστέλι, θέλεις Νένε μου? να πάρε το!» είπε η μικρή.
— «Αχ, έχε την ευχή μου, του Αβραάμ και του Ισαάκ τα καλά. Είπε η Νένε κι έκανε το παστέλι δύο μπουκιές»
Ο Φωτογράφος ακούγονταν κάτω να συνομιλεί με κάποιον πελάτη που ήρθε χωρίς ραντεβού. Η Νένε ξαφνικά γουρλώνει τα μάτια και φωνάζει:
Νερό, νερό πνίγομαι! Αχ μπρε, δεν με το’δωκες φαίνεται με την καρδιά σου. Θα πνιγώ!!!
— «Μα τι με λές Νόνα μου? Από την φούρια σου επνίγηκες, θεός φυλάξει!!!»
Η μικρή δεν ξέρει τι να κάνει, που να βρει νερό εκεί πάνω, μόνο κάτι μπουκαλάκια με χημικά έχει. Τότε δια μαγείας βλέπει μπροστά της ένα κρυστάλλινο βάζο με τριαντάφυλλα. Το αρπάζει βγάζει τα λουλούδια και της δίνει να πιει.
— «Τι κάνεις εκεί?» της λέει η Νένε ξαφνιασμένη.
— «Δεν είναι τίποτα Νένε μου, ροδόνερο είναι. Πιες γιατί θα μου πνιγείς!»
Η καημένη Νόνα, άδειασε το μισό βάζο από την φούρια της, ενώ ένα ροδοπέταλο στάθηκε στα χείλη της. Το έφτυσε γρήγορα και η μικρή σουσουράδα συμμάζεψε τον χαμό, πριν έρθει πάνω ο Μεσιέ σι βουπλέ και γίνει Βατερλό! Έπειτα στάθηκε σαν άγαλμα στην θέση της. Η ώρα περνούσε ο φωτογράφος άφαντος κι από αμηχανία άρχισε να χτυπά τις μύτες από τα γυαλιστερά μποτάκια της στο ξύλινο πάτωμα.
— «Μη, κοκόνα μου θα καταστρέψεις τα παπούτσια σου. Σους ντε. Άιντε, οττούρ!»
— «Βαριέμαι θέλω να φύγουμε» είπε η μικρή δυσαρεστημένη.
— «Σους μπρε! Οττούρ Σουρλού! Αμάν πια κοκονα’μ μπαίλντισα πια, πως εβγήκες τόσο τσακίνικο δεν ημπορώ να καταλάβω»
Εκείνη την ώρα ευτυχώς επέστρεψε κι ο φωτογράφος. Οι γυναίκες στήθηκαν όπως και πριν σαν να μη συνέβη τίποτα.
— «Στάσου ντε, μαντμουαζέλ μου, για να σας εβγάλω μια σινιέ!»:
Το «σινιέ» (signé) σήμαινε τότε κάτι το υπογεγραμμένο, το εξαιρετικό, το καλλιτεχνικό.
Ο Μεσιέ Πολυκάρπ (Monsieur Polycarpe), ο κύριος Πολύκαρπος δηλαδή, ο φωτογράφος του εκλεκτού Ατελιέ —με το παπιγιόν του, το μουστάκι και την ευγένεια της «γκραν κοσμοντάν»— αντιμετώπιζε το μικρό κορίτσι σαν μια μικρή αρχοντόπουλα. Χρησιμοποιούσε έναν συνδυασμό γαλλικής φινέτσας και σμυρναίικης ζεστασιάς για να την πείσει να κάτσει ακίνητη, που κατέληγε σχεδόν πάντα σε έναν ποταμό “Σι βουπλέ!”
— «Άιντε, μικρή μου, κοίτα εδώ το πουλάκι, τζάνουμ! και δώσε μου ένα χαμόγελο ζαχαρένιο!»
Η Σμυρνιά γιαγιά, την ώρα που το κορίτσι πόζαρε «σινιέ» στον φωτογράφο, έλιωνε από καμάρι.
— «Καμαρι μου, τζάνεμ να’χεις την τύχη της Σαρλότ, την εμορφιά και την εφκή της Παναγιάς! Να μου ζήσεις, πέρδικα μου, να σε καμαρώσω και νυφούλα!»
— «Ça suffit. Σε σιφί! Φτάνει πια Μαντάμ με το μπαρδόν κι όλας… αργούμε! Σι βουπλέ!!! Σταθείτε ακίνητες κι αμίλητες σαν άγαλμα».
— «Ναι αλλά μάτι δεν επήρες από πάνω τζι βασκανιάρη και θα στο βγάλω με την καρφίτσα. Φτύσε την, μπρε, να μην την πιάσει το μάτι!» κι αρχίζει το κλασικό «φτου-φτου-φτου» για να διώξει τη βασκανία. Τα μικρά στρογγυλά γυαλιά του θόλωσαν κι έβγαλε μαντήλι να τα καθαρίσει.
— «Ε, μα δεν τρώγεται ο χριστιανός μιαν ώρα μας πηλατεύει. Άντε καλέ μας μπάφιασες πια!» γκρίνιαζε η γιαγιά.
— «Μπαρδόν Μαντάμ αλλά με τις βασκανίες εθόλωσε κι ο φακός!»
— «Εγώ μπρε μη θολώσω. Κοίτα τον μουρντάρη, πώς μας πηλατεύει και μας εφέρνει βόλτα!» έπειτα λέει στην μικρή:
— «Έλα Σουσουράδα μου, στάσου εδώ κι εσύ, γιατί αυτούνος θα μας εξημερώσει»
— «Άιντε καημένε Πολύκαρπε, άιντε μπρε χούι-σεΐζη (παράξενε), βγάλε τη φωτογραφία να σχολνάμε!»
Ο Μεσιέ Πολυκάρπ, Πολύκαρπος Καρακάσης λοιπόν, του περίφημου Ατελιερ Κοσμοπολιτέ, πλησίασε το μικρό δισκάκι του φλας. Έφερε τη φλόγα κοντά στη σκόνη και την ίδια στιγμή πίεσε τη λαστιχένια φούσκα στο χέρι του. Ξαφνικά —μια εκτυφλωτική αστραπή γέμισε το δωμάτιο. Η σκόνη μαγνησίου άναψε με ένα απότομο φσσστ! και για μια στιγμή το φως έγινε λευκό σαν μικρός κεραυνός. Ένα σύννεφο καπνού απλώθηκε αργά στον αέρα, μυρίζοντας μέταλλο και καμένο φως.
Ο Μεσιέ Πολύκαρπος κατέβασε το χέρι του και χαμογέλασε ελαφρά.
Η Νένε, αφού σκούπισε τον ιδρώτα της με το δαντελένιο μαντίλι και τακτοποίησε το καπέλο της, ξεφυσούσε με όλη την αρχοντιά και την υπερβολή της Ανατολής.
— «Άιντε, δόξα σοι ο Θεός, ξετελέψαμε! Μας εβγήκε η πίστη ανάποδα! Ουφ, τζάνουμ, πιαστήκαν τα κορδέλια μου! Σαν το άγαλμα με εκατάντησες, Μουσιού μου! Άιντε, μπρε σε καλό να μας βγει! Φέρε να τη εδούμε μπας και μας φύγει ο νταλγκάς!»
— «Σε μια εβδομάδα κυράδες, μου έχει δουλειά ακόμα μέχρι να τελέψει. Να σταθεί με υπομονή να ησυχάσει. Να της περάσω κι ένα ρετούς».
— «τι να ησυχάσει μπρε χαμένε ζυμάρι είναι? φύλλο θα ανοίξεις?»είπε η Νένε Αναστασία γελόντας.
— «Επιτέλους, μαστρο-Πολύκαρπε! πετάγεται η μικρή Ελέν. Μας έβγαλες τα σκώτια (συκώτια) με το «μην κουνιέσαι, σι βουπλέ!» Θα περιμένουμε και μια βδομάδα?»
— «Νο νο νο, μαστοράς! Ζε σουί Λε Μεσιέ Πολυκάρπ, λ’αρτίστ!!!! Au revoir, Mademoiselle, Ο ρεβουάρ, μαντμουαζέλ!!!»
— «Ο ρεβουάρ κι αλε ρετούρ», λέει η Νένε μιμούμενη το ψεύτικο γαλλικό ύφος του Πολυκάρπου και πιάνει την μικρή από το χέρι να φύγουν.
— «Άιντε, σιχτίρ πια! Πάμε κοκόνα μου στο Κράμερ να πιούμε μια βυσσινάδα, να φάμε ένα γλυκό, να στυλωθούμε!» και γυρίζοντας με ύφος Αντουανέτας, του δίνει λίγα γρόσια και λέει στον Μεσιέ Πολύκαρπο:
— «Χαλάλι μπρε τζερεμέ, ξετελέψαμε! Κοίτα μόνο, βλογημένε μου, να μας τις εκάμεις λουκούμι, μη φαίνονται οι ζάρες μου! και το κορίτσι άσπρο άσπρο σαν το γάλα, Σι βουπλέ, γιατί θα σε αστράψω τα χαστούκια»
«Θυμάμαι εκείνη την αστραπή» έλεγε και ξανά έλεγε η μικρή Ελέν, η Ελενίτσα στα επόμενα χρόνια που ήρθαν…
Η στιγμή είχε ήδη παγώσει μέσα στην πλάκα. Κανείς τους δεν ήξερε πως αυτή η φωτογραφία, χρόνια αργότερα, θα γινόταν κάτι περισσότερο από ένα οικογενειακό πορτρέτο. Θα γινόταν μνήμη μιας ολόκληρης εποχής — της Σμύρνης πριν αλλάξει ο κόσμος. Στην εικόνα θα έμεναν για πάντα:
η αρχοντιά της γιαγιάς, η αθωότητα του παιδιού, το μπροκάρ φόρεμα, η κόκκινη πέτρα στο στήθος, η πλεξούδα με την κορδέλα. Και η σιωπηλή υπόσχεση της παλιάς πόλης:ότι οι ιστορίες των ανθρώπων δεν χάνονται ποτέ,όσο υπάρχει κάποιος να κοιτά μια φωτογραφία και να θυμάται.
«Θυμάμαι εκείνη την αστραπή» έλεγε η γιαγιά μου η κυρά Λενη! «Όχι την φωτιά. Μια αστραπή που φώτιζε όλη την Μικρασία»
Ήταν η Σμύρνη. Άστραψε, φώτισε τον κόσμο και χάθηκε για πάντα.Ένα τσαφ ήτανε. Όπως η ίδια η διάρκεια της ζωής. Ένα τσαφ στον χρόνο.
Δεν ήταν πεφταστέρι…δεν ήταν κεραυνός από τον ουρανό.Ήταν το μεγάλο φως, που άναψε για μια στιγμή μέσα στο μικρό φωτογραφείο και πάγωσε τον χρόνο. Μια αστραπή λευκή, δυνατή, που έβγαλε άσπρο καπνό και άφησε στον αέρα τη μυρωδιά του μαγνησίου. Κι όμως, εκείνη η στιγμιαία λάμψη κράτησε περισσότερο από μια ζωή. Κανείς δεν φανταζόταν ότι η μικρή γυάλινη πλάκα του Μεσιέ Πολυκάρπ, που κρατούσε μέσα της το πορτρέτο των δυο γυναικών θα γινόταν κάτι περισσότερο από μια ανάμνηση.
Χρόνια πέρασαν, πολλά και δύσκολα. Πόλεις άλλαξαν, σπίτια χάθηκαν, δρόμοι και αυλές σιώπησαν. Μα η αστραπή εκείνη δεν έσβησε ποτέ. Έμεινε φυλαγμένη μέσα στη φωτογραφία, σαν μια μικρή φλόγα που επιμένει να θυμίζει πως κάποτε υπήρξε μια πόλη γεμάτη φως, φωνές και ανθρώπους. Και κάθε φορά που κάποιος κοιτάζει την εικόνα, για μια στιγμή, πολύ μικρή αλλά αληθινή, το φωτογραφείο “Atelier Cosmopollite” ζωντανεύει ξανά. Η Νένε κάθεται πάλι στην καρέκλα. Η Ελέν, η μικρή σουλτούκω στέκεται ασάλευτη δίπλα της. Και ο Μεσιέ Πολυκάρπ, κάτω από το μαύρο πανί, ετοιμάζεται να ανάψει άλλη μια αστραπή.
Γιατί οι φωτογραφίες, όταν τις κοιτάς με την καρδιά, δεν δείχνουν μόνο πρόσωπα. Δείχνουν τον χρόνο που αρνήθηκε να χαθεί. Αυτό μη το ξεχάσετε ποτέ, σι βουπλέ!!!
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.