Γύρω από τη Σμύρνη απλώνονταν κάποτε μεγάλοι αμπελώνες. Τα προάστια και τα χωριά της περιοχής — Μπουρνόβα, Μπουτζάς, Κορδελιό, Σεβδίκιοϊ, Βουρλά και τα χωριά της Ερυθραίας — είχαν γη εύφορη και κλίμα ιδανικό για αμπέλια.
Ο συνδυασμός ήλιου, θαλασσινής αύρας και ασβεστολιθικού εδάφους έκανε τα σταφύλια της περιοχής φημισμένα σε όλη τη Μικρά Ασία.Δεν ήταν τυχαίο ότι πολλοί Ευρωπαίοι ταξιδιώτες του 19ου αιώνα τον περιέγραφαν σαν «κήπο της Σμύρνης».
Το ξακουσμένο λουλουδένιο χωριὸ της Μικράς Ασίας. Η Κόγχη στην άκρη του Νυμφαίου! Εκεί φτιάχτηκαν τα Τσερκέζικα κι ο Απάνου Μαχαλάς δίπλα στον Αϊ Γιάννη, