ΤΟ ΚΙΡΜΙΖΙ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Η φωτιά που δεν καίει μα θυμάται!

«ΠΛΑΤΕΙΑ 21ης ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967»

Η πινακίδα δεν έγραφε απλώς ένα όνομα. Έγραφε μια εποχή. Ο τοίχος ήταν ασβεστωμένος πρόχειρα, με εκείνη τη βιασύνη που έχουν τα πράγματα όταν θέλουν να σκεπάσουν (να κουκουλώσουν) όπως – όπως κάτι χωρίς να το σβήσουν πραγματικά. Και πάνω του, βιδομένη, με τέσσερις σκουριασμένες βίδες, στεκόταν η μπλε πινακίδα:

«ΠΛΑΤΕΙΑ 21ΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967»

Το μπλε είχε ξεθωριάσει. Το άσπρο είχε κιτρινίσει. Μα οι αριθμοί… οι αριθμοί έμεναν πεισματικά καθαροί, σαν να μην ήθελαν να ξεχαστούν. Ένας γέρος στάθηκε μπροστά της. Δεν την κοίταξε αμέσως. Έσκυψε λίγο το κεφάλι, σούφρωσε τα φρύδια σαν να είδε κάποιον παλιό γνώριμο — ή κάποιον που δεν ήθελε να βρεθεί ξανά μπροστά του. «Εδώ δεν ήταν έτσι…» μουρμούρισε. Κάποτε, εκείνη η πλατεία είχε άλλο όνομα. Όνομα ανθρώπινο. Όνομα με μυρωδιές από γιασεμί, με παιδικές φωνές, με καλοκαίρια που έσταζαν καρπούζι και ιδρώτα. Τότε που οι γυναίκες έβγαζαν τους σελτέδες και τις κουρελούδες στις αυλές και οι άντρες κάθονταν ανάποδα σε ψάθινες καρέκλες στα σοκάκια, να πουν δυό κουβέντες — δυό κουβέντες που κρατάγανε ώρες. Κι ύστερα, ένα πρωί…ήρθαν τα φορτηγά. Τα Ρέο! Δεν ήταν θόρυβος μεγάλος. Όχι.Ήταν εκείνη η σιωπή που σε κάνει να ακούς τον εαυτό σου να φοβάται.Ένας φαντάρος κατέβηκε. Πήρε την παλιά πινακίδα. Δεν την πέταξε. Δεν την έσπασε. Την αποκαθήλωσε αργά. Σαν να κατέβαζε εικόνισμα από εικονοστάσι. Και στη θέση της, έβαλαν αυτή.

21η Απριλίου. Η μέρα που μπήκε σε τοίχους, σε χαρτιά, σε σπιρτόκουτα, σε δρόμους,σε γέφυρες, σε σχολεία, σε στόματα — ακόμη και σε σιωπές. Ο γέρος ξανακοίταξε την πινακίδα.«Δεν φταίει αυτή…» είπε. «Οι άνθρωποι φταίνε που δίνουν στα χρόνια ονόματα…»

Ένα παιδί πέρασε σχεδόν τρέχοντας. Δεν κοίταξε την πινακίδα. Δεν ήξερε. Και ίσως… σκέφτηκε ο γέρος… ίσως αυτό να ήταν το μόνο καλό. «Ξέρεις νεαρέ τι λέει εδώ;» Ρώτησε το παιδί.

«Ναι παππού – απαντά το παιδί – 21η Απριλίου. Όπως λέμε 25η Μαρτίου, 28η Οκτωβρίου. Παλιές ημερομηνίες. Εθνικές εορτές. Όλες ίδιες είναι.»

Κόντεψε να πάθει συγκοπή ο γέρος. «Ε, όχι δεν είναι όλες ίδιες!!! Δεν είναι όλα μια ίσια γραμμή. Κάποια “νούμερα” δεν μπορούν να σταθούν δίπλα σε ήρωες. Γιατί είναι απλά νούμερα» παιδί μου.

«Δεν ξέρω παππού, φεύγω γιατί με περιμένει η μάνα μου κι αν αργήσω, θα μου κάνει τα μούτρα μπλέ μαρέν, όπως την πινακίδα!» απάντησε το παιδί φεύγοντας βιαστικά.

Ίσως καλύτερα έτσι. Ίσως να μάθει αργότερα. Να μάθει πρώτα να σηκώνει το βάρος τον λέξεων και των αριθμών. Να ζυγιάζει σωστά στην πλάστιγγα το καλό και το κακό. Αλήθειες και παραμύθια. Γιατί κάποια πράγματα δεν πρέπει απλά να τα κουβαλάς. Αλλά… ούτε και να τα σβήνεις τελείως.Τα αφήνεις εκεί. Σκουριασμένα. Ξεχασμένα. Να στέκονται.

Σαν προειδοποίηση.

Στο βίντεο 📼 που ακολουθεί:

Ένα συνταρακτικό απόσπασμα της ταινίας “Ο Θανάσης στη Χώρα της Σφαλιάρας” (1976), ο Θανάσης Βέγγος μεταφέρει με το κάρο του ένα νεκρό παιδί -υπονοείται ευθέως από την ταινία ότι πρόκειται για κάποιο από τα θύματα του Πολυτεχνείου- ενώ ακούγεται το τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη “Σου είπαν ψέματα πολλά”.

🖊️Α.Sfirakisart

Discover more from ΤΟ ΚΙΡΜΙΖΙ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading