
«ΟΙ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΑΤΟΙ»
Οι Κωνσταντινιώτες, ή αλλιώς Κωνσταντινάτοι όπως στην πατρίδα τους, κατάγονταν από τα Πιστικοχώρια της Απολλωνιάδας στην περιοχή της Προύσας. Η ιστορία των Πιστικοχωριτών είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά και ανεξερεύνητα κεφάλαια της μικρασιατικής εθνογραφίας όπως αναφέρει και ο Α. Μασσαβέτας στο βιβλίο του «Το παλίμψηστο της μνήμης», καθώς υπάρχουν διάφορες θεωρίες για το πότε και πώς έφτασαν στη Μικρά Ασία.
Μέσα από μια ανασκόπηση όλων των ιστορικών πηγών που αναφέρονται στην ιστορία και την καταγωγή των Κωνσταντινάτων βγαίνουν δύο πολύ σημαντικά συμπεράσματα:
α) Οι Κωνσταντινάτοι έφτασαν στην περιοχή της Απολλωνιάδας από τη Μάνη της Πελοποννήσου.
β) Το Κωνσταντινάτο αναφέρεται για πρώτη φορά από το Γερμανό ιστορικό Stephan Gerlach το 1577. Πρόκειται για οδοιπορικό στη Μικρά Ασία που αποδεικνύει την παρουσία των Κωνσταντινάτων στην περιοχή της Απολλωνιάδας το 16ο αιώνα.
Οι Κωνσταντινάτοι είναι το μόνο από τα 9 Πιστικοχώρια για το οποίο υπάρχει ιστορική καταγραφή από το 1577. Πρόκειται για αναφορά από το Γερμανό περιηγητή Stephan Gerlach στο βιβλίο του “Türkisches Tagerbuch”.

Οι σημερινοί κάτοικοι του Κωνσταντινάτου Σερρών κατάγονται από το χωριό “Κωνσταντινάτοι” της Μικράς Ασίας.
Οι Κωνσταντινάτοι, τουρκικό όνομα Τσατάλ Αγήλ, ήταν από τα εννιά (κατά άλλους δεκαέξι) Πιστικοχώρια, που βρίσκονταν βόρεια της Απολλωνιάδας λίμνης και πάνω στο δρόμο που ένωνε τα μεγάλα κέντρα της περιοχής, Προύσα και Μιχαλήτσι. Απείχαν δύο με τρεις ώρες (10-15 χιλιόμετρα) με τα πόδια από την παραλιακή Τρίγλια. Μέχρι το 1913 υπήρχε ευημερία στο χωριό, το οποίο τη χρονιά εκείνη αριθμούσε ογδόντα οικογένειες. Διέθετε εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο, η οποία ήταν χτισμένη στα βορειοδυτικά του χωριού, και διώροφο Σχολείο, το κάτω μέρος του οποίου λειτουργούσε σαν καφενείο.
Στους Κωνσταντινάτους, στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, από το 1900 περίπου και μέχρι την καταστροφή, ιερέας ήταν ο παπα-Θανάσης Παπαδόπουλος, κάτοικος του χωριού και πολύ αγαπητός από τους συγχωριανούς του. Κατοικούσε σε διώροφο σπίτι και η οικογένειά του είχε στην κατοχή της μύλο, στον οποίο οι κάτοικοι της περιοχής άλεθαν τα γεννήματά τους. Η εκκλησία των Κωνσταντινάτων γιόρταζε δύο φορές το χρόνο. Στις 8 Μαΐου και στις 26 Σεπτεμβρίου. Τότε γινόταν μεγάλο πανηγύρι στο οποίο συμμετείχαν πολλοί Έλληνες από τη γύρω περιοχή.
Την ημέρα του πανηγυριού διεξάγονταν διάφορα αγωνίσματα, όπως λιθοβολία, τρέξιμο, άλμα σε μήκος, ιππασία και κυρίως η πάλη. Στους νικητές των αγωνισμάτων δινόταν σαν έπαθλα τα αφιερώματα που έφερναν οι κάτοικοι στον Άγιο. Συνήθως, μέρος από τα γεννήματά τους, αρνιά, κατσίκια, ακόμα και ταύρους.

Η γλώσσα των Πιστικοχωριτών είχε μεγάλη ομοιότητα με τη Μανιάτικη διάλεκτο και γενικά με διαλέκτους της Πελοποννήσου, και χαρακτηριζόταν από διάφορους αρχαϊσμούς (π.χ. τι ποιήσωμεν;=τι θα κάνουμε;). Παρουσίαζε διαφορές σε σχέση με τη διάλεκτο των ελληνόφωνων γειτονικών χωριών της περιοχής της Απολλωνιάδας. Είναι αξιοσημείωτο ότι επειδή στα Πιστικοχώρια (σε αντίθεση με άλλες περιοχές της Μ. Ασίας) δεν εγκαταστάθηκαν ποτέ Τούρκοι (γι’ αυτό και δεν είχε τζαμιά αλλά μόνο εκκλησίες) πριν τη Μικρασιατική καταστροφή, οι κάτοικοι των χωριών αυτών δε μιλούσαν καθόλου την Τουρκική γλώσσα και χρησιμοποιούσαν ελάχιστες τουρκικές λέξεις στην καθημερινότητά τους.
