
Ηλίας Κοκκώνης, από τη Σμύρνη στο Χαλάνδρι μέχρι και σήμερα.
(parasol = σκιάδιον, αλεξήλιονparapluit = αλεξιβρόχιον)
Τα «παρασόλια» (ομπρέλες ηλίου) της Σμύρνης αποτελούσαν χαρακτηριστικό γνώρισμα της κοσμοπολίτικης ζωής στην προκυμαία (το Και) και στα εξοχικά προάστια, όπως το Κορδελιό και το Κοκαργιαλί, όπου οι Σμυρνιοί απολάμβαναν τον «μυρωμένο γιαλό». Συμβόλιζαν την εκλεπτυσμένη τους καθημερινότητα πριν από το 1922.
Τα παρασόλια δεν ήταν μονάχα μια ομπρέλα για τον ήλιο. Ήταν σχεδόν προέκταση της κομψότητας των γυναικών της πόλης, ένα μικρό πολύχρωμο μυστικό που τις ακολουθούσε παντού, όπου κι αν τις έβγαζε ο δρόμος και η λιακάδα της Ιωνίας. Στο Και, την προκυμαία της Σμύρνης, εκεί που το κύμα χτυπούσε γλυκά τα σκαλιά και το μαϊστράλι δρόσιζε τον περίπατο, οι κυρίες του φραγκομαχαλά περπατούσαν αργά, σχεδόν τελετουργικά.
Στα χέρια τους κρατούσαν παρασόλια γκιουζέλ— άλλα δαντελωτά, άλλα μεταξωτά, άλλα βαμμένα με καλαίσθητα χρώματα, σαν τα λουλούδια του γκιουλ μπαξέ. Τα άνοιγαν με μια μικρή κίνηση του καρπού, σαν να άνοιγε άνθος στον ήλιο. Κι έτσι, κάτω από εκείνη τη μικρή σκιά, προχωρούσαν στο φως της προκυμαίας, ενώ οι περαστικοί έλεγαν χαμογελώντας:
«Να τις οι Σμυρνιές… με τα παρασόλια τους!»
Μα τα παρασόλια δεν έμεναν μονάχα στον περίπατο της θάλασσας. Τα έπαιρναν μαζί τους και στις εξοχές, όταν η πόλη άφηνε πίσω της τη σκόνη και κατέβαινε στον μυρωμένο γιαλό. Στο Κορδελιό, στο Κοκαργιαλί, στις αμμουδιές όπου γέλαγαν τα παιδιά και τραγουδούσαν οι παρέες. Κι ακόμη πιο πέρα — στις πηγές της Άρτεμης, εκεί που το νερό έβγαινε δροσερό μέσα από τη γη και οι πικροδάφνες έριχναν σκιά στο μονοπάτι. Εκεί, κάτω από τα πλατάνια, άνοιγαν πάλι τα παρασόλια, σαν μικρές πολύχρωμες σκηνές μέσα στο φως του μεσημεριού. Κάποτε τα έπαιρναν και στις βόλτες προς τον Μελή ποταμό, εκεί όπου οι παρέες έστρωναν τραπεζομάντηλα στο χορτάρι και δειπνούσαν όλοι μαζί και οι καρσιλαμάδες και οι μελωδικές φωνές ανακατεύονταν με τον ήχο του νερού που κυλούσε στο ποτάμι. Οι νεαρές γυναίκες καλοντυμένες με παριζιάνικα μοντελάκια και οι Νόνες τους μορφές βικτοριανής εποχής, κάθονταν λίγο πιο πέρα, με το παρασόλι τους μισάνοιχτο, και τις βεντάλιας στήνοντας σιγανό λακιρντί, σαν να κρατούσαν μέσα στη σκιά του ένα κομμάτι από την ευγένεια της παλιάς Σμύρνης.
Έτσι ήταν τα παρασόλια της μαργαριταρένιας πόλης, το στολίδι στα πλακόστρωτα των Μαχαλάδων. Στα καφενεία, στα ζαχαροπλαστεία στις μπυραρίες και τις λέσχες κυριών. Δεν τα αποχωρίζονταν εύκολα οι Σμυρνιές. Γιατί μέσα σε εκείνη τη μικρή σκιά κρυβόταν κάτι περισσότερο από προστασία από τον ήλιο. Κρυβόταν η χάρη της πόλης, η αρχοντιά της Ιωνίας, κι ένα άρωμα γιασεμιού που ανέβαινε από τα σοκάκια και έφτανε μέχρι τον περίπατο της θάλασσας. Κι όποιος θυμάται τη Σμύρνη πριν από τη φωτιά, θα θυμάται πάντα κι εκείνες τις σκιές από παρασόλια που άνθιζαν μέσα στο φως της προκυμαίας.
🖊️ a.sfirakisart
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.