
«Το Σπίτι με τα Χρωματιστά Τζάμια»
Σμύρνη, Πούντα
Τέλη Αυγούστου 1922
(παλαιόν ημερολόγιον)
Τον Αύγουστο του 1922, μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, οι περισσότεροι Έλληνες της Σμύρνης εξακολουθούσαν να πιστεύουν πως η μεγάλη κοσμοπολίτικη πολιτεία δεν θα εγκαταλειπόταν ποτέ. Η παρουσία των Συμμαχικών στόλων στο λιμάνι, η ελληνική διοίκηση και η αίσθηση πως η Σμύρνη ήταν η «βασίλισσα της Ιωνίας» δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση ασφάλειας.
Όμως, όταν έφυγε ο Ύπατος Αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης και μαζί του οι τελευταίοι διοικητικοί υπάλληλοι, η πόλη κατάλαβε πως είχε μείνει μόνη. Τότε άρχισε ο πραγματικός τρόμος.
Οι δρόμοι γέμισαν πρόσφυγες, φήμες, άλογα, καρότσια και φωνές. Οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα, τα σπίτια έκλειναν βιαστικά παντζούρια και οι οικογένειες προσπαθούσαν μέσα σε λίγες ώρες να αποφασίσουν τι μπορεί να σωθεί από μια ολόκληρη ζωή.
Παρακάτω καταγράφονται οι τελευταίες στιγμές μέσα σ’ ένα σμυρναίικο αρχοντικό της Πούντας, λίγο πριν η φωτιά και ο πανικός καταπιούν τη Σμύρνη.
Το μαϊστράλι εκείνο το δειλινό δεν εφύσαγε σαν τις άλλες φορές. Δεν εκουβάλαγε μυρουδιές από γκιουλμπαξέδες* και γιασεμιά μήτε τηγανισμένο ψάρι από τα καπηλειά του Και (Quai) Είχε μέσα του στάχτη. Και κάτι άλλο… κάτι σαν καμένο ξύλο, πετρέλαιο και δάκρυ. Ετύλιξε την πόλη με το αβραντίνι* του σιγά σιγά, χωρίς να πάρει κανείς αβίζο. Η Πούντα δεν ησύχαζε ποτέ αληθινά. Ακόμη κι εκείνη την ώρα ακούγονταν από το λιμάνι σφυρίγματα ατμόπλοιων, αλυσίδες που εσούρνονταν στις προβλήτες, τραίνα της γραμμής Σμύρνη–Αϊδίνιο και φωνές χαμάληδων που εφορτώνανε κασόνια με σύκα και σταφίδες. Από κει επερνούσαν εμπορεύματα, άνθρωποι, καμήλες, αραμπάδες και χρήμα λογιώ λογιώ: γαλλικά φράγκα, αγγλικές λίρες, σοβερίνια, τάληρα της Μαρίας Θηρεσίας, τουρκικές λίρες και, τα τελευταία χρόνια, ελληνικές δραχμές. Στο γραφείο του Γιώργη, μέσα σ’ ένα βαρύ συρτάρι με μπρούντζινο κλειδί, τα νομίσματα ήτον ανακατεμένα σαν μικρή αυτοκρατορία. Η Σμύρνη ήτον πολιτεία που άλλαζε νόμισμα πιο εύκολα απ’ ό,τι άλλες πόλεις αλλάζαν καιρό. Ένας καφές στο Και μπορούσε να πληρωθεί σε γρόσια, σε φράγκα ή σε δραχμές, αρκεί να συμφωνούσαν οι άνθρωποι στην αξία του. Το ψωμί, οι ελιές, τα φρούτα, τα σύκα, το λάδι, όλα ερχόντουσαν από την εύφορη ενδοχώρα σαν ευλογία. Γι’ αυτό και οι παλιοί έλεγαν πως η Σμύρνη δεν άφηνε εύκολα άνθρωπο να πεθάνει από πείνα — εκτός όταν οι πόλεμοι και οι αποκλεισμοί έσφιγγαν τον λαιμό της. Η πόλη είχε μάθει να τρώγει, να πίνει, να εμπορεύεται, να ελεεί. Ελληνικές, αρμενικές και εβραϊκές κοινότητες κρατούσαν νοσοκομεία, συσσίτια, σχολεία, φιλοπτώχους. Το να αφήσεις δικό σου άνθρωπο να χαθεί από την πείνα ήτον ντροπή βαριά. Κι ως τις τελευταίες μέρες, η Σμύρνη, όσο μπορούσε, έτρεφε και τους πρόσφυγες που κατέβαιναν από το εσωτερικό, με εράνους, με εισιτήρια σε εκδηλώσεις, με χέρια που άνοιγαν πουγκιά, με γυναίκες που ζύμωναν παραπάνω ψωμί χωρίς να το πολυλένε. Η Πούντα είχε από χρόνια αρχίσει να γεμίζει πλούσιο κόσμο. Μετά την αναδιάταξη του Φραγκομαχαλά και την αλλαγή χρήσης των παλιών βερχανέδων, πολλοί έμποροι, Λεβαντίνοι και αρχοντικές οικογένειες έφτιαξαν εκεί νεόδμητες, ευάερες κατοικίες. Εκεί ακούγονταν ονόματα όπως Giraud, Forbes, Rees, Αθηνογένηδες· άνθρωποι με αποθήκες, ατμόπλοια, πράκτορες, συμβόλαια, υπογραφές σε ξένες γλώσσες.
Ο Γιώργης δεν ήτον Λεβαντίνος, μα είχε ανέβει. Μεγαλοκτηματίας, έμπορος σταφίδας, σύκων και καπνών, κρατούσε ακόμη με τον πεθερό του ζώα στα περίχωρα της Σμύρνης. Τα χέρια του είχαν μυρίσει και χώμα και χρήμα. Ηξερε να αβγατίζει τα λεφτά του γιατι ήτανε μυαλό ξουράφι. Σε πούλαγε και σε αγόραζε την ίδια στιγμή. Το πρόσφατα αγορασμένο διόροφο σπίτι του εστέκουνταν σ’ έναν δρόμο πλατύ, με ακακίες και αρχοντικά σπίτια Λεβαντίνων και πλούσιων Αρμενίων. Δεν ήτον μέγαρο, μα ούτε φτωχικό. Ήτον από εκείνα τα σμυρναίικα κονάκια που είχαν ψυχή και περηφάνια. Η μεγάλη εξώπορτα, καμωμένη από σκούρα καρυδιά, είχε μπρούντζινο ρόπτρο σε σχήμα λιονταριού. Άμα άνοιγε, εφαινόταν το χαγιάτι* με τα άσπρα και γκρίζα μάρμαρα που εκρατούσαν ακόμη δροσιά κι ας έκαιγε όλη μέρα ο ήλιος.
Η νένε Μαρούλα έλεγε πάντα: «Το σπίτι του ανθρώπου εν η ψυχή του. Άμα μαυρίσει το σπίτι, εμαύρισε κι η ζωή.»
Στην αυλή εμοσχοβολούσε νυχτολούλουδο και βασιλικός. Δίπλα στο μουσλούκι*, κάτω από τη λεμονιά, ήτον ακουμπισμένες δυο πήλινες γλάστρες με γκιούλια. Από τη θάλασσα ανέβαινε το ιώδιο και η αλμύρα και ενώνονταν με τση μοσχοβολιές από τους κήπους των επαύλεων. Το μέσα σπίτι ήτον γεμάτο πράγματα που εμιλούσαν. Στο μεγάλο σαλόνι υπήρχε πιάνο γερμανικό με λευκό σεμεδάκι πλεγμένο από τη Σοφία. Απάνω του ακουμπούσε μια γυάλινη φρουτιέρα με κυδώνια από τον Μπουρνόβα και σταφύλια τυλιγμένα σε δροσερά φύλλα συκιάς. Στον μπουφέ, πίσω από το κρύσταλλο, εστέκονταν ποτηράκια για λικέρ, ασημένια κουταλάκια και πιατάκια για γλυκό του κουταλιού, από εκείνα που δεν έβγαιναν παρά μονάχα για ανθρώπους τιμημένους. Το ίδιο και τα λευκά τραπεζομάντηλα με το κοφτό και τα μπιμπίλια που τα σιδέρωναν οι δούλες με το βαποράκι. Η μια άπλωνε με τα δυό ντης χέρια την μιαν ακρη και η άλλη επατούσε με το καυτό σίδερο και έστρωνε το ύφασμα. Καμμιά φορά τα κάρβουνα κοντευαν να σβήσουν και τότενες, με το ένα τους χέρι το πηγαινόφερναν σαν να χτυπούσαν καμπάνα τση εκκλησιάς.
«Αμάν αμάν όπως το πάτε μετα τα γκεβεζιλίκια* σας θα ανάψει το γιαγκίνι!» εφώναζε η Μαρούλα αυστηρά. «Γιατί καλέ κυρα μας καταχερίζεις; επειδής γοντέρνουμε* την ζήση μας;» απάντησε η μία, η πιο θρασύτατη γαλιάντρα.
«Γλωσσού! Σούςςς, μπρε! Με το στόμα παρλαμέντο, με το χέρι κουλαμέντο! Με τα Νταούλια και τους ζουρνάδες δουλεία και προκοπή δεν κάμνετε. Τα λαλούμενα ειν’ για τα πανηγύρια! άμα μου κάνετε κάρβουνο της μάνας μου το ενθύμιο καμμιά σας δεν θα ζήση. Κουρμπάνιθα γενεί! Δεν με κόφτει τίποτες. Δυάρα δεν δίνω. Θα σας ετυλιξω με την λαδόκολλα!, σουρλουλούδες!!» εξεραθήκανε όλες τους στα γέλια και ξαναρχίσανε δουλειά με κέφι. Σάματις την άκουγε κανείς, την καλόκαρδη Μαρούλα πούχε καρδια μαλαματένια; Ετσι με τση φωνές τους και τα χωρατά, έλαμπε το μούτρο τους σαν του Μαγιού τα ρόδα και εγέμιζε το σπίτι τζη απο χαρά της ζωής. Στα ταβάνια πλουμιστοί καμπαρμάδες Στους τοίχους εκρέμονταν φωτογραφίες μέσα σε κορνίζες μαρκετερί. Άντρες με φέσια. Γυναίκες με δαντελένιους γιακάδες. Ένα παιδί που δεν εγέρασε ποτέ. Στον μεγάλο μπουφε με τα σκαλίσματα μπρούτζινα καντηλιέρια εστάλαζαν την αρχοντιά τους. Κάτω από το εικονοστάσι έκαιγε το καντήλι. Το γυάλινο ποτηράκι έτρεμε κάθε φορά που επερνούσε τραίνο από τη γραμμή. Η νένε Μαρούλα εκάθουνταν στο τραπέζι και εκοσκίνιζε φακή με τα γέρικα χέρια της. Όχι γιατί είχε ανάγκη να βοηθήσει την ψυχοκόρη. Όχι γιατί είχαν όρεξη να φάνε όσπρια. Μα γιατί η καρδιά του ανθρώπου, άμα γερνά ή άμα τρομάζει, γυρεύει δουλειά για να μην τρελαθεί. Το μικρό κορίτσι ορφανή αναντάν – μπαμπαντάν κάθουνταν ανακούκουρδα στο πάτωμα και ξεδίαλεγε τις φακές.
Την έιχε βρεί πριν χρόνια η Μαρούλα να ζητιανέυει αξυπόλυτη στα σοκάκια κι απέ την μάζεψε στο σπίτι τζης και της έδωκε ένα κεραμίδι πάνω απο το κεφάλι της και μια μπουκια ψωμί. Είναι κρίμα είπε τότε το ορφανό να σουλατσέρνει αμοναχό του στους δρόμους. Εβλεπε που το είχανε οι κοπρίτες και τα χαμίνια του κλώτσου και του μπάτσου. Είχε καθώς φαίνεται τούτο το παιδί το αστρικό του να σωθεί.
Κέινη την ώρα που οι γυναίκες έκαμναν την δουλεια τους μια απίστευτη γαλήνη είχε απλωθεί σε όλο το σπίτι.
Η Μαρούλα ειχε ξεμανίσει* πια, μαντάλωσαν τα στόματα των δουλικών, έκαμναν τη δουλειά τους η κάθε μια ξεχωριστά.
«Μωρή Παγώνα, ημάτζεψες* τα ρούχα απο το σχοινί;» φωνάζει πάλι η Μαρούλα.
«Μάλιστα κυρά μου! τα μάζωξα.»
Δίπλα της η πινακωτή* ήτον ακόμη αλευρωμένη από το πρωινό ζύμωμα.
«Βάλ’ το προζύμι πιο μέσα, κουζούμ…» μουρμούρισε.
«Αμάν γιαβρούμ, Θα μας το ξινίσει η ζέστα. Ο νους σου στο μεϊντάνι συνέχεια, βιάζεσαι να ξεπορτίσεις πάλι»
«Μα καλέ κυρά, εχουμε στείλει το φαί με το ταψί στο φούρνο, μονο του θα έρθει το ψητό με τση πατάτες;»
«Αμα με πιάσουν πάλι τα μπουρίνια μου μπήξω πάλε τση φωνές και σε μουντάρω, να μη με λεν Μαρούλα!»
Κέινη την ώρα, η Σμαρώ εβγήκε από την κουζίνα κρατώντας δίσκο με σερμπέτι τριαντάφυλλο σε λεπτά γυάλινα ποτήρια. Η κυρά ετούτη πάντα μπλέκουνταν στις δουλειές των υπηρετριών και όλου του προσωπικού του σπιτιού. Ήθελε να έχει τον έλεγχο των πάντων.
Μα τον κόσμο που ζούσαν άλλος τον διαφέντευε. Οι θεϊκές και οι ανθρώπινες δυνάμεις. Κι ετούτες οι δεύτερες, οι ανθρώπινες, καμώνονταν για θεοί και έκαμαν του κόσμου τα κουμάντα. Μ’ αυτές εφούντωνε μέσα της η φλόγα της ανησυχίας.
«Μάνα…» εψιθύρισε.
«Άκουσες; λένε πως εσπάσαν τα ελληνικά στρατεύματα πέρα στον Κασαμπά…»
Η γριά δεν απεκρίθη αμέσως. Έφτυσε μοναχά στον κόρφο της.
«Σούσουρο είν’ που βγάνουν ολούθε οι Νατσιονάτοι* …» μουρμούρισε.
«Η Σμύρνη εν αλώνι του Θεού. Ετούτα ξαναγινήκανε.» Μα δεν το επίστευε ούτε η ίδια.
Από το ανοιχτό παραθύρι εμπήκε η μυρωδιά του γιασεμιού. Εκείνο το καταραμένο άρωμα που εμοσχοβολούσε πιο πολύ σαν επλησίαζε το κακό. Σαν μύρο. Σαν μοσχοβολιά την ώρα που κάποιος βγάνει την ψυχή του. Ιδια και απαράλακτη ημέρα σαν τότενες που πέθανε η αδερφή της η Θεόνη.
Ο Νεκροσεντουκάς επέρασε απο μπροστά και μύριζε λιβάνι και θανατικό. Η ιππήλατη άμαξα ηταν διακοσμημένη με μαύρα πέπλα. Ηταν περίτεχνη με ξύλινα αγγελάκια σκαλιστά και μια γυάλινη προθήκη για το νεκροσέντουκο. Την έσερναν δυο μαύρα άλογα με ασορτί βελούδινα καλύματα και φτερά. Η συγχωρεμένη ειχε αφήσει ευχή και κατάρα η κηδέια της να ειναι ισάξια των «Λεβαντίνων» να ακολουθεί το βικτοριανό στυλ. Οσο «πρώτης κλάσης» κι αν ηταν η νεκροφόρα, ο προρισμός ηταν ο ίδιος. Το κοιμητήριο έξω απο την πόλη μακρια απο τις επάυλεις στον Μπουρνόβα και το κορδελιό. Μπήκε στο χώμα όπως και ο χαμάλης του λιμανιού. «Το σάβανο δεν έχει τσέπες» όπως λέει η γιαγιά Μαρούλα. Η δύναμη του χρήματος σταματά στην πόρτα του Κοιμητηρίου. Βέβαια η μαντάμ Θεόνη είχε φροντίσει να ταφεί στο πολυτελή οικογενειακό Μαυσωλέιο με τους μαρμάρινους περίτεχνους αγγέλους.
Η ουσία όμως παραμένει η ίδια: η μοναξια του τέλους.
Ο ήχος της καμπάνας παγώνει τον χρόνο δείχνοντας οτι μπροστα στο τέλος, η πλουσια συνοικία και ο φτωχομαχαλάς ενωνονται στην σιωπή. Ο πλουτος της Σμύρνης εξατμίζεται μπροστα στο αναπόφευκτο. Η προκυμαία (Quai) ήταν ενα σύμβολο της εφήμερης δόξας. Ενώ οι πλούσιοι έμποροι έκαμναν την επίδειξη τους εκεί, οι ίδιοιοι δρόμοι οδηγούσαν τελικα στα «μνήματα», υπενθυμίζοντας οτι η «μαύρη άμαξα» ήταν το τελευταίο όχημα που δεν έκαμε διακρίσεις στην μοναξιά του επιβάτη. Η λάμψη της πόλης ηταν το «προκάλυμμα» μιας αναπόφευκτης μοναχικής πορέιας.
Η μικρή Ερμαού θυμάται ακόμα την κηδεία της θείας της.
Για ενα μικρό παιδί αυτή η πλούσια κηδεία φάνταζε σαν ενα παράξενο, σκοτεινό θέατρο που διέσχιζε τους δρόμους. Τα μάτια στέκονταν στις λεπτομέρειες που οι μεγάλοι μέσα στην θλίψη τους προσπερνούσαν.
Τα «μαυρα τέρατα» τα αλόγατα προκαλούσαν δέος, με τα μαυρα καλύμματα στα κεφάλια τους και τα ψηλά λοφία που κουνιούνταν ρυθμικά σε κάθε βήμα. Εμοιαζαν με πλάσματα βγαλμένα απο τα παραμύθια. Ο ήχος απο τις οπλές τους στο καλντερίμι ακούγονταν σαν ένας αργός, τρομακτικός χτύπος της καρδιάς. Η «γυάλινη κλούβα» με τα σκαλιστά ξύλινα αγγελάκια στις γωνίες ήταν σαν μια πολυτελή άμαξα που πήγαινε σε χορό…μονο που ο επιβάτης ήταν ακίνητος κι αμίλητος σαν άγαλμα.
Αναρωτιόταν γιατι η κυρία θεονη δεν κοιτάζει εξω απο το τζάμι τις βιτρίνες της Ευρωπαϊκής οδού. Εβλεπε τους «ψευτοκλαψιάρηδες» τους επαγγελματίες πενθούντες με τα μαύρα ημίψηλα καπέλα και τα φράκα. Της έκαμε εντύπωση η απόλυτη σιωπή που επέβαλαν στο πέρασμά τους, σταματώντας τη φασαρία των πλανόδιων πωλητών και των κάρων. Στην παιδική μνήμη αποτυπωνόταν η βαριά μυρωδιά απο το λιβάνι που ανακατεύονταν με το άρωμα των χιλιάδων λουλουδιών (γαρδένιες και τριαντάφυλλα) που σκέπαζαν το φέρετρο, πνίγοντας για λίγο τη μυρωδιά της θάλασσας και του λιμανιού.
Ενιωθε μια παράξενη σύγχυση: «Αφού έχει τόσους ανθρώπους να την ακολουθούν και τόσα πλούτη, γιατι την αφήνουν μόνη της στο τέλος μέσα στα χώματα;» Ο θάνατος των πλουσίων στην Σμύρνη ήταν η «μαύρη παρέλαση» που διέκοπτε το παιχνίδι, ενας άλλος κόσμος σοβαρός και σιωπηλός, που καμμιά χρυσή λίρα δεν μπορεί να εξαγοράσει. «Τάκα-τάκα» αργά τα άλογα μετρούν τα βήματα. Αφού ήταν τόσο πλούσια και είχε τόσα άλογα γιατι δεν κρατά αυτή τα γκέμια; «Τα άλογα και οι Νταντέλες είναι για να τα βλέπουν οι ζωντανοί » έλεγε η γιαγια Μαρούλα. «Αυτός που φεύγει, δεν παίρνει τίποτα μαζί του».