Οι Κωνσταντινάτοι στη Μικρά Ασία ήταν υποχρεωμένοι να υπηρετούν στον τουρκικό στρατό και αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο μόνο οι άνδρες γνώριζαν τουρκικά. Μετά τον ερχομό στην Ελλάδα το 1922 οι Κωνσταντινάτοι, όπως όλοι οι πρόσφυγες που ήρθαν τότε, υπηρέτησαν και στον Ελληνικό στρατό. Στην παρακάτω φωτογραφία φαίνεται στρατιωτικό έγγραφο του 1926.

Διαβάστε παρακάτω μερικές από τις λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι Κωνσταντινάτοι στη Μ. Ασία και μετέπειτα στο Κωνσταντινάτο Σερρών. Μάλιστα, κάποιες από αυτές τις λέξεις χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα στο χωριό.

Στην φωτογραφία η σημερινή ονομασία του χωριού.
Γλωσσάρι:
αβζάτα= βανίλιες (φρούτο)
αγναμάζα= αγύριστο κεφάλι
αγράβλα= δαμάσκηνα
αγωνιώ= γρήγορα
αζντέρι= γερός
άιτσε= αφινίασε
αλιπανάβατο= αποτυχημένο ζυμάρι
αλτζιάκης= θρασύς
αλτζιάς= πόδι (γοφός)
αμάκα= ατομικιστής
αμπατή= πόρτα
αμπντάλης= αλλόκοτος
αναδιάζω= συμβουλεύω
αντέτι= έθιμο
αραλίκι= άνοιγμα/χαραμάδα ή διάστημα χωρίς δουλειές
αφκρίσκα= άκουσα
άφτρα= καμινάδα
αχεροφάς= δικράνι
βάεψε= έγειρε
βίζιτα= επίσκεψη
βούζα= είδος αγριόχορτου
βούκα= μπουκιά
βουλάκα= χωμάτινη πέτρα
βτίνα= πήλινο δοχείο
γάνιασα= δίψασα
γάρα= πολύ αλμυρό
γενιτσαρούδια= κατιφές (φυτό)
γιάγμα= διωγμός/λεηλασία
γιάντα= κλείδα
γιλντίζω= βαριέμαι
γιούνι= μερίδα
γιούριστε= σηκωθείτε
γιούρτσε= πήγε
γιούτια= λόγια (με την έννοια: βάζω «φυτίλια» σε κάποιον)
γκαργκαλεύω= γαργαλάω
γκέτσκα= αργά
γκζούμα= κοιλιά
γκιόξι= στήθος
γκιστιρντίζω= κάνω κάποιον να ζηλέψει
γκντω= σπρώχνω
δέτζερης= κατσαρόλα
δινιξίμι= βαφτισιμιός
έλικας= πελαργός
έσισε= ξεσήκωσε
ζαμακώνω= κατακτώ κάτι (με αρνητική έννοια)
ζέβλα= σιδερένιο παλούκι
ζνίχι= λαιμός
ζνταυλίζω= ανακατεύω τη φωτιά
ζόπκος= κόμπος
ζορμπίλες= σταλακτίτες
ζουλγκούτι= ταλαιπωρία
θρυβουλιάζω= θρυμματίζω
καβάκι= λεύκα
καϊρντίζω= συμπονώ
καΐσια= βερύκοκα
κάιτσα= γλίστρησα
καλπίνα= καλοπερασάκιας, τεμπέλης
καμώ= κλείνω τα μάτια
κανίρτσε= έπεισε
κάπτσα= πήρα
κασνάκι= νταούλι
κασούρα= καυτερή πιπεριά
καστρινούδια= γαρυφαλλιές
κατσιουρντίζω= μου πέφτει κάτι από τα χέρια
καφάς= κεφάλι
κβανώ= κουβαλάω
κίιτσε= ζεστάθηκε
κιόρης= τυφλός
κμάσι= κοτέτσι
κοϊτή= απανεμιά
κολυβόσμος= κολυβόζουμο (βαρβάρα)
κορώνω= ανάβω
κουλβαντίζω= κυνηγάω κάποιον
κουλουρντίζεται= περηφανεύεται
κουντλώ= παραπατάω
κουντούρτσε= “φαγώθηκε”
κούπανος= μπούτι κοτόπουλου
κουπάρτσε= κόπηκε
κούρταλο= πολύ ξερό
κρίνω= μιλώ
λάγγεψα= πήδηξα
λαΐνα= στάμνα
λακούτσι= λακούβα
λάντα= λακούβα με νερό
λιγδερό= αρτυμένο
λιγένη= λεκάνη
λιμανώ= πετάω, ρίχνω
λιμόρια= νεκροταφεία
λιώμαι= κυκλοφορώ
λογρίζω= περιφέρομαι
λόρτος= όρθιος
λουφτουκαμώ= ανοιγοκλείνω τα μάτια
μαδίζω= μαλώνω
μάξος= επίτηδες
μαστραπάς= μεταλλικό ποτήρι
ματακτώ= μετακινώ
ματοτσίνορα= βλεφαρίδες
μαχανάς= αφορμή
μιλίνα= γλυκιά πίτα
μισάλα= τραπεζομάντηλο
μισκίνης= αδύνατος
μούρτζιος= αυτός που έχει λερωθεί στο πρόσωπο
μουσμούλης= χασομέρης
μούτι= ελπίδα
μούτσικα= μούρη
μπαϊλντώ= λιποθυμώ
μπακίρα= κουβάς για νερό
μπάμπω= γριά
μπαξίσι= φιλοδώρημα (κυρίως σε οργανοπαίχτες)
μπάριμ= τουλάχιστον
μπασιαρντίζω= “πιάνουν” τα χέρια μου
μπατάκι= βούρκος
μπατιρόσπορα= ηλιόσπορα
μπατίρτσα= χρεωκόπησα
μπερεκετλίδικο= άφθονο
μπόι= φούστα
μποσιάνκο= χαλαρό
μπούζι= κρύο
μπουμπούδι= μικρόσωμο σκυλί
μπουρδούκες= υπολείμματα από φαγητό στο πρόσωπο
μπουρλιά= αρμαθιά (από σκόρδα)
μπουχτσιάς= «σακί» από σεντόνι που περιέχει πράγματα και μεταφέρεται στην πλάτη
μσίρα= γαλοπούλα
μσίρι= καλαμπόκι
νεγρώνω= τσιγκλάω/φανατίζω
νέισα= τέλος πάντων
νιζά= σπίρτα
νικατώνω= μεταφέρω λόγια (προδίδω)
νιλβάζω= επιτίθεμαι για να κάνω καβγά
νιφκα= έπλυνα το πρόσωπο
νταβούλιασε= πρήστηκε
νταγαντσα= ακούμπησα
νταγιάκι= υποστήλωμα
ντανάδι= αρσενικό μοσχάρι
ντάρκα= δύσκολα
ντερλικώνω= τρώω λαίμαργα
ντιϊντώ= βλέπω
ντίκης= ισχυρογνώμων
ντικτίζω= σηκώνω (ποτήρι/μπουκάλι) για να πιω
ντιλιμπάσα= χαζή
ντιρμάνι= κουράγιο
ντουζένια= νοικοκυριά
ντούζικα= ίσια, ευθεία
ξεποβγάζω= ανταποδίδω
ξερατίζω= διώχνω
ξεροχανιάζω= χασμουριέμαι
ξεστριμμένη= ανάποδη
ξιπάσκα= τρόμαξα
ξλιάζω= κρυώνω
ουρμάνι= μέρος γεμάτο αγριόχορτα
παντέχω= περιμένω
παπαδούδια= χαμομήλι
παραμαλιάζω= σκορπίζω
παρασόλα= ομπρέλα
παραυλώ= τεμπελιάζω
πατιρντί= σαματάς
περγιόρος= αυλόγυρος
πλαλώ= τρέχω
πνάκι= πιάτο
ποτσακίζω= αποθαρρύνω
πούλα= κουνιάδα
πουλούρωσε= μαλάκωσε
πουρναρούδι= βασιλικός
πουτσιμιάζομαι= ανατριχιάζω
πρισκιάζω= κοιμάμαι
πρόσφολος= αβγομάνα
προύνο= πολύ μάυρο
ραβαΐσι= χαλαρότητα
ρασπάτι= πολύ ξινό
ρεκπής= κοντός
ριντές= τρίφτης
σαβουρντώ= πετάω κάτι
σαϊνακτσής= αυτός που βαριέται εύκολα
σαΐτα= πλάστης
σαλαβατιάζω= δέρνω
σαλαμούρα= άλμη
σάλμα= άχυρο
σαλντίζω= απλώνω χέρι για να πάρω
σαλτανάτι= βόλτα, «γύρα»
σάματι= μήπως
σαντέ= γεμάτο από
σαραπατράκι= σαράβαλο
σαργκιά= υπαίθριοι πάγκοι πωλητών
σαρσέμης= χαζός
σάσκα= ετοιμάστηκα
σάτσι= μαγειρικό σκέυος
σάχνιασαν= μούλιασαν
σγάρα= το μπροστινό μέρος του σώματος, μέσα από το ένδυμα
σερσεμλεντίζω= αποβλακώνομαι
σιάχτσα= απόρησα
σιδροσίνι= ταψί
σιρίκα= μακρύ ξύλο
σισιρντίζω= αποσυντονίζομαι, “τα χάνω”
σισμίσκα= κουνήθηκα
σκιάζομαι= διστάζω
σκομίζω= χαλάω την τάξη
σκουμπλώθκα= παραπάτησα
σκουντερίκα= σαύρα
σνι= σοφράς (χαμηλό τραπέζι)
σοκακτσής= αυτός που είναι συνέχεια εκτός σπιτιού (σε βόλτες)
σντέκνισσα= κουμπάρα
σοουτιά= ιτιά
σουζέκι= στραγγιστήρι
σουΐρι= θέαμα
σουκτίζω= καταστρέφω, σπάω
σουλουγαντσε= λαχάνιασε
σουλούκι= ανάσα
σουρμαλώ= σέρνω
σταυρί= ράχη
στια= φωτιά
σφαλάγκοι= σαλιγκάρια
σφάρδακας= βάτραχος
σφεγγάρι= σφηκοφωλιά
ταμαχκιάρης= άπληστος
ταπαλαντίζω= αποπαίρνω
ταρτάρια= κάλτσες
ταχιά= πολύ νωρίς το πρωί
τερλίκια= πλεκτές κάλτσες
τζαγκαρώνω= σκαρφαλώνω
τζιγκντούρια= παντζάρια
τζίμσιρι= καλαμπόκι για ποπ-κορν
τζινιές= στόμα/σαγόνι
τζοσβές= μπρίκι
τμαρεύω= τακτοποιώ
τουτούρτσε= πήγε (χρησιμοποιείται με αρνητική έννοια)
τράχωμα= προίκα
τριχάς= κόσκινο
τσαγρούδι= χορτάρι
τσακάτι= μέτωπο
τσακμάκι= αναπτήρας
τσαλκαντίζω= ανακατεύω
τσάσκα= φλυτζάνι
τσάτισα= έπαθα
τσατσανεύομαι= συμπεριφέρομαι χαζά (σαν μικρό παιδί)
τσαφλαμπούσκες= ποπ-κορν
τσβούρα= κρύο
τσιγαρίδες= χοιρινή τηγανιά
τσιοπλάκης= γυμνός
τσιορβάς= τραχανάς
τσιρβούλια= χειροποίητα δερμάτινα παπούτσια (από δέρμα χοίρου)
τσιτσινιά= κουτσουλιά
τσοπλάκικο= γυμνό
τσορμπατζής= χουβαρντάς
τσουμαλέκα= γκλίτσα
τσουράπια= κάλτσες
τσρακούδια= λουκούμια
φάλικα= μεγάλο δρεπάνι
φκάλι= σκούπα
φκαλώ= σκουπίζω
φολογώ= αναστενάζω
φουλντάκιασε= κοκκίνισε
φουρδουκλώ= κυλάω
χαϊβάνια= τα ζωντανά
χαϊρσίζης= άχρηστος
χάνιαζω= ανοίγω το στόμα
χανιάρης= αφηρημένος
χαρανί= καζάνι
χαρπαλάτσε= άρπαξε
χέρσι= άρχισε
χιγινέτσα= κακιά
χλιάρι= κουτάλι
χούρτσαλο= σκουπίδι
χρία= τουαλέτα
χρονιάρα= γιορτινή
χτιμπάρι= εκτίμηση
ψιψίκια= παντόφλες
…..

Διαβάστε παρακάτω κωνσταντινιώτικες παροιμίες και παροιμιώδεις εκφράσεις που λέγονται ακόμα και σήμερα:
- «χόρτασ’ η ψείρα και βγήκε στο γιακά»
- «δεν είδαμε απ’ τα μάτια, α δούμε απ’ τα φρύδια;»
- «ποιος βάζει στη γάτα κουδούνια;»
- «καλόμαθε η γριά στα σύκα, θα φάει και τα συκόφυλλα»
- «η καρακάξα από παλούκι σε παλούκι ένα μπαίνει στον κ…ο της»
- «όσο ψωριάζει το κατσίκι την ουρά τ’ στον ανήφορο τη σκώνει»
- «το κατσίκι που θέλει να φάει ξύλο στου τσομπάνη τη γκλίτσα πάει και ξύνεται»
- «σήκω το λαγό πάρε το γιατάκι»
- «με τις πορδές δε βάφονται τ’ αυγά»
- «δεν πήγε ούτε στο κούφιο το δόντι»
- «πέσε αχλάδι α σε φάω»
- «είδε η γάτα το π…ι τς και το πέρασε γηρά»
- «το στραβό το πουλί Θεός το κάνει φωλιά»
- «αλλού παπάς αλλού τα ράσα τ’»
- «όταν έδεναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα»
- «μακριά απντ’ αυλή μ’ κι ας είναι κι αδερφή μ»
- «πολλές μαμές, στραβό α βγει το παιδί»
- «καθείς την εφημερίδα του στην πλάτη τ’ την έχει»
- «τέτοιο κεφάλι, τέτοιο ξούρισμα»
- «πάρε λόγια, τράβα στο παζάρι»
- «σκαντζόχοιρος μαξιλάρι γίνεται;»
- «μπάτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δίνετε»
- «νε (= ούτε) απ’τον κ…, νε απ’τον στόμα»
- «όλοι μπαμπούροι άμα έφτιαχναν μέλι, οι … με το κουτάλι θα ‘λα το τρων»
- «άμα το ‘χει η κούτρα να κατεβάζει ψείρες, …»
- «ο λύκος με το μούτι ψοφά»
- «κάνε με σοφό α σε κάνω πλούσιο»
- «μέγα θάμα, τρεις μέρες»
- «δώσε με τύχη και πέτα με στην κοπριά»
- «όταν είναι ένας ‘κτσός’, όλοι ‘κτσαίνονται’»
- «όμοιος στον όμοιο κι η κοπριά στα λάχανα»
- «πέντε βόδια, δυο ζευγάρια»
- «κοιμάται όρθιος, ξενοδοχείο πληρώνει»
- «άμα ξεγείρει το κάρο, δρόμοι πολλοί»
- «μπουρ-μπουρ συντέκνισσα, μια κουταλιά μέρα»
- «κάθεσαι-κάθεσαι, ντο γάδαρο ‘τσιούνξ’ ντο λες»
Τα Πιστικοχώρια πριν την Μικρασιατική Καταστροφή:
1.Γιαλί-Τσιφλίκ, 250 οικογένειες
2.Βελετλέρ ή Βελετλέρι, 120 οικογένειες
3.Ντερέκιοϊ, 50 οικογένειες
4.Τσαμουρτζά ή Τσαμουτζά, 100 οικογένειες
5.Τσεσνεήριον ή Τσεσνεϊρι ή Τσεϊριον, 100 οικογένειες
6.Τσάμπασι ή Τσάμπαζι, 30 οικογένειες
- Γούλιος ή Καραγάτς, 150 οικογένειες
8.Σιργιάνι ή Σεργιάνι ή Σιργιάννη, 600 οικογένειες
9.Κύδια ή Κήδια ή Κίντια ή ΚαραΚοτζά , 200 οικογένειες
10.Πριμικήριον ή Πριμικήρι, 100 οικογένειες
11.Απλαδάτος ή Απελ(λ)δάτοι ή Πελαδάτοι ή Σουμπασί Αγίλ, 200 οικογένειες
12.Αγία Κυριακή ή Μακαριωτάτοι, 150 οικογένειες
13.Αϊνάτοι ή Αϊνάτι ή Αγινάτοι ή Σα(γ)ινάτοι ή Εσκιτζέ, 150 οικογένειες
14.Τσάταλα ή Κωνσταντινάτι(-οι) ή Τσατάλ Αγίλ , 80 οικογένειες
15.Χωρούδα ή Καρατζόβα, 70 οικογένειες
16.Μπάσκοϊ ή Βουλγαράτοι, 200 οικογένειες
Όλα τα Πιστικοχώρια είχαν εμπορικές συναλλαγές με την Τρίγλια, η οποία ήταν το κεφαλοχώρι της περιοχής. Στην Τρίγλια κάθε Κυριακή γινόταν παζάρι (λαϊκή αγορά). Έφερναν με γαϊδούρια, μουλάρια, άλογα και αραμπάδες Χριστιανοί και Τούρκοι τα προϊόντα τους από τα γύρω χωριά, σιτάρι, αλεύρι, κριθάρι, κρεμμύδια ,σκόρδα, αρνιά, κατσικάκια, τυριά (διάφορα είδη),βούτυρο, κότες, αυγά, κάρβουνα, ξύλα, μαλλί από πρόβατα που έπλεκαν οι γυναίκες φανέλες και κάλτσες κ.α. Οι χωριάτες, αφού πουλούσαν τα προϊόντα τους, αγόραζαν σε ποσότητες από τα μπακάλικα της Τρίγλιας σαπούνι, πετρέλαιο(γκάζι), οινόπνευμα(σπίρτο), ζάχαρη, καφέ, ρουχισμό κ.α. Οι ποσότητες ήταν μεγάλες, γιατί στο παζάρι δεν έρχονταν πάντοτε οι ίδιοι κάθε βδομάδα αλλά έκαναν και 15 μέρες ακόμα και μήνα για να έρθουν. Τα προϊόντα που χρειάζονταν ζύγισμα, όλα ζυγίζονταν από τον κανταρτζή (υπάλληλο της Δημογεροντίας), αυτά που πουλούσαν οι χωριάτες και αυτά που αγόραζαν από το παζάρι της Τρίγλιας.
Ακόμα οι Πιστικοί έρχονταν σε επαφή με διάφορα επαγγέλματα που εξασκούσαν οι Τριγλιανοί και κυκλοφορούσαν παράδες. Mεταλλοτεχνίτες, καζαντζήδες, τσουκαλάδες(μισοκοίληδες), κουντουράδες, κουγιουμτζήδες, κολλυβίδηδες(σαράφηδες), γιατροί, φαρμακοποιοί (σπετσέρηδες) αμπατζάδες, γραφιάδες, μουτάφηδες, τζιβιτζήδες, μπογιατζήδες, καλλιοντζήδες(πεταλωτές), ψαθάδες, καλπάκηδες, σεπετζήδες, γούναροι, φραγκοράφτες κ.α.
Στα «Σύμμεικτα Λαογραφικά Κουβουκλίων Προύσσης», Βασ. Δεληγιάννη, αναφέρονται για τα Πιστικοχώρια, ότι ανάμεσα στα 24 χωριά, που αποτελούσαν το τμήμα της Απολλωνιάδας της εκκλησιαστικής επαρχίας Νικομήδειας στο νομό Προύσσας, ήταν και τα 9 χωριά των Πιστικοχωρίων. Ο συγγραφέας αναφέρει: «Κατά την παράδοση, που επικρατούσε ανάμεσα σε όλους τους πιστικούς, πριν από πολλά χρόνια, λίγες οικογένειες, που μοιράσθηκαν σε εννέα διάφορα μέρη, σε μια γραμμή σε σχήμα ημικυκλίου στα βόρεια της λίμνης Απολλωνιάδας, για να αποτελέσουν αργότερα τα 9 χωριά των Πιστικοχωρίων, χωρίς ανάμεσά τους να βρίσκεται κανένα τούρκικο χωριό και τους δόθηκαν πρόβατα για βοσκή (και γι’ αυτό ονομάστηκαν και «πιστικοί») απ’ τις τότε Σουλτάνες (γυναίκες των Σουλτάνων). Τα ονόματα των Πιστικοχωρίων φαίνεται ότι ονόματα των χωριών από τα οποία προήρχοντο. Το ότι η εγκατάστασή τους έγινε, σαν βοσκοί που ήσαν, σε ακατοίκητα μέρη μαρτυρείται εκ του ότι δεν φαίνεται σε κανένα χωριό, σημάδι δομικής αρχαίας, όπως στην Απολλωνιάδα με τα σωζόμενα ακόμα τείχη της, στα Κουβούκλια με το κατεστραμμένο κοντά στην εκκλησία φημισμένο βυζαντινό φρούριο «Κουβούκλια», στο Ταχταλή, Κίτα, Λουπάδι, Μιχαλίτσι και άλλα, όπου βλέπει κανείς ερείπια τειχών και φρουρίων. Έπειτα η γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα των δεν μοιάζουν με κανενός των γύρω χωριών, ενώ αναμεταξύ τους είναι όμοια. Μια γραπτή πληροφορία, ότι βρισκόταν πριν απ’ το 1602, ήταν σ’ ένα παλιό μηνιαίο της εκκλησίας της Απολλωνιάδας που έλεγε έτσι: «Ήρθαμε με τον Γέροντα μου Άγιο Τιμόθεον εις την Απολλωνιάδα και αύριο αναχωρούμε εις Αγινάτους. Γράφω εγώ ο Παναγιώτης από το Κατηρλή 1602».
Με την ανταλλαγή των πληθυσμών στα χωριά αυτά κατοίκησαν Τούρκοι από την Μακεδονία. Οι Πιστικοί μετοίκησαν στην Θράκη και στην Μακεδονία, από τα εννέα ( 9 ) χωριά οι Πλαδάτοι κατοίκησαν στο χωριό Λουτρά Φερών του Ν. Εύρου, οι υπόλοιποι προχώρησαν προς την Μακεδονία, μια ομάδα Βουρλάτοι εγκαταστάθηκαν στο χωριό Αδριανή του Ν. Δράμας και οι υπόλοιποι στο χωριό Αναρράχη της Πτολεμαΐδας, οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στο Ν. Σερρών, οι Καμαριωτάτοι στο Καμαρωτό Σιδηροκάστρου Σερρών και κάποιοι στα χωριά Αγία Κυριακή Ν. Κιλκίς, στον Ξεριά Νέστου και στην Πέρνη Καβάλας, οι Κωσταντινάτοι στο χωριό Κωνσταντινάτο Σερρών, οι Βουργαράτοι στα χωριά Βαμβακούσα, Σκούταρι και Πεπονιά Σερρών, οι Κητειανοί στα χωριά Ν. Ζίχνη Σερρών και Κάτω Καμήλα Σερρών, οι Αγινάτοι στο Ψυχικό Σερρών και οι Πριμηκιράτοι σε διάφορα χωριά της πόλεως των Σερρών και στο Ψυχικό.

ΤΟ ΟΝΟΜΑ:
Το όνομα του χωριού μας -Κωνσταντινάτο- σημαίνει βυζαντινό νόμισμα, το γνωστό «φλουρί κωνσταντινάτο». Είναι αξιοσημείωτο ότι κανένα άλλο χωριό στην Ελλάδα δεν έχει το ίδιο όνομα.
Φλουρί Κωνσταντινάτο:
Χρυσό νόμισμα με την μορφή του Αγίου Κωνσταντίνου υψηλής αξίας. Είναι γνωστό το παιδικό τραγουδάκι:
- Σας πήραμε, σας πήραμε φλουρί Κωνσταντινάτο
- Μας πήρατε, μας πήρατε βαρέλι δίχως πάτο.
Οι λαογράφοι λένε ότι οι Βυζαντινοί παρασκεύαζαν τους ωραιότερους πλακούντες ζυμωμένους με μαγιά, αβγά, ελαφρό λίπος και ζάχαρη (βασιλόπιτες). Τους ονόμαζαν «πίτες», έβαζαν μέσα φλουρί κωνσταντινάτο και τους στόλιζαν με ζυμαρένιο σταυρό στο κέντρο και με το μονόγραμμα της Παναγίας και του Χριστού δεξιά και αριστερά.
Περί των κωνσταντινάτων υφίστανται πολλές λαϊκές παραδόσεις που αναπτύχθηκαν κυρίως κατά τη βυζαντινή περίοδο. Σύμφωνα μ΄ αυτές, οι έγκυες γυναίκες έφεραν κωνσταντινάτα τόσο για την προφύλαξη των εμβρύων όσο και για την ευκολία του τοκετού. Επίσης κωνσταντινάτα έφεραν και παιδιά ως φυλαχτά κατά της βασκανίας. Ακόμα πιστεύονταν πως τα κωνσταντινάτα επιτάχυναν τη ζύμωση του φυράματος του αλεύρου και της γιαούρτης.
Γενικά οι δοξασίες περί των κωνσταντινάτων ανάγονται κυρίως στα αγιοποιημένα πρόσωπα που απεικόνιζαν σε συνδυασμό της ανεύρεσης του Τιμίου Σταυρού από την Αγία Ελένη. Συνέπεια αυτών ήταν να θεωρείται το κωνσταντινάτο σε ορισμένες των περιπτώσεων ακόμα και ίσης αξίας με το τίμιο ξύλο.
Συγκεκριμένα υπήρχε η παράδοση ότι η Αγία Ελένη όταν βρήκε τον Σταυρό τον έκοψε στα δύο και το ένα τμήμα του το άφησε στα Ιεροσόλυμα, το δε άλλο μετέφερε στη Κωνσταντινούπολη. Τα δε πριονίδια από τον τεμαχισμό αυτό τέθηκαν σε χωνευτήρι με άλλα πολύτιμα μέταλλα από το κράμα των οποίων κόπηκαν τα κωνσταντινάτα. Όμοια παράδοση απαντάται και μεταξύ των ελληνοβλάχων στη Μακεδονία καθώς και στη Βουλγαρία όσο και στη Ρωσία, που ίσως να προήλθαν από βυζαντινό συναξάρι.
Μεταξύ δε άλλων παραδόσεων που αναπτύχθηκαν στα νησιά του Αιγαίου και στη Πελοπόννησο στα κωνσταντινάτα αποδίδονταν και αιμοστατικές ιδιότητες κατά την γέννα, θεωρώντας ότι η κατοχή τους θεραπεύει «το γύρισμα (λύσιμο) του αφαλού». Στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, η κατοχή κωνσταντινάτου από τους Έλληνες επαναστάτες θεωρούνταν φυλαχτό για το “κακό βόλι”. Επίσης ότι θεράπευε τον πυρετό, την επιληψία και τον ίκτερο. Στη Μάνη μέχρι σήμερα τα κωνσταντινάτα θεωρούνται πολύτιμα οικογενειακά κειμήλια και μάλιστα όταν θεωρηθούν ότι ίσως να είναι και θαυματουργά τα τοποθετούν στα εικονίσματα, ενώ σε πολλά μέρη οι κάτοχοί τους κάθε Μεγάλη Πέμπτη τα προσκομίζουν στις εκκλησίες και τα λειτουργούν.
Συνέχεια των παραπάνω παραδόσεων είναι να προσφέρονται ακόμα και σήμερα σε νήπια χρυσά νομίσματα, (σε γεννήσεις και βαπτίσεις) ή συνηθέστερα ο χρυσός σταυρός που καθιερώθηκε μεταγενέστερα αντικαθιστώντας το κωνσταντινάτο.
ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΣΗΜΕΡΑ…
To Κωνσταντινάτο είναι ένα πεδινό χωριό του δήμου Σερρών. Βρίσκεται 11 χλμ. νότια από τις Σέρρες. Το χωριό είχε 414 κατοίκους κατά την απογραφή του 2001 με πυκνότητα πληθυσμού 91,49 κατοίκους ανά km². Η κοινότητα έχει έκταση 4,525 km² και 14 m μέσο υψόμετρο. Οι κάτοικοι του χωριού στην πλειοψηφία τους ασχολούνται με τη γεωργία. Το χωριό έχει ως άγιο τον Άγιο Παντελεήμονα, που γιορτάζει στις 27 Ιουλίου.
Το Κωνσταντινάτο ιδρύθηκε από τους Κωνσταντινάτους της Μικράς Ασίας, οι οποίοι διωγμένοι από την πατρίδα τους το 1922 ήρθαν με την ανταλλαγή πληθυσμών στην Ελλάδα και σύσσωμοι ίδρυσαν το νέο τους χωριό στο νομό Σερρών. Το όνομα του χωριού σημαίνει χρυσό βυζαντινό νόμισμα – “φλουρί κωνσταντινάτο” – του οποίου ο τύπος μοιάζει με αγιογραφία των Αυτοκρατόρων Αγίου Κωνσταντίνου και Αγίας Ελένης που ανάμεσά τους φέρεται ο χριστιανικός σταυρός.
