ΤΟ ΚΙΡΜΙΖΙ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Η φωτιά που δεν καίει μα θυμάται!

Κατηγορία: Ιστορία

  • «Το Σπίτι με τα Χρωματιστά Τζάμια»

    Σμύρνη, Πούντα
    Τέλη Αυγούστου 1922
    (παλαιόν ημερολόγιον)

    Τον Αύγουστο του 1922, μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, οι περισσότεροι Έλληνες της Σμύρνης εξακολουθούσαν να πιστεύουν πως η μεγάλη κοσμοπολίτικη πολιτεία δεν θα εγκαταλειπόταν ποτέ. Η παρουσία των Συμμαχικών στόλων στο λιμάνι, η ελληνική διοίκηση και η αίσθηση πως η Σμύρνη ήταν η «βασίλισσα της Ιωνίας» δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση ασφάλειας.
    Όμως, όταν έφυγε ο Ύπατος Αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης και μαζί του οι τελευταίοι διοικητικοί υπάλληλοι, η πόλη κατάλαβε πως είχε μείνει μόνη. Τότε άρχισε ο πραγματικός τρόμος.
    Οι δρόμοι γέμισαν πρόσφυγες, φήμες, άλογα, καρότσια και φωνές. Οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα, τα σπίτια έκλειναν βιαστικά παντζούρια και οι οικογένειες προσπαθούσαν μέσα σε λίγες ώρες να αποφασίσουν τι μπορεί να σωθεί από μια ολόκληρη ζωή.
    Παρακάτω καταγράφονται οι τελευταίες στιγμές μέσα σ’ ένα σμυρναίικο αρχοντικό της Πούντας, λίγο πριν η φωτιά και ο πανικός καταπιούν τη Σμύρνη.

    Το μαϊστράλι εκείνο το δειλινό δεν εφύσαγε σαν τις άλλες φορές. Δεν εκουβάλαγε μυρουδιές από γκιουλμπαξέδες* και γιασεμιά μήτε τηγανισμένο ψάρι από τα καπηλειά του Και (Quai) Είχε μέσα του στάχτη. Και κάτι άλλο… κάτι σαν καμένο ξύλο, πετρέλαιο και δάκρυ. Ετύλιξε την πόλη με το αβραντίνι* του σιγά σιγά, χωρίς να πάρει κανείς αβίζο. Η Πούντα δεν ησύχαζε ποτέ αληθινά. Ακόμη κι εκείνη την ώρα ακούγονταν από το λιμάνι σφυρίγματα ατμόπλοιων, αλυσίδες που εσούρνονταν στις προβλήτες, τραίνα της γραμμής Σμύρνη–Αϊδίνιο και φωνές χαμάληδων που εφορτώνανε κασόνια με σύκα και σταφίδες. Από κει επερνούσαν εμπορεύματα, άνθρωποι, καμήλες, αραμπάδες και χρήμα λογιώ λογιώ: γαλλικά φράγκα, αγγλικές λίρες, σοβερίνια, τάληρα της Μαρίας Θηρεσίας, τουρκικές λίρες και, τα τελευταία χρόνια, ελληνικές δραχμές. Στο γραφείο του Γιώργη, μέσα σ’ ένα βαρύ συρτάρι με μπρούντζινο κλειδί, τα νομίσματα ήτον ανακατεμένα σαν μικρή αυτοκρατορία. Η Σμύρνη ήτον πολιτεία που άλλαζε νόμισμα πιο εύκολα απ’ ό,τι άλλες πόλεις αλλάζαν καιρό. Ένας καφές στο Και μπορούσε να πληρωθεί σε γρόσια, σε φράγκα ή σε δραχμές, αρκεί να συμφωνούσαν οι άνθρωποι στην αξία του. Το ψωμί, οι ελιές, τα φρούτα, τα σύκα, το λάδι, όλα ερχόντουσαν από την εύφορη ενδοχώρα σαν ευλογία. Γι’ αυτό και οι παλιοί έλεγαν πως η Σμύρνη δεν άφηνε εύκολα άνθρωπο να πεθάνει από πείνα — εκτός όταν οι πόλεμοι και οι αποκλεισμοί έσφιγγαν τον λαιμό της. Η πόλη είχε μάθει να τρώγει, να πίνει, να εμπορεύεται, να ελεεί. Ελληνικές, αρμενικές και εβραϊκές κοινότητες κρατούσαν νοσοκομεία, συσσίτια, σχολεία, φιλοπτώχους. Το να αφήσεις δικό σου άνθρωπο να χαθεί από την πείνα ήτον ντροπή βαριά. Κι ως τις τελευταίες μέρες, η Σμύρνη, όσο μπορούσε, έτρεφε και τους πρόσφυγες που κατέβαιναν από το εσωτερικό, με εράνους, με εισιτήρια σε εκδηλώσεις, με χέρια που άνοιγαν πουγκιά, με γυναίκες που ζύμωναν παραπάνω ψωμί χωρίς να το πολυλένε. Η Πούντα είχε από χρόνια αρχίσει να γεμίζει πλούσιο κόσμο. Μετά την αναδιάταξη του Φραγκομαχαλά και την αλλαγή χρήσης των παλιών βερχανέδων, πολλοί έμποροι, Λεβαντίνοι και αρχοντικές οικογένειες έφτιαξαν εκεί νεόδμητες, ευάερες κατοικίες. Εκεί ακούγονταν ονόματα όπως Giraud, Forbes, Rees, Αθηνογένηδες· άνθρωποι με αποθήκες, ατμόπλοια, πράκτορες, συμβόλαια, υπογραφές σε ξένες γλώσσες.
    Ο Γιώργης δεν ήτον Λεβαντίνος, μα είχε ανέβει. Μεγαλοκτηματίας, έμπορος σταφίδας, σύκων και καπνών, κρατούσε ακόμη με τον πεθερό του ζώα στα περίχωρα της Σμύρνης. Τα χέρια του είχαν μυρίσει και χώμα και χρήμα. Ηξερε να αβγατίζει τα λεφτά του γιατι ήτανε μυαλό ξουράφι. Σε πούλαγε και σε αγόραζε την ίδια στιγμή. Το πρόσφατα αγορασμένο διόροφο σπίτι του εστέκουνταν σ’ έναν δρόμο πλατύ, με ακακίες και αρχοντικά σπίτια Λεβαντίνων και πλούσιων Αρμενίων. Δεν ήτον μέγαρο, μα ούτε φτωχικό. Ήτον από εκείνα τα σμυρναίικα κονάκια που είχαν ψυχή και περηφάνια. Η μεγάλη εξώπορτα, καμωμένη από σκούρα καρυδιά, είχε μπρούντζινο ρόπτρο σε σχήμα λιονταριού. Άμα άνοιγε, εφαινόταν το χαγιάτι* με τα άσπρα και γκρίζα μάρμαρα που εκρατούσαν ακόμη δροσιά κι ας έκαιγε όλη μέρα ο ήλιος.
    Η νένε Μαρούλα έλεγε πάντα: «Το σπίτι του ανθρώπου εν η ψυχή του. Άμα μαυρίσει το σπίτι, εμαύρισε κι η ζωή.»
    Στην αυλή εμοσχοβολούσε νυχτολούλουδο και βασιλικός. Δίπλα στο μουσλούκι*, κάτω από τη λεμονιά, ήτον ακουμπισμένες δυο πήλινες γλάστρες με γκιούλια. Από τη θάλασσα ανέβαινε το ιώδιο και η αλμύρα και ενώνονταν με τση μοσχοβολιές από τους κήπους των επαύλεων. Το μέσα σπίτι ήτον γεμάτο πράγματα που εμιλούσαν. Στο μεγάλο σαλόνι υπήρχε πιάνο γερμανικό με λευκό σεμεδάκι πλεγμένο από τη Σοφία. Απάνω του ακουμπούσε μια γυάλινη φρουτιέρα με κυδώνια από τον Μπουρνόβα και σταφύλια τυλιγμένα σε δροσερά φύλλα συκιάς. Στον μπουφέ, πίσω από το κρύσταλλο, εστέκονταν ποτηράκια για λικέρ, ασημένια κουταλάκια και πιατάκια για γλυκό του κουταλιού, από εκείνα που δεν έβγαιναν παρά μονάχα για ανθρώπους τιμημένους. Το ίδιο και τα λευκά τραπεζομάντηλα με το κοφτό και τα μπιμπίλια που τα σιδέρωναν οι δούλες με το βαποράκι. Η μια άπλωνε με τα δυό ντης χέρια την μιαν ακρη και η άλλη επατούσε με το καυτό σίδερο και έστρωνε το ύφασμα. Καμμιά φορά τα κάρβουνα κοντευαν να σβήσουν και τότενες, με το ένα τους χέρι το πηγαινόφερναν σαν να χτυπούσαν καμπάνα τση εκκλησιάς.

    «Αμάν αμάν όπως το πάτε μετα τα γκεβεζιλίκια* σας θα ανάψει το γιαγκίνι!» εφώναζε η Μαρούλα αυστηρά. «Γιατί καλέ κυρα μας καταχερίζεις; επειδής γοντέρνουμε* την ζήση μας;» απάντησε η μία, η πιο θρασύτατη γαλιάντρα.
    «Γλωσσού! Σούςςς, μπρε! Με το στόμα παρλαμέντο, με το χέρι κουλαμέντο! Με τα Νταούλια και τους ζουρνάδες δουλεία και προκοπή δεν κάμνετε. Τα λαλούμενα ειν’ για τα πανηγύρια! άμα μου κάνετε κάρβουνο της μάνας μου το ενθύμιο καμμιά σας δεν θα ζήση. Κουρμπάνιθα γενεί! Δεν με κόφτει τίποτες. Δυάρα δεν δίνω. Θα σας ετυλιξω με την λαδόκολλα!, σουρλουλούδες!!» εξεραθήκανε όλες τους στα γέλια και ξαναρχίσανε δουλειά με κέφι. Σάματις την άκουγε κανείς, την καλόκαρδη Μαρούλα πούχε καρδια μαλαματένια; Ετσι με τση φωνές τους και τα χωρατά, έλαμπε το μούτρο τους σαν του Μαγιού τα ρόδα και εγέμιζε το σπίτι τζη απο χαρά της ζωής. Στα ταβάνια πλουμιστοί καμπαρμάδες Στους τοίχους εκρέμονταν φωτογραφίες μέσα σε κορνίζες μαρκετερί. Άντρες με φέσια. Γυναίκες με δαντελένιους γιακάδες. Ένα παιδί που δεν εγέρασε ποτέ. Στον μεγάλο μπουφε με τα σκαλίσματα μπρούτζινα καντηλιέρια εστάλαζαν την αρχοντιά τους. Κάτω από το εικονοστάσι έκαιγε το καντήλι. Το γυάλινο ποτηράκι έτρεμε κάθε φορά που επερνούσε τραίνο από τη γραμμή. Η νένε Μαρούλα εκάθουνταν στο τραπέζι και εκοσκίνιζε φακή με τα γέρικα χέρια της. Όχι γιατί είχε ανάγκη να βοηθήσει την ψυχοκόρη. Όχι γιατί είχαν όρεξη να φάνε όσπρια. Μα γιατί η καρδιά του ανθρώπου, άμα γερνά ή άμα τρομάζει, γυρεύει δουλειά για να μην τρελαθεί. Το μικρό κορίτσι ορφανή αναντάν – μπαμπαντάν κάθουνταν ανακούκουρδα στο πάτωμα και ξεδίαλεγε τις φακές.
    Την έιχε βρεί πριν χρόνια η Μαρούλα να ζητιανέυει αξυπόλυτη στα σοκάκια κι απέ την μάζεψε στο σπίτι τζης και της έδωκε ένα κεραμίδι πάνω απο το κεφάλι της και μια μπουκια ψωμί. Είναι κρίμα είπε τότε το ορφανό να σουλατσέρνει αμοναχό του στους δρόμους. Εβλεπε που το είχανε οι κοπρίτες και τα χαμίνια του κλώτσου και του μπάτσου. Είχε καθώς φαίνεται τούτο το παιδί το αστρικό του να σωθεί.
    Κέινη την ώρα που οι γυναίκες έκαμναν την δουλεια τους μια απίστευτη γαλήνη είχε απλωθεί σε όλο το σπίτι.
    Η Μαρούλα ειχε ξεμανίσει* πια, μαντάλωσαν τα στόματα των δουλικών, έκαμναν τη δουλειά τους η κάθε μια ξεχωριστά.
    «Μωρή Παγώνα, ημάτζεψες* τα ρούχα απο το σχοινί;» φωνάζει πάλι η Μαρούλα.
    «Μάλιστα κυρά μου! τα μάζωξα.»
    Δίπλα της η πινακωτή* ήτον ακόμη αλευρωμένη από το πρωινό ζύμωμα.
    «Βάλ’ το προζύμι πιο μέσα, κουζούμ…» μουρμούρισε.
    «Αμάν γιαβρούμ, Θα μας το ξινίσει η ζέστα. Ο νους σου στο μεϊντάνι συνέχεια, βιάζεσαι να ξεπορτίσεις πάλι»
    «Μα καλέ κυρά, εχουμε στείλει το φαί με το ταψί στο φούρνο, μονο του θα έρθει το ψητό με τση πατάτες;»
    «Αμα με πιάσουν πάλι τα μπουρίνια μου μπήξω πάλε τση φωνές και σε μουντάρω, να μη με λεν Μαρούλα!»
    Κέινη την ώρα, η Σμαρώ εβγήκε από την κουζίνα κρατώντας δίσκο με σερμπέτι τριαντάφυλλο σε λεπτά γυάλινα ποτήρια. Η κυρά ετούτη πάντα μπλέκουνταν στις δουλειές των υπηρετριών και όλου του προσωπικού του σπιτιού. Ήθελε να έχει τον έλεγχο των πάντων.
    Μα τον κόσμο που ζούσαν άλλος τον διαφέντευε. Οι θεϊκές και οι ανθρώπινες δυνάμεις. Κι ετούτες οι δεύτερες, οι ανθρώπινες, καμώνονταν για θεοί και έκαμαν του κόσμου τα κουμάντα. Μ’ αυτές εφούντωνε μέσα της η φλόγα της ανησυχίας.
    «Μάνα…» εψιθύρισε.
    «Άκουσες; λένε πως εσπάσαν τα ελληνικά στρατεύματα πέρα στον Κασαμπά…»
    Η γριά δεν απεκρίθη αμέσως. Έφτυσε μοναχά στον κόρφο της.
    «Σούσουρο είν’ που βγάνουν ολούθε οι Νατσιονάτοι* …» μουρμούρισε.
    «Η Σμύρνη εν αλώνι του Θεού. Ετούτα ξαναγινήκανε.» Μα δεν το επίστευε ούτε η ίδια.
    Από το ανοιχτό παραθύρι εμπήκε η μυρωδιά του γιασεμιού. Εκείνο το καταραμένο άρωμα που εμοσχοβολούσε πιο πολύ σαν επλησίαζε το κακό. Σαν μύρο. Σαν μοσχοβολιά την ώρα που κάποιος βγάνει την ψυχή του. Ιδια και απαράλακτη ημέρα σαν τότενες που πέθανε η αδερφή της η Θεόνη.
    Ο Νεκροσεντουκάς επέρασε απο μπροστά και μύριζε λιβάνι και θανατικό. Η ιππήλατη άμαξα ηταν διακοσμημένη με μαύρα πέπλα. Ηταν περίτεχνη με ξύλινα αγγελάκια σκαλιστά και μια γυάλινη προθήκη για το νεκροσέντουκο. Την έσερναν δυο μαύρα άλογα με ασορτί βελούδινα καλύματα και φτερά. Η συγχωρεμένη ειχε αφήσει ευχή και κατάρα η κηδέια της να ειναι ισάξια των «Λεβαντίνων» να ακολουθεί το βικτοριανό στυλ. Οσο «πρώτης κλάσης» κι αν ηταν η νεκροφόρα, ο προρισμός ηταν ο ίδιος. Το κοιμητήριο έξω απο την πόλη μακρια απο τις επάυλεις στον Μπουρνόβα και το κορδελιό. Μπήκε στο χώμα όπως και ο χαμάλης του λιμανιού. «Το σάβανο δεν έχει τσέπες» όπως λέει η γιαγιά Μαρούλα. Η δύναμη του χρήματος σταματά στην πόρτα του Κοιμητηρίου. Βέβαια η μαντάμ Θεόνη είχε φροντίσει να ταφεί στο πολυτελή οικογενειακό Μαυσωλέιο με τους μαρμάρινους περίτεχνους αγγέλους.
    Η ουσία όμως παραμένει η ίδια: η μοναξια του τέλους.
    Ο ήχος της καμπάνας παγώνει τον χρόνο δείχνοντας οτι μπροστα στο τέλος, η πλουσια συνοικία και ο φτωχομαχαλάς ενωνονται στην σιωπή. Ο πλουτος της Σμύρνης εξατμίζεται μπροστα στο αναπόφευκτο. Η προκυμαία (Quai) ήταν ενα σύμβολο της εφήμερης δόξας. Ενώ οι πλούσιοι έμποροι έκαμναν την επίδειξη τους εκεί, οι ίδιοιοι δρόμοι οδηγούσαν τελικα στα «μνήματα», υπενθυμίζοντας οτι η «μαύρη άμαξα» ήταν το τελευταίο όχημα που δεν έκαμε διακρίσεις στην μοναξιά του επιβάτη. Η λάμψη της πόλης ηταν το «προκάλυμμα» μιας αναπόφευκτης μοναχικής πορέιας.
    Η μικρή Ερμαού θυμάται ακόμα την κηδεία της θείας της.
    Για ενα μικρό παιδί αυτή η πλούσια κηδεία φάνταζε σαν ενα παράξενο, σκοτεινό θέατρο που διέσχιζε τους δρόμους. Τα μάτια στέκονταν στις λεπτομέρειες που οι μεγάλοι μέσα στην θλίψη τους προσπερνούσαν.
    Τα «μαυρα τέρατα» τα αλόγατα προκαλούσαν δέος, με τα μαυρα καλύμματα στα κεφάλια τους και τα ψηλά λοφία που κουνιούνταν ρυθμικά σε κάθε βήμα. Εμοιαζαν με πλάσματα βγαλμένα απο τα παραμύθια. Ο ήχος απο τις οπλές τους στο καλντερίμι ακούγονταν σαν ένας αργός, τρομακτικός χτύπος της καρδιάς. Η «γυάλινη κλούβα» με τα σκαλιστά ξύλινα αγγελάκια στις γωνίες ήταν σαν μια πολυτελή άμαξα που πήγαινε σε χορό…μονο που ο επιβάτης ήταν ακίνητος κι αμίλητος σαν άγαλμα.
    Αναρωτιόταν γιατι η κυρία θεονη δεν κοιτάζει εξω απο το τζάμι τις βιτρίνες της Ευρωπαϊκής οδού. Εβλεπε τους «ψευτοκλαψιάρηδες» τους επαγγελματίες πενθούντες με τα μαύρα ημίψηλα καπέλα και τα φράκα. Της έκαμε εντύπωση η απόλυτη σιωπή που επέβαλαν στο πέρασμά τους, σταματώντας τη φασαρία των πλανόδιων πωλητών και των κάρων. Στην παιδική μνήμη αποτυπωνόταν η βαριά μυρωδιά απο το λιβάνι που ανακατεύονταν με το άρωμα των χιλιάδων λουλουδιών (γαρδένιες και τριαντάφυλλα) που σκέπαζαν το φέρετρο, πνίγοντας για λίγο τη μυρωδιά της θάλασσας και του λιμανιού.
    Ενιωθε μια παράξενη σύγχυση: «Αφού έχει τόσους ανθρώπους να την ακολουθούν και τόσα πλούτη, γιατι την αφήνουν μόνη της στο τέλος μέσα στα χώματα;» Ο θάνατος των πλουσίων στην Σμύρνη ήταν η «μαύρη παρέλαση» που διέκοπτε το παιχνίδι, ενας άλλος κόσμος σοβαρός και σιωπηλός, που καμμιά χρυσή λίρα δεν μπορεί να εξαγοράσει. «Τάκα-τάκα» αργά τα άλογα μετρούν τα βήματα. Αφού ήταν τόσο πλούσια και είχε τόσα άλογα γιατι δεν κρατά αυτή τα γκέμια; «Τα άλογα και οι Νταντέλες είναι για να τα βλέπουν οι ζωντανοί » έλεγε η γιαγια Μαρούλα. «Αυτός που φεύγει, δεν παίρνει τίποτα μαζί του».
    Τόση φασαρία και κακό για να καταλήξει κάποιος μόνος του σε μια τρύπα στο χώμα, με ένα μαρμάρινο σταυρό να τον βαραίνει απο πάνω κι ενα καντήλι να φωτίζει και να μαζεύει τα έντομα. Ετσι σκέφτονταν το μικρό παιδί…προτιμώ τα δικά μου άλογα, τα ξύλινα, που τα οδηγώ εγώ όπου θέλω! Που δεν είναι μαύρα αλλά άσπρα και καφετιά και τα καβαλάνε γεναίοι ιππότες τζόβενα, που μου δίνουνε για ριγάλο κουφέτες ροσολάτες! Έτσι θυμόταν το μικρό κορίτσι τον θάνατο της θείας Θεόνης. Εφυγε με τιμές και δόξες, δεν την κουβάλησαν στους ώμους όπως τον πρώτο της άντρα που έχασε ότι είχε και δεν είχε στο κουμάρι και του ήρθε ο νταμπλάς. Ευτυχώς η θεία Θεόνη το φυσούσε το χρήμα, είχε παράδες απ το σπίτι τζη και όταν χήρεψε άρχινισε η ζωή της απο την αρχή. Σαν Σμυρνιά στο παραθύρι με παράπονο στα χείλη φύτευε βασιλικό… εδώ «βασιλικός» ήταν ο μακαρίτης. Ξαναπαντρεύτηκε μετά απο ένα χρόνο. Το κισμέτ της θείας όμως ήταν γραφτό, σώθηκε* το λάδι της κι ήρθε ο χάρος να της κάμνει πατινάδα. Την ώρα που έβγαινε η ψυχή της στην κάμαρή της, έξω στο σαλόνι μια μοσχοβολιά παράξενη τούς ετύλιξε όλους και η μικρή Ερμαού είδε τη Θεόνη μπάστακα ολοζώντανη, ίδια κι απαράλλαχτη με τις σούφρες* στην μούρη να τση χαμογελά. Όταν το ξομολογήθηκε στους μεγάλους, τους έπιασε σύγκρυο* σταυροκοπήθηκαν και εφύσηξαν τον κόρφο τους.

    «Σε αγαπούσε πολύ, μικρή μου, η Τσάτσα* σου η Θεόνη. Για αυτούνο σου ενεφανίστηκε…»
    της είχε πει η γιαγιά της.
    Η μικρή Ερμαού εστέκουνταν τώρα ξυπόλυτη στην αυλή, κοντά στο μουσλούκι, και επότιζε τον βασιλικό.
    «Κουζούμ, άσ’ τον τώρα τον βασιλικό…» της είπε η μάνα της.
    «Έλα μέσα.»
    Το κορίτσι εσήκωσε τα μεγάλα του μάτια.
    «Κι άμα διψάσει;»
    Η Σμαρώ εκαρφώθηκε. Δεν ήξευρε αν το παιδί εμιλούσε για το φυτό ή για «κάτι άλλο».

    Έπειτα ακούστηκαν φωνές απ’ τον δρόμο.
    Άλογα. Ρόδες αραμπάδων. Στρατιωτικές διαταγές.

    Ένας αξιωματικός εφώναζε στα τούρκικα: «Çabuk! Çabuk!*»

    Η μικρή Ερμαού έτρεξε στο μπαλκόνι. Ο δρόμος μπροστά από το σπίτι ήτον γεμάτος κίνηση. Λαός επήγαινε κι ερχόταν βιαστικός. Μια Αρμένισσα εκρατούσε εικόνα τυλιγμένη σε μαντήλι. Ένας γέρος ετράβαγε πίσω του δυο παιδιά και μια κατσίκα δεμένη με σκοινί. Δυο καμήλες, φορτωμένες μπόγους, εσταμάτησαν για λίγο στη γωνιά κι ο καμηλιέρης εφώναζε να του ανοίξουν δρόμο. Ένας χαμάλης, κόκκινος από τον ιδρώτα, εφορτωνε κιβώτια σ’ ένα κάρο.
    Και τότε ήρθε η μυρωδιά. Καπνός. Καπνός καμένου ξύλου και πετρελαίου.
    Μακρυά, προς τον Φραγκομαχαλά, εφάνηκε πρώτα ένα συννεφάκι. Ύστερα ένα μαύρο μαντήλι πένθιμο.
    Κι έπειτα ήρθαν οι καμπάνες. Βαριές. Σπασμένες. Αλαλιασμένες.
    Η Αγιά Φωτεινή κι όλες μαζί οι εκκλησιές εχτυπούσαν σαν μανάδες που θρηνούσαν τα παιδιά τους.
    Η νένε Μαρούλα εσηκώθηκε δύσκολα. Τα γόνατά της ετρίζαν σαν παλιό πάτωμα. Επήγε στο μπαούλο. Άνοιξε το καπάκι.
    Μέσα ήτον τα κεντημένα σεντόνια, τα προικιά της Σοφίας, κάτι φράγκικες καρτ ποστάλ, μια δαντέλα μυρωμένη με λεβάντα, κι από κάτω — το κουτί με τα γράμματα.
    Το εχάιδεψε σαν να χάιδευε μωρό.

    «Αμάν, Παναΐα μ’…» εψιθύρισε.
    «Μη μας κάμεις μουχατζίρηδες*…»

    Τότε ακούστηκε ουρλιαχτό από τον δρόμο. Μια γυναίκα έτρεχε ξεμαλλιασμένη.

    «Φεύγετε! Φεύγετε! Εμπήκαν οι τσέτες!»

    Η Ερμαού ετρόμαξε κι έσφιξε την ποδιά της μάνας της. Η ψυχοκόρη ήρχισε να τραβά τα μαλλιά τζης και ήβγαλε τσιρίδες* τρομακτικές που σου κόβουνταν τα ήπατα.

    «Σούσσσσ!» της φώναξε η Σμαρώ.
    «Μη μου σκιάζεις το παιδί. Ελα στα συγκαλά σου, στασου στα ποδάρια σου και πάρε ότι μπορείς στα χέρια. Ήρθε η ώρα.»
    Η Σμαρώ δεν έκλαψε. Οι Σμυρνιές μανάδες δεν εκλαίγαν εύκολα μπροστά στα παιδιά.
    Μονάχα επήγε στο εικονοστάσι. Άναψε το καντήλι. Το φυτιλάκι έτρεμε. Σαν το χέρι της. Σαν την ψυχή τους.
    Κάπου στην κουζίνα, η τσαγιέρα εσφύριξε μονάχη της πάνω στη σβησμένη θράκα. Κανείς δεν επήγε να την κατεβάσει.
    Κι έξω, πάνω από τη Σμύρνη, ο ουρανός άρχισε να πέρνει ενα βαθύ κόκκινο χρώμα.

    Σαν πληγή βαθιά, κατακόκκινη που μόλις είχε ανοίξει…

    «Γλωσσάρι»
    *Αβραντίνι: (τουρκικός ιδιωματισμός/avrat=γυναίκα) μετο έτσι θέλω.
    *Αβίζο: (ίταλ. avviso) χωρις να το πάρει είδηση, χαμπάρι.
    *Αναντάν – μπαμπαντάν: απο πατέρα και μητέρα.
    *Γκιουλμπαξές: κήπος με τριανταφυλλιές.
    Γκεβεζιλίκιατα αστεία , οι φλυαρίες.
    *Γιαγκίνι: η φωτιά.
    *Βερχανές: εμπορικό κτήριο, αποθήκη ή χάνι συνδεδεμένο με εμπορική δραστηριότητα.
    *Χαγιάτι: στεγασμένος διάδρομος ή ημιυπαίθριος χώρος.
    *καταχερίζω: Μαλώνω, επιπλήττω.
    *Κουρμπάνι: θυσία, σφάγιο των Τούρκων στο Μπαϊράμι.
    *Μουσλούκι: μεταλλικό ή πήλινο δοχείο νερού με βρυσάκι.
    *Μαρκετερί: τεχνική διακοσμητικής ένθεσης ξύλου.
    *Καμπαρμάδες: στολίδια της οροφής.
    *Καντηλέρι: κρεμαστό καντήλι του εικονοστασίου.
    *Πινακωτή: ξύλινο σκεύος για το φούσκωμα του ζυμαριού.
    *Çabuk: «γρήγορα» στα τουρκικά.
    *ημάτζεψες: Μάζεψες.
    *Μουχατζίρης / μουχατζίριδες: πρόσφυγας, ξεριζωμένος άνθρωπος που αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πατρίδα και το σπίτι του· από το τουρκικό muhacir και την αραβική λέξη muhājir («μετανάστης», «φυγάς»). Στη μικρασιατική μνήμη η λέξη συνδέεται βαθιά με τον πόνο του ξεριζωμού μετά το 1922.
    *Μπάστακας: Ιταλ. basta (φτάνει/αρκετά) ή το bastone (μπαστούνι/ξύλο) Μπαστούνι μπηγμένο στο χώμα, ακίνητος, άκαμπτος και..ενοχλητικός.
    *Νατσιονάτοι: Οι ξένοι υπήκοοι.
    *Νταμπλάς: Αποπληξία.
    *Πατινάδα: Καντάδα.
    *Ριγάλο: χάρισμα
    *Ροσολάτο: ροσόλι,σιρόπι είδος λικέρ.
    *Σούφρες: ρυτίδες, ζάρες.
    *Σύγκρυο: Ρίγος.
    *Σώνω: εξαντλήθηκε, τελέιωσε.
    *Τζόβενο: Nεαρός, κομψός.
    *Τσάτσα: η Θεία.
    *Τσιρίδες: κραυγές.
    *Ξεμανίζω: Ξεθυμώνω.

    🖊️ A.Sfirakisart

  • «Η ΕΞΟΔΟΣ»
    Με τον όρο «Έξοδος» έχει καθιερωθεί στη βιβλιογραφία του Μικρασιατικού Ελληνισμού ο ξεριζωμός των Ελλήνων από τις πατρογονικές εστίες.
    Ο ξεριζωμός αυτός πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις και με τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η πρώτη φάση περιλαμβάνει τους Έλληνες που εγκατέλειψαν τις πόλεις και τα χωριά τους, ακολουθώντας την υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού, και η δεύτερη την περισσότερο οργανωμένη και «επίσημη» αποχώρηση των Ελλήνων, με την ανταλλαγή των πληθυσμών που επέβαλε η Συνθήκη της Λωζάνης.
    Όταν οι Έλληνες, που ζούσαν στην περιοχή που έλεγχε ο Ελληνικός Στρατός πληροφορήθηκαν τον Αύγουστο του 1922, την κατάρρευση του μετώπου είχαν δυο επιλογές: είτε να παραμείνουν στις εστίες τους, είτε να φύγουν και να κατευθυνθούν στα λιμάνια της Προποντίδας και του Αιγαίου υπό την προστασία των στρατιωτών που υποχωρούσαν και κατευθύνονταν προς τα λιμάνια αυτά, για να επιβιβαστούν στα στρατιωτικά και εμπορικά πλοία που είχαν σπεύσει εκεί.
    Οι περισσότερες ελληνικές κοινότητες των Βουρλών, του Αϊβαλιού και του Αξαρίου. Οι κάτοικοι των Βουρλών, σε συνεννόηση με τους συντοπίτες τους Τούρκους, αποφάσισαν να μείνουν στην πόλη τους με την ελπίδα ότι δεν θα αντιμετωπίσουν προβλήματα. Διαψεύστηκαν και το αποτέλεσμα ήταν η πυρπόληση της πόλης και ο θάνατος περίπου 9.000 κατοίκων.
    Στο Αϊβαλί συνελήφθησαν πρώτα οι άνδρες, οι οποίοι εστάλησαν σε στρατόπεδα του εσωτερικού, Αμελέ Ταμπουρού ( Amele Tabourlari), διαβόητα τάγματα εργασίας για την κατασκευή δρόμων, σιδηροδρόμων, εξορύξεις σε λατομεία. Ουσιαστικά ήταν μέτρο εξόντωσης των χριστιανικών πληθυσμών. Οι αιχμάλωτοι ζούσαν σε απάνθρωπες συνθήκες με ελάχιστο φαγητό και νερό, χωρίς ιατρική περίθαλψη, εκτελώντας εξαντλητική εργασία. Οι περισσότεροι πέθαιναν σαν τις μύγες από κακουχίες, πείνα και αρρώστιες όπως (ο τύφος). Εξοντώθηκαν περίπου 4.000 άνθρωποι με τον τρόπο αυτό. Από αυτούς που έμειναν πίσω στο Αϊβαλί πολλοί ληστεύτηκαν και σφαγιάστηκαν στην συνοικία Ταμπακαριά από Τσέτες. Τελικά οι εναπομείναντες Αϊβαλιώτες επιβιβάστηκαν στις 21 Σεπτεμβρίου σε δύο Ελληνικά πλοία με Αμερικάνικη σημαία. Πίσω έμειναν πολλοί ιερείς και ο Μητροπολίτης Γρηγόριος, οι οποίοι μαρτύρησαν στις 3 Οκτωβρίου.
    Ο Ηλίας Βενέζης στο έργο του « Το Νούμερο 31328», αιχμάλωτος και ο ίδιος περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο την φρίκη των ταγμάτων αυτών. Το βιβλίο χαρακτηρίστηκε από τον Georges Lecompte, γραμματέα της Γαλλικής Ακαδημίας, «τρομερό κατηγορητήριο για την αποχαλίνωση του κακού που φέρνουν οι πόλεμοι».
    « Το σάπιο εμπόρευμα-παιδάκια κι οι γυναίκες- θα μπάρκερναν για την Ελλάδα. Μα οι άνδρες από 18 ίσαμε 45 χρονώ, θα φεύγαν για το εσωτερικό, σκλάβοι στα εργατικά τάγματα… Τα εργατικά τάγματα ήταν ένα μακρινό παρελθόν από τον Μεγάλο Πόλεμο…χιλιάδες χριστιανοί είχαν αφήσει στα κάτεργα αυτά τα κόκαλα τους… Σα μαζεύονταν 200-300 άνθρωποι, τους στέλναν με συνοδεία για το εσωτερικό…Πρωί πρωί η τρομερή είδηση γέμισε την πόλη: Σφάξαν την πρώτη αποστολή στον κάμπο του Αϊ Γιωργιού!.. Τα βαπόρια σφύριζαν και φεύγαν ολοένα. Ο στρατός άρχιζε να ψάχνει τα σπίτια. Κάμποσοι από τα νιάτα πήραν την απόφαση να μπαρκάρουν κρυφά. Άλλοι ντύνονταν γυναίκες, άλλοι πλήρωναν τους σκοπούς….ήταν καμμιά τριανταριά όλοι γέροντες του Αϊβαλιού. Σε λιγοστούς μοναχά κυμάτιζαν κάτι απομεινάρια από ράσα. Ένα δύο διατηρούσαν ακόμα στραβά, τσαλακωμένα από τα χτυπήματα, τα καλυμμαύκια. Οι άλλοι ήταν ολόγυμνοι, με τις φανέλες και τα σώβρακα».
    Από τους Έλληνες του Αξαρίου 7.000 σκοτώθηκαν στα Αμελέ Ταμπουρού. Ο συνολικός αριθμός όσων σκοτώθηκαν σε στρατόπεδα μετά την καταστροφή φτάνει τους 135.000. Γλίτωσαν και επέστρεψαν στην Ελλάδα μόνο 15.000.


    Τα λιμάνια επιβίβασης για τους πρόσφυγες και τον στρατό ήταν αυτά της Προποντίδας (Κίος, Μουδανιά, Πάνορμος, και Κύζικος), το Δίκελι και ο Τσεσμές. Οι Έλληνες από της περιοχή της Προποντίδας και το εσωτερικό ( Δορύλαιον, Εσκί Σεχίρ) , κατευθύνθηκαν προς τα λιμάνια της Προποντίδας. Η Κύζικος εκκενώθηκε με τάξη υπο την καθοδήγηση του Κ.Ταβουλάρη και οι κάτοικοι κατάφεραν να μεταφέρουν και τις περιουσίες τους. Στην Προποντίδα σημαντική ήταν η βοήθεια της Αμερικανίδας jilson, διευθύντριας του Αμερικάνικου Παρθεναγωγείου Προύσας. Αντίθετα κάποιοι Γάλλοι στρατιώτες αφόπλιζαν Έλληνες και τους παρέδιδαν στους Τούρκους. Η ηρωική Ανεξάρτητη Μεραρχία, με διοικητή τον Δ.Θεοτόκη ακολουθούμενη από από Έλληνες της Κιουτάχειας, του Σιμάβ, του Σαλιχλί και του Κίρκαγατς διέσχισε μέσα σε 15 ημέρες 600 χιλιόμετρα με προορισμό την Πέργαμο και το Δίκελι , όπου και επιβιβάστηκε σε πλοία μαζί με περίπου 6.000 Έλληνες και Αρμένιους. Λίγα χιλιόμετρα έξω από την Σμύρνη, στη Μαγνησία, οι Έλληνες κάτοικοι έφυγαν υπό την προστασία του Συνταγματάρχη Φίλλιπου και 250 άλλων στρατιωτών, οι οποίοι και σκοτώθηκαν στην προσπάθειά τους αυτή.
    Η συγκέντρωση χιλιάδων προσφύγων στην προκυμαία της Σμύρνης, οι νεκροί, οι αγνοούμενοι και η πυρπόληση της Μητρόπολης του Μικρασιατικού Ελληνισμού είναι γεγονότα εντυπωμένα βαθιά στην συλλογική συνείδηση όλων των Ελλήνων. Οι εικόνες της Σμύρνης που καίγεται είναι εικόνες που δεν ξεχνιούνται εύκολα, όχι μόνο από αυτούς που τις έζησαν, αλλά ακόμα και από εμάς που τις είδαμε μόνο σε ντοκιμαντέρ, σε φωτογραφίες ή που τις διαβάσαμε σε ένα από τα πολλά βιβλία για το ’22.
    Οι χιλιάδες Έλληνες που έμειναν στα παράλια της Μικράς Ασίας μετά την κατάρρευση του μετώπου, σε περιοχές εκτός από αυτές που ήλεγχε ο Ελληνικός Στρατός, μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες:
    Σε αυτούς που υποχρεώθηκαν να «φύγουν» πριν την Συνθήκη της Λωζάνης και σε αυτούς που «έφυγαν» σύμφωνα με τα άρθρα και τις προϋποθέσεις της συνθήκης αυτής. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι Έλληνες της Μάκρης, του Λιβισίου, της Αντιφέλλου, Της Αλάγια, οι οποίοι έφυγαν από τις πατρογονικές εστίες τον Σεπτέμβρη του 1922.
    Οι πληθυσμοί αυτοί ανήκουν σε μια ιδιαίτερη περίπτωση: ενώ γεωγραφικά βρίσκονταν εκτός της ζώνης των επιχειρήσεων του Ελληνικού Στρατού, η μοίρα τους σφραγίστηκε από τη γενική κατάρρευση.
    Οι πληθυσμοί της Νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας (Λυκία/Παμφυλία):

    1. Η προστασία των Ιταλών: Μέχρι το καλοκαίρι του 1922, οι περιοχές αυτές τελούσαν υπό ιταλική επιρροή ή κατοχή. Οι Ιταλοί τηρούσαν μια πιο ήπια στάση, γεγονός που επέτρεψε στους Έλληνες εκεί να παραμείνουν σχετικά ασφαλείς μέχρι τη μεγάλη υποχώρηση.
    2. Η φυγή του Σεπτεμβρίου 1922: Μετά την ήττα του μετώπου και την αποχώρηση των Ιταλών, οι κάτοικοι του Λιβισίου και της Μάκρης βρέθηκαν εκτεθειμένοι στις δυνάμεις του Κεμάλ. Η φυγή τους ήταν εσπευσμένη και δραματική, καθώς ξεκίνησαν με βάρκες και καΐκια κυρίως προς τα Δωδεκάνησα (που ήταν υπό ιταλική κυριαρχία) και το Καστελλόριζο.
    3. Υπαγωγή στη Σύμβαση Ανταλλαγής: Η Σύμβαση της Λωζάνης είχε αναδρομική ισχύ για όσους είχαν ήδη εγκαταλείψει τις εστίες τους από τις 18 Οκτωβρίου 1912 και μετά. Έτσι, δεν τους επιτράπηκε ποτέ η επιστροφή και οι περιουσίες τους καταγράφηκαν ως «ανταλλάξιμες».
      Το Λιβίσι, μάλιστα, παραμένει μέχρι σήμερα μια «πόλη-φάντασμα» (Kayaköy), αποτελώντας ένα από τα πιο ισχυρά μνημεία αυτής της βίαιης αποκοπής.
      Η Ανταλλαγή των πληθυσμών ,μέτρο που ουδέποτε ξαναεφαρμόστηκε και καταδικάστηκε ήδη πριν εφαρμοστεί, βασίστηκε σε λόγους που ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος εξέθεσε στον Ύπατο Αρμοστή της Κοινωνίας των Εθνών Δανό Nansen:
      α) το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνικού πληθυσμού την Μ.Ασίας και της Θράκης είχε ήδη εγκαταλείψει τις εστίες του,
      β) η Κεμαλική κυβέρνηση είχε ήδη δηλώσει κατηγορηματικά ότι δεν θα ανέχονταν την παραμονή του Ελληνικού στοιχείου στην Τουρκική επικράτεια.
      γ) η αποχώρηση των μουσουλμάνων κατοίκων από την Ελλάδα θα διευκόλυνε την αποκατάσταση των προσφύγων,
      δ) η εγκατάσταση των προσφύγων κυρίως στην Μακεδονία και την Θράκη θα εξασφάλιζε τη δημογραφική ομοιογένεια.
      Οι αντιδράσεις των αντιπροσώπων της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών για την υποχρεωτική ανταλλαγή διατυπώθηκαν στην Λωζάνη, αλλά ήταν χωρίς αντίκρισμα, αφού καμία χώρα δεν μπορούσε να εγγυηθεί την ασφαλή επιστροφή των ήδη εκδιωχθέντων προσφύγων και την ασφάλεια τους μετά την εγκατάσταση. Όλα αυτά πολύ λίγο ένοιαζαν τους εναπομείναντες Έλληνες των παραλίων και της Μικράς Ασίας. Η γενιά της «Εξόδου» έμεινε με την πικρή αίσθηση ότι περιφρονήθηκε ως σύνολο ανθρώπινων υπάρξεων με βούληση και αξιοπρέπεια, ότι τα διεθνή και κρατικά κέντρα αποφάσεων προσδιόρισαν την τύχη τους ερήμην αυτών.
      Οι Έλληνες κάτοικοι πληροφορήθηκαν τα νέα για την Συνθήκη της Λωζάνης και την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών από ανακοινώσεις που θυροκολλήθηκαν σε ναούς και κεντρικά σημεία των χωριών τους. Η συνθήκη της Λωζάνης αποτελεί το μοναδικό παράδειγμα συνθήκης που προέβλεπε την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών. Είχαν ήδη προηγηθεί ανταλλαγές πληθυσμών (μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, συνθήκη του Νεϊγύ, 27 Νοεμβρίου 1919), αλλά σε εθελοντική βάση. Αυτή την φορά έπρεπε να φύγουν από τα σπίτια τους οι χριστιανοί ορθόδοξοι από την Τουρκία και οι Μουσουλμάνοι από την Ελλάδα, αφού μοναδικό κριτήριο ήταν το θρήσκευμα. Εξαίρεση στην συνθήκη ήταν οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης και οι χριστιανοί της Ίμβρου, της Τενέδου και της Κωνσταντινούπολης. Σκοπός της ανταλλαγής ήταν η δημιουργία «καθαρών» κρατών.
      Μέσα στα ελάχιστα που κατάφεραν να μεταφέρουν οι Έλληνες των παραλίων κατά την έξοδο είναι και τα λεγόμενα «κειμήλια», δηλαδή τα ιερά σκεύη των Ναών και οι εικόνες. Από το πλήθος των κειμηλίων που έκρυψαν οι πρόσφυγες στον κόρφο τους ( «Μέσα στα στήθη μου είχα κρύψει μια εικόνα του σπιτιού», μαρτυρία της Αντωνίας Χατζηστεφάνου από τα Μούγλα) ξεχωρίζουν η ψηφιδωτή εικόνα της Παναγίας «η Επίσκεψις» του 13ου αιώνα, έργο Κωνσταντινοπολίτικου εργαστηρίου, από την Τρίγλεια της Βιθυνίας, η Παναγία η Ελεούσα, του 15ου αιώνα, από την Κούταλη της Προποντίδας, ο σταυρός με συρματερή διακόσμηση από την Εφεσο, η λειψανοθήκη του νεομάρτυρα Αγίου Γεωργίου του Χιοπολίτη από το Αϊβαλί. Σημαντικός αριθμός εικόνων και ιερών σκευών έχει καταγραφεί στην Χαλκιδική, που καλύπτουν χρονολογικά την περίοδο από τον 12ο αιώνα ως και τον 20ο. Δύο από τις εικόνες αυτές του 14ου και 15ου αιώνα («Άγιος Νικόλαος» και «Χριστός ένθρονος») προέρχονται από το Μάλτεπε της Προποντίδας και μια αμφιπρόσωπη του 14ου αιώνα από τον Πύργο της Προποντίδας («Παναγία του Πύργου» και «Σταύρωση»).
      Όπως είναι πλέον αποδεκτό από όλους, αυτός ο ξεριζωμός των χιλιάδων Ελλήνων από τις πατρογονικές αξίες υπήρξε μια από τις τραγικότερες σελίδες ολόκληρης της Ελληνικής ιστορίας. Η τραγικότερη μήπως;
      Σύμφωνα με τον Ε.Βενιζέλο:
      «Η καταστροφή εξεταστέον αν δεν είναι η μεγαλυτέρα και από την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεως. Εις την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεως το έθνος έμεινε εις τας εστίας του…υποταγμένον και δούλον, αλλά έμεινε συνεχίζον την ζωήν του, δεν έπαθεν την συμφοράν την οποίαν έπαθεν σήμερον»

    Κείμενα αντλήθηκαν από το ένθετο: Χαμένες πατρίδες, ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, μνήμες Ελλήνων-Πέτρος Στ.Μεχτίδης (ΤΑ ΝΕΑ/ α’ ΈΚΔΟΣΗ 2006. Τροία εκδοτική εμπορική).
    Επεξεργασία: A.sfirakisart

  • Ήταν πρωί 21ης Απριλίου.

    Η άνοιξη είχε ήδη απλώσει το φως της πάνω στα κεραμίδια και στα σοκάκια, σαν να μη γνώριζε — ή σαν να αρνιόταν να μάθει — τι ερχόταν. Στην άκρη μιας αυλής, εκεί όπου το χώμα στα παρτέρια και το πλακόστρωτο μύριζε ακόμη υγρασία νυχτερινή, ένα μικρό δεντράκι ελιάς είχε γιομίσει ανθάκια. Μικρά λευκά άνθη, σχεδόν αόρατα, έτρεμαν στο παραμικρό φύσημα. Άφωνα αστράκια αδύναμα. Κι όμως, κουβαλούσαν αιώνες. Η ελιά δεν βιάζεται. Ξέρει να περιμένει.Έχει δει πολέμους, φωτιές, ξεριζωμούς.Έχει δει ανθρώπους να χάνονται και άλλους να επιστρέφουν με χώμα στα χέρια και μνήμη στα μάτια. Μονάχα ο Χριστός χρειάστηκε να φτύσει το χώμα και να θεραπεύσει τον τυφλό. Έκτοτε οι άνθρωποι ρίχνουν χώμα στους πεθαμένους…. Στάχτη στα μάτια.

    Εκείνο το πρωί, οι δρόμοι άρχισαν να βαραίνουν από τη σιωπή. Μια σιωπή που δεν ήταν φυσική. Σαν να επέρχεται κάποια θεομηνία, ένας σεισμός. Μια καταστροφή. Η σιωπή εκείνη ηταν επιβεβλημένη.Σαν να έπεσε ένα αόρατο χέρι πάνω από την πόλη και να είπε: «Τώρα, θα σωπάσετε. Θα βγάλετε τον σκασμό».Εμβατήρια ακούγονταν στις παρελάσεις και στα γήπεδα. Άνθρωποι με μαύρα γυαλιά και κοστούμια επίσημα, στέκονταν σαν στρατιωτάκια ακούνητα κι αμίλητα! Ψιθύριζαν Πατρίς θρησκεία οικογένεια! Ξεφώνιζαν… Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών. Ζήτω η Εθνοσωτήριος επανάστασις!Παντού το σύμβολο του καιόμενου πουλιού και του στρατιώτη… ο Φοίνικας που αναγεννάται από τις φλόγες, έχοντας μπροστά του έναν στρατιώτη, συμβολίζοντας την αναγέννηση του έθνους. Κάποιος άγγιξε το κλαδάκι της ελιάς.Το κράτησε για λίγο, σχεδόν διστακτικά, σαν να φοβόταν μήπως το πληγώσει.Τα άνθη άφησαν μια ανεπαίσθητη μυρωδιά στα δάχτυλά του — μια μυρωδιά ζωής, πείσματος, συνέχειας.Και τότε κατάλαβε. Ό,τι κι αν αλλάξει,ό,τι κι αν επιβληθεί, όσο κι αν σκοτεινιάσει ο ουρανός, η ελιά θα ανθίζει. Για να θυμίζει…Πως η γη δεν υπογράφει διατάγματα.Πως η άνοιξη δεν υπακούει σε διαταγές.Πως η ζωή — ακόμη και μέσα στον φόβο — βρίσκει τρόπο να ανθίζει.Κι έτσι, εκείνη την 21η Απριλίου,μέσα στη σιωπή που απλώθηκε σαν σκιά,ένα μικρό κλαδί ελιάς άνθισε. Σαν αντίσταση. 🌿

    ✍️A.Sfirakisart

  • Η πινακίδα δεν έγραφε απλώς ένα όνομα. Έγραφε μια εποχή. Ο τοίχος ήταν ασβεστωμένος πρόχειρα, με εκείνη τη βιασύνη που έχουν τα πράγματα όταν θέλουν να σκεπάσουν (να κουκουλώσουν) όπως – όπως κάτι χωρίς να το σβήσουν πραγματικά. Και πάνω του, βιδομένη, με τέσσερις σκουριασμένες βίδες, στεκόταν η μπλε πινακίδα:

    «ΠΛΑΤΕΙΑ 21ΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967»

    Το μπλε είχε ξεθωριάσει. Το άσπρο είχε κιτρινίσει. Μα οι αριθμοί… οι αριθμοί έμεναν πεισματικά καθαροί, σαν να μην ήθελαν να ξεχαστούν. Ένας γέρος στάθηκε μπροστά της. Δεν την κοίταξε αμέσως. Έσκυψε λίγο το κεφάλι, σούφρωσε τα φρύδια σαν να είδε κάποιον παλιό γνώριμο — ή κάποιον που δεν ήθελε να βρεθεί ξανά μπροστά του. «Εδώ δεν ήταν έτσι…» μουρμούρισε. Κάποτε, εκείνη η πλατεία είχε άλλο όνομα. Όνομα ανθρώπινο. Όνομα με μυρωδιές από γιασεμί, με παιδικές φωνές, με καλοκαίρια που έσταζαν καρπούζι και ιδρώτα. Τότε που οι γυναίκες έβγαζαν τους σελτέδες και τις κουρελούδες στις αυλές και οι άντρες κάθονταν ανάποδα σε ψάθινες καρέκλες στα σοκάκια, να πουν δυό κουβέντες — δυό κουβέντες που κρατάγανε ώρες. Κι ύστερα, ένα πρωί…ήρθαν τα φορτηγά. Τα Ρέο! Δεν ήταν θόρυβος μεγάλος. Όχι.Ήταν εκείνη η σιωπή που σε κάνει να ακούς τον εαυτό σου να φοβάται.Ένας φαντάρος κατέβηκε. Πήρε την παλιά πινακίδα. Δεν την πέταξε. Δεν την έσπασε. Την αποκαθήλωσε αργά. Σαν να κατέβαζε εικόνισμα από εικονοστάσι. Και στη θέση της, έβαλαν αυτή.

    21η Απριλίου. Η μέρα που μπήκε σε τοίχους, σε χαρτιά, σε σπιρτόκουτα, σε δρόμους,σε γέφυρες, σε σχολεία, σε στόματα — ακόμη και σε σιωπές. Ο γέρος ξανακοίταξε την πινακίδα.«Δεν φταίει αυτή…» είπε. «Οι άνθρωποι φταίνε που δίνουν στα χρόνια ονόματα…»

    Ένα παιδί πέρασε σχεδόν τρέχοντας. Δεν κοίταξε την πινακίδα. Δεν ήξερε. Και ίσως… σκέφτηκε ο γέρος… ίσως αυτό να ήταν το μόνο καλό. «Ξέρεις νεαρέ τι λέει εδώ;» Ρώτησε το παιδί.

    «Ναι παππού – απαντά το παιδί – 21η Απριλίου. Όπως λέμε 25η Μαρτίου, 28η Οκτωβρίου. Παλιές ημερομηνίες. Εθνικές εορτές. Όλες ίδιες είναι.»

    Κόντεψε να πάθει συγκοπή ο γέρος. «Ε, όχι δεν είναι όλες ίδιες!!! Δεν είναι όλα μια ίσια γραμμή. Κάποια “νούμερα” δεν μπορούν να σταθούν δίπλα σε ήρωες. Γιατί είναι απλά νούμερα» παιδί μου.

    «Δεν ξέρω παππού, φεύγω γιατί με περιμένει η μάνα μου κι αν αργήσω, θα μου κάνει τα μούτρα μπλέ μαρέν, όπως την πινακίδα!» απάντησε το παιδί φεύγοντας βιαστικά.

    Ίσως καλύτερα έτσι. Ίσως να μάθει αργότερα. Να μάθει πρώτα να σηκώνει το βάρος τον λέξεων και των αριθμών. Να ζυγιάζει σωστά στην πλάστιγγα το καλό και το κακό. Αλήθειες και παραμύθια. Γιατί κάποια πράγματα δεν πρέπει απλά να τα κουβαλάς. Αλλά… ούτε και να τα σβήνεις τελείως.Τα αφήνεις εκεί. Σκουριασμένα. Ξεχασμένα. Να στέκονται.

    Σαν προειδοποίηση.

    Στο βίντεο 📼 που ακολουθεί:

    Ένα συνταρακτικό απόσπασμα της ταινίας “Ο Θανάσης στη Χώρα της Σφαλιάρας” (1976), ο Θανάσης Βέγγος μεταφέρει με το κάρο του ένα νεκρό παιδί -υπονοείται ευθέως από την ταινία ότι πρόκειται για κάποιο από τα θύματα του Πολυτεχνείου- ενώ ακούγεται το τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη “Σου είπαν ψέματα πολλά”.

    🖊️Α.Sfirakisart

  • Ιλαροτραγωδία. Μωσαϊκό που απεικονίζει θεατρικές μάσκες τραγωδίας και κωμωδίας.

    Ο «ἀπὸ μηχανῆς θεός» (λατ. deus ex machina) είναι όρος της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας που περιγράφει την απροσδόκητη εμφάνιση ενός θεϊκού προσώπου μέσω γερανού («μηχανή»), το οποίο δίνει λύση σε ένα αδιέξοδο. Μεταφορικά, αναφέρεται σε έναν αναπάντεχο σωτήρα ή μια από μηχανής λύση σε ένα περίπλοκο πρόβλημα. Χρησιμοποιούνταν, κυρίως από τον Ευριπίδη, για να επιλυθούν περίπλοκες πλοκές όπου οι ήρωες είχαν οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Ο όρος «μηχανή» με τη σύγχρονη έννοιά του χρησιμοποιήθηκε στην εποχή του Αισχύλου για να περιγράψει τον μηχανισμό με τη βοήθεια του οποίου μεταφέρονταν στη σκηνή οι ήρωες της τραγωδίας, θεοί, ημίθεοι και θνητοί από εκεί πηγάζει και η έκφραση «ο από μηχανής θεός». Tον λατινικό όρο Deus ex machina εισήγαγε ο Βιτρούβιος. Ο αρχαίος τραγωδός έπρεπε να χρησιμοποιήσει με φειδώ την παρέμβαση θεϊκού προσώπου στο έργο, καθώς υποδήλωνε ότι το πρόβλημα υπερέβαινε τις λύσεις που μπορούσαν να προσφέρουν θνητά πρόσωπα. Στη σωζόμενη αρχαία τραγωδία του Ευριπίδη «Μήδεια», ο θεός Ήλιος εισακούοντας την παράκληση του Χορού, αποστέλλει ένα άρμα που το σέρνουν δράκοντες, για να μεταφέρει την παιδοκτόνο εγγονή του Μήδεια μακριά από το σύζυγό της Ιάσονα, ώστε να βρει καταφύγιο στην ασφάλεια της πόλης των Αθηνών. Ο Αριστοτέλης στο έργο του, «Ποιητική», ασκεί κριτική σε τραγωδούς όπως τον Ευριπίδη, επειδή χρησιμοποιούσαν τον «από μηχανής θεό» για να επιλύσουν τις δύσκολες καταστάσεις μίας σύνθετης πλοκής. Στο έργο του Ars Poetica, ο Ρωμαίος λυρικός ποιητής Οράτιος συμβουλεύει «… και κανένας Θεός δεν πρέπει να παρεμβαίνει (στη πλοκή του έργου), εάν το πρόβλημα δεν απαιτεί μια τέτοια λύση …»

    Αναπαράσταση του από μηχανής θεού με χρήση εκκυκλήματος και οι τριγωνικοί περίακτοι. Τεχνολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.


    Πρόκειται για έναν ξύλινο γερανό που εμφανιζόταν από ψηλά, δίνοντας την εντύπωση ότι ο θεός κατεβαίνει από τον ουρανό.
    Ο θεός δεν θα μπορούσε όμως να εμφανιστεί σαν κοινός θνητός, από το δρόμο των παρασκηνίων, γιατί θα έλειπε το στοιχείο του δέους από την εμφάνισή αυτή.
    Προτιμήθηκε λοιπόν να παρουσιάζεται με ειδικό μηχάνημα από το επάνω μέρος της σκηνής ή καμιά φορά από καταπακτή εάν επρόκειτο για θεό του Άδη. Από την ειδική, λοιπόν, αυτή μηχανή, ερχόταν ο θεός και φυσικά ήταν «από μηχανής», διότι ερχόταν στην κατάλληλη στιγμή για να δώσει λύση σε κάποιο σοβαρό πρόβλημα που δημιουργούσε αδιέξοδο
    «Αν και κανείς μηχανισμός, ούτε απεικονίσεις του δεν σώζονται, υπάρχουν αρκετές αναφορές στην αρχαία ελληνική γραμματεία, από τις οποίες αντλούμε πληροφορίες για τον σχεδιασμό και την λειτουργία του. Από αγγεία που βρίσκονται σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές, παίρνουμε επίσης σημαντικές πληροφορίες για το αρχαίο θέατρο και τον μηχανισμό. Πρόκειται για ευμεγέθεις μηχανισμούς, αποτελούμενους από δοκούς, τροχαλίες και σχοινιά, τα οποία μπορούσαν να σηκώσουν φορτία ως έναν τόνο και σε μερικές περιπτώσεις να κάνουν σφοδρούς κλυδωνισμούς, απεικονίζοντας ταξίδι στο χώρο όταν το έργο το απαιτούσε».


    Ο σκηνικός εξοπλισμός περιλάμβανε επίσης θεατρικούς μηχανισμούς. Ένας από αυτούς ήταν το εκκύκλωμα, μια ξύλινη πλατφόρμα πάνω σε τροχούς. Φυλασσόταν στο εσωτερικό της σκηνής και ανασυρόταν όταν ήταν απαραίτητο. Παρουσίαζε στο κοινό το θύμα ενός φόνου που είχε λάβει χώρα εκτός της σκηνής. Η χρήση του ήταν απαραίτητη επειδή οι βίαιες σκηνές μπροστά στο κοινό απαγορευόντουσαν στο αρχαίο θέατρο. Ένας άλλος μηχανισμός ήταν η μηχανή ή γερανός. Ανέβαζε τους υποκριτές που υποδυόντουσαν τους θεούς και των οποίων η εμφάνιση ήταν καθοριστική για την πλοκή, και τους μετέφερε στην ορχήστρα. Οι ηθοποιοί αιωρούνταν πάνω από την ορχήστρα, δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι πετούσαν. Αυτός ο μηχανισμός χρησιμοποιούνταν συχνά στις τραγωδίες του Ευριπίδη για την εμφάνιση ανθρώπων, καθώς και θεών.
    Αργότερα, κατά την ελληνιστική περίοδο, το σκηνικό έπρεπε να αλλάζει πιο γρήγορα επειδή η δράση εξελισσόταν σε διαφορετικά μέρη. Έτσι, εφευρέθηκε μια ειδική συσκευή, ο περίακτος. Αποτελούνταν από τρεις ενωμένους πίνακες που σχημάτιζαν ένα τρίγωνο και περιστρέφονταν γύρω από έναν ξύλινο άξονα. Κάθε πίνακας απεικόνιζε ένα διαφορετικό θέμα και περιστρέφοντας τον περίακτο, ένα ορεινό τοπίο ή μια παράκτια περιοχή παρουσιάζονταν στο κοινό. Κανονικά, οι περίακτοι τοποθετούνταν στα δύο άκρα του λογείου, ώστε οι θεατές να γνωρίζουν από πού προέρχονταν οι χαρακτήρες του έργου.
    Στις παραστάσεις χρησιμοποιούνταν δύο ακόμη βοηθητικά τεχνικά μέσα, το κεραυνοσκόπειο και το βροντείο. Το κεραυνοσκόπειο ήταν ένας ξύλινος άξονας με μεταλλικές επιφάνειες που αντανακλούσαν το ηλιακό φως δίνοντας την εντύπωση κεραυνού. Το βροντείο ήταν ένα τεντωμένο κομμάτι δέρματος, πάνω στο οποίο άδειαζαν με δύναμη μολύβδινα σφαιρίδια από ένα χάλκινο δοχείο για να προσομοιώσουν τον ήχο μιας βροντής.
    Η σκηνογραφία των παραστάσεων συμπληρωνόταν από κινητές κατασκευές που θύμιζαν βωμούς τάφων, καθώς και αντικείμενα διαφόρων ειδών, όπως υφάσματα και αγάλματα θεών.

    Αιώρημα: Είδος γερανού, καλάθι που χρησίμευε για να παρουσιάσουν θεούς ή ημίθεους.


    Οι κυριότερες από τις μηχανές που χρησιμοποιούσαν στο αρχαίο θέατρο ήταν:
    Περίακτοι: Δύο ξύλινοι πρισματικοί στύλοι με πίνακες στερεωμένους πάνω τους, που γύριζαν γύρω από έναν άξονα και άλλαζαν, όταν χρειαζόταν, τη σκηνογραφία.
    Αιώρημα: Είδος γερανού, καλάθι που χρησίμευε για να παρουσιάσουν θεούς ή ημίθεους. Είναι γνωστή η φράση από μηχανής θεός. Η έκφραση από μηχανής θεός καθιερώθηκε, επειδή αυτό το θεϊκό πρόσωπο εμφανιζόταν στη σκηνή του θεάτρου με τη βοήθεια της μηχανής, δηλαδή ενός ξύλινου γερανού, ώστε να φαίνεται ότι έρχεται από ψηλά.
    Αναπίεσμα: Ένα είδος καταπακτών που λειτουργούσαν όπως οι αντίστοιχες καταπακτές των σύγχρονων θεατρικών σκηνών. Χρησίμευε στην άμεση εμφάνιση και απομάκρυνση προσώπων ή αντικειμένων.

    Εκκύκλιμα: Φορείο όπου τοποθετούσαν ομοιώματα νεκρών, γιατί σπάνια έβλεπαν οι θεατές φόνο ή αυτοκτονία.


    Βροντείο: Μεταλλικό δοχείο με χαλίκια που χρησίμευε για να μιμηθούν τη βροντή.
    Φρυκτώριον: Ένας πύργος που έδινε αγγελίες με φωτιά.
    Κεραυνοσκοπείον: Είδος περίακτου που διαθέτει είτε πλευρές με σχέδιο κεραυνών, είτε μια γυαλιστερή επιφάνεια, πάνω στην οποία αντανακλούσε το φως του ήλιου. Χρησίμευε σκηνική παρουσίαση έντονων σκηνικών φαινομένων.
    Εκκύκλημα: Φορείο όπου τοποθετούσαν ομοιώματα νεκρών, γιατί σπάνια έβλεπαν οι θεατές φόνο ή αυτοκτονία.
    Θεολόγειο: Είδος εξώστη στη στέγη της σκηνής από όπου μιλούσαν οι θεοί ή οι ημίθεοι.

    Περίακτοι: Δύο ξύλινοι πρισματικοί στύλοι με πίνακες στερεωμένους πάνω τους, που γύριζαν γύρω από έναν άξονα και άλλαζαν, όταν χρειαζόταν, τη σκηνογραφία.


    Πηγές: Το Αρχαίο Θέατρο.
    Θόδωρος Κεφαλωνίτης (Theo Kefalonitis), Αρχαιολογία-Archaeology.
    archaiologia.gr
    alfavita.gr
    el.wiktionary.org
    el.wikipedia.org


    ΦΩΤ:
    1.Ιλαροτραγωδία. Μωσαϊκό που απεικονίζει θεατρικές μάσκες τραγωδίας και κωμωδίας. Ρωμαϊκή τέχνη, 2ος αιώνας μ.Χ. Από τα Λουτρά του Δεκίου στον Αβεντίνο λόφο, Ρώμη. Βρίσκεται σήμερα στο συγκρότημα αρχαιολογικών μουσείων και μουσείων τέχνης στο Λόφο του Καπιτωλίου, στη Ρώμη, Ιταλία. Palazzo Nuovo, πρώτη αίθουσα, Αίθουσα των Περιστεριών.
    2,3,4. Αναπαράσταση του από μηχανής θεού με χρήση εκκυκλήματος και οι τριγωνικοί περίακτοι. Τεχνολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.
    5.Αιώρημα, 6.Εκκύκλημα, 7.Περίακτοι.