Τόση φασαρία και κακό για να καταλήξει κάποιος μόνος του σε μια τρύπα στο χώμα, με ένα μαρμάρινο σταυρό να τον βαραίνει απο πάνω κι ενα καντήλι να φωτίζει και να μαζεύει τα έντομα. Ετσι σκέφτονταν το μικρό παιδί…προτιμώ τα δικά μου άλογα, τα ξύλινα, που τα οδηγώ εγώ όπου θέλω! Που δεν είναι μαύρα αλλά άσπρα και καφετιά και τα καβαλάνε γεναίοι ιππότες τζόβενα, που μου δίνουνε για ριγάλο κουφέτες ροσολάτες! Έτσι θυμόταν το μικρό κορίτσι τον θάνατο της θείας Θεόνης. Εφυγε με τιμές και δόξες, δεν την κουβάλησαν στους ώμους όπως τον πρώτο της άντρα που έχασε ότι είχε και δεν είχε στο κουμάρι και του ήρθε ο νταμπλάς. Ευτυχώς η θεία Θεόνη το φυσούσε το χρήμα, είχε παράδες απ το σπίτι τζη και όταν χήρεψε άρχινισε η ζωή της απο την αρχή. Σαν Σμυρνιά στο παραθύρι με παράπονο στα χείλη φύτευε βασιλικό… εδώ «βασιλικός» ήταν ο μακαρίτης. Ξαναπαντρεύτηκε μετά απο ένα χρόνο. Το κισμέτ της θείας όμως ήταν γραφτό, σώθηκε* το λάδι της κι ήρθε ο χάρος να της κάμνει πατινάδα. Την ώρα που έβγαινε η ψυχή της στην κάμαρή της, έξω στο σαλόνι μια μοσχοβολιά παράξενη τούς ετύλιξε όλους και η μικρή Ερμαού είδε τη Θεόνη μπάστακα ολοζώντανη, ίδια κι απαράλλαχτη με τις σούφρες* στην μούρη να τση χαμογελά. Όταν το ξομολογήθηκε στους μεγάλους, τους έπιασε σύγκρυο* σταυροκοπήθηκαν και εφύσηξαν τον κόρφο τους.
«Σε αγαπούσε πολύ, μικρή μου, η Τσάτσα* σου η Θεόνη. Για αυτούνο σου ενεφανίστηκε…»
της είχε πει η γιαγιά της.
Η μικρή Ερμαού εστέκουνταν τώρα ξυπόλυτη στην αυλή, κοντά στο μουσλούκι, και επότιζε τον βασιλικό.
«Κουζούμ, άσ’ τον τώρα τον βασιλικό…» της είπε η μάνα της.
«Έλα μέσα.»
Το κορίτσι εσήκωσε τα μεγάλα του μάτια.
«Κι άμα διψάσει;»
Η Σμαρώ εκαρφώθηκε. Δεν ήξευρε αν το παιδί εμιλούσε για το φυτό ή για «κάτι άλλο».
Έπειτα ακούστηκαν φωνές απ’ τον δρόμο.
Άλογα. Ρόδες αραμπάδων. Στρατιωτικές διαταγές.
Ένας αξιωματικός εφώναζε στα τούρκικα: «Çabuk! Çabuk!*»
Η μικρή Ερμαού έτρεξε στο μπαλκόνι. Ο δρόμος μπροστά από το σπίτι ήτον γεμάτος κίνηση. Λαός επήγαινε κι ερχόταν βιαστικός. Μια Αρμένισσα εκρατούσε εικόνα τυλιγμένη σε μαντήλι. Ένας γέρος ετράβαγε πίσω του δυο παιδιά και μια κατσίκα δεμένη με σκοινί. Δυο καμήλες, φορτωμένες μπόγους, εσταμάτησαν για λίγο στη γωνιά κι ο καμηλιέρης εφώναζε να του ανοίξουν δρόμο. Ένας χαμάλης, κόκκινος από τον ιδρώτα, εφορτωνε κιβώτια σ’ ένα κάρο.
Και τότε ήρθε η μυρωδιά. Καπνός. Καπνός καμένου ξύλου και πετρελαίου.
Μακρυά, προς τον Φραγκομαχαλά, εφάνηκε πρώτα ένα συννεφάκι. Ύστερα ένα μαύρο μαντήλι πένθιμο.
Κι έπειτα ήρθαν οι καμπάνες. Βαριές. Σπασμένες. Αλαλιασμένες.
Η Αγιά Φωτεινή κι όλες μαζί οι εκκλησιές εχτυπούσαν σαν μανάδες που θρηνούσαν τα παιδιά τους.
Η νένε Μαρούλα εσηκώθηκε δύσκολα. Τα γόνατά της ετρίζαν σαν παλιό πάτωμα. Επήγε στο μπαούλο. Άνοιξε το καπάκι.
Μέσα ήτον τα κεντημένα σεντόνια, τα προικιά της Σοφίας, κάτι φράγκικες καρτ ποστάλ, μια δαντέλα μυρωμένη με λεβάντα, κι από κάτω — το κουτί με τα γράμματα.
Το εχάιδεψε σαν να χάιδευε μωρό.
«Αμάν, Παναΐα μ’…» εψιθύρισε.
«Μη μας κάμεις μουχατζίρηδες*…»
Τότε ακούστηκε ουρλιαχτό από τον δρόμο. Μια γυναίκα έτρεχε ξεμαλλιασμένη.
«Φεύγετε! Φεύγετε! Εμπήκαν οι τσέτες!»
Η Ερμαού ετρόμαξε κι έσφιξε την ποδιά της μάνας της. Η ψυχοκόρη ήρχισε να τραβά τα μαλλιά τζης και ήβγαλε τσιρίδες* τρομακτικές που σου κόβουνταν τα ήπατα.
«Σούσσσσ!» της φώναξε η Σμαρώ.
«Μη μου σκιάζεις το παιδί. Ελα στα συγκαλά σου, στασου στα ποδάρια σου και πάρε ότι μπορείς στα χέρια. Ήρθε η ώρα.»
Η Σμαρώ δεν έκλαψε. Οι Σμυρνιές μανάδες δεν εκλαίγαν εύκολα μπροστά στα παιδιά.
Μονάχα επήγε στο εικονοστάσι. Άναψε το καντήλι. Το φυτιλάκι έτρεμε. Σαν το χέρι της. Σαν την ψυχή τους.
Κάπου στην κουζίνα, η τσαγιέρα εσφύριξε μονάχη της πάνω στη σβησμένη θράκα. Κανείς δεν επήγε να την κατεβάσει.
Κι έξω, πάνω από τη Σμύρνη, ο ουρανός άρχισε να πέρνει ενα βαθύ κόκκινο χρώμα.
Σαν πληγή βαθιά, κατακόκκινη που μόλις είχε ανοίξει…
«Γλωσσάρι»
*Αβραντίνι: (τουρκικός ιδιωματισμός/avrat=γυναίκα) μετο έτσι θέλω.
*Αβίζο: (ίταλ. avviso) χωρις να το πάρει είδηση, χαμπάρι.
*Αναντάν – μπαμπαντάν: απο πατέρα και μητέρα.
*Γκιουλμπαξές: κήπος με τριανταφυλλιές.
Γκεβεζιλίκιατα αστεία , οι φλυαρίες.
*Γιαγκίνι: η φωτιά.
*Βερχανές: εμπορικό κτήριο, αποθήκη ή χάνι συνδεδεμένο με εμπορική δραστηριότητα.
*Χαγιάτι: στεγασμένος διάδρομος ή ημιυπαίθριος χώρος.
*καταχερίζω: Μαλώνω, επιπλήττω.
*Κουρμπάνι: θυσία, σφάγιο των Τούρκων στο Μπαϊράμι.
*Μουσλούκι: μεταλλικό ή πήλινο δοχείο νερού με βρυσάκι.
*Μαρκετερί: τεχνική διακοσμητικής ένθεσης ξύλου.
*Καμπαρμάδες: στολίδια της οροφής.
*Καντηλέρι: κρεμαστό καντήλι του εικονοστασίου.
*Πινακωτή: ξύλινο σκεύος για το φούσκωμα του ζυμαριού.
*Çabuk: «γρήγορα» στα τουρκικά.
*ημάτζεψες: Μάζεψες.
*Μουχατζίρης / μουχατζίριδες: πρόσφυγας, ξεριζωμένος άνθρωπος που αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πατρίδα και το σπίτι του· από το τουρκικό muhacir και την αραβική λέξη muhājir («μετανάστης», «φυγάς»). Στη μικρασιατική μνήμη η λέξη συνδέεται βαθιά με τον πόνο του ξεριζωμού μετά το 1922.
*Μπάστακας: Ιταλ. basta (φτάνει/αρκετά) ή το bastone (μπαστούνι/ξύλο) Μπαστούνι μπηγμένο στο χώμα, ακίνητος, άκαμπτος και..ενοχλητικός.
*Νατσιονάτοι: Οι ξένοι υπήκοοι.
*Νταμπλάς: Αποπληξία.
*Πατινάδα: Καντάδα.
*Ριγάλο: χάρισμα
*Ροσολάτο: ροσόλι,σιρόπι είδος λικέρ.
*Σούφρες: ρυτίδες, ζάρες.
*Σύγκρυο: Ρίγος.
*Σώνω: εξαντλήθηκε, τελέιωσε.
*Τζόβενο: Nεαρός, κομψός.
*Τσάτσα: η Θεία.
*Τσιρίδες: κραυγές.
*Ξεμανίζω: Ξεθυμώνω.
🖊️ A.Sfirakisart











Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.