Ο πληθυσμός του χωριού τα έτη απογραφής παραμένει σταθερός, το 1951 οι κάτοικοι ήταν 390, το 1961 ήταν 445, το 1971 ήταν 438, το 1981 ήταν 451, το 1991 ήταν 442, το 2001 ήταν 420 και το 2011 ήταν 420.
Ο ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΧΟΡΙΟΥ
Το Κωνσταντινάτο είναι ένα μικρό χωριό των Σερρών με πλούσια ιστορία και πολιτιστική παράδοση. Οι πρόγονοι (Κωνσταντινάτοι) των σημερινών κατοίκων προέρχονταν όλοι από το ίδιο χωριό στη Μικρά Ασία (περιοχή Προύσας). Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, το 1922, ήρθαν στο νομό Σερρών και ίδρυσαν το Κωνσταντινάτο.
ο Σύλλογος αναφέρει για τον σκοπό ιδρύσεώς του:
Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Μικρασιατών Κωνσταντινάτου ιδρύθηκε με σκοπό την αναβίωση και διαφύλαξη των εθίμων και των παραδόσεων που μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας. Θεωρούμε ότι είναι χρέος μας να μάθουμε τις ρίζες μας και να διατηρήσουμε τις παραδόσεις του χωριού μας για να τις μεταδώσουμε στις νέες γενιές. Πιστεύουμε ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από:
εκμάθηση και παρουσίαση παραδοσιακών χορών σε πολιτιστικές εκδηλώσεις
αναβίωση εθίμων κατά τη διάρκεια της χρονιάς
συλλογή και έκθεση παραδοσιακών αντικειμένων
διοργάνωση τραπεζιών με μικρασιάτικες συνταγές, κ.α.
ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΧΟΡΟΙ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΑΤΟΥ
Οι συρτοί-μπάλλοι στην αρχή χορεύονται με τους χορευτές πιασμένους κυκλικά και στη συνέχεια σε ζευγάρια ελεύθερα στο χώρο, φτιάχνοντας διάφορες φιγούρες. Οι καρσιλαμάδες χορεύονται από μικτά συνήθως ζευγάρια, ο ένας απέναντι από τον άλλον (καρσί).
Το ζεϊμπέκικο χορεύεται μόνο από άντρες, ενώ το τσιφτετέλι μόνο από γυναίκες. Όλοι οι μικρασιάτικοι χοροί συγγενεύουν με αυτούς των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, μιας και η θάλασσα δεν αποτελούσε σύνορο-χώρισμα, αλλά δρόμο-μέσο επικοινωνίας.
Οι μικρασιάτικοι χοροί που μαθαίνει η νεολαία του χωριού στον σύλλογο, είναι οι παρακάτω:
– Κανελόριζα. Χορός με προέλευση τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας.
– Χαρμάν- γερί. Τουρκόφωνο τραγούδι με προέλευση τα Φάρασσα της Καππαδοκίας. Τον χορό χόρευαν μόνο άντρες σε κύκλο πιασμένοι σταυρωτά. Χορεύονταν στα αλώνια και με τον τρόπο αυτόν πατούσαν την παραγωγή τους.
– Κόνιαλι (χορός των κουταλιών). Αντικριστός χορός που χορεύονταν σε όλη την Καππαδοκία μόνο από ζευγάρια γυναικών ή αντρών ή παντρεμένα αντρόγυνα.
– Σουρουντίνα. Μικτός κυκλικός χορός με σταυρωτή λαβή που χορεύονταν σε όλη την Καππαδοκία και πήρε το όνομά του από το σύρσιμο των ποδιών.
– Άτταρης. Χορός από τα Αλάτσατα Ερυθραίας της Μικράς Ασίας.
– Αϊβαλιώτικο Ζεϊμπέκικο. Χορός αργός, μεγαλόπρεπος, μερακλίδικος και λεβέντικος. Χορεύονταν στις μεγάλες ταβέρνες του Αϊβαλιού.
– Απτάλικος. Αντικριστός χορός (είδος ζεϊμπέκικου ή καρσιλαμά). Το όνομά του προέρχεται από την τούρκικη λέξη aptal που σημαίνει «ζαλισμένος», «αργοκίνητος».
– Γιωργίτσα. Αργός αντικριστός χορός από τα Αλάτσατα της Ερυθραίας.
– Χασαπιά. Συντεχνιακός χορός των χασάπηδων της Κωνσταντινούπολης.
– Μαρμαρινός καρσιλαμάς. Γρήγορος καρσιλαμάς από την περιοχή της Προποντίδας.
– Συρτός-Μπάλλος. Χορός από την περιοχή της Σμύρνης.
– Τέσσερα μάτια δυο καρδιές. Χορός από την περιοχή της Αρτάκης.
Πηγές:
mikrasiates-konstantinato.blogspot.com
triglianoi.gr, Στάθης Δημητράκος.
Οι Κωνσταντινάτοι, το Κωνσταντινάτο και ο Ιερός Ναός του Αγίου Παντελεήμονα, Ιωάννης Αθ. Γκόγκος, 2014.
Pragkaloudis Stratos.
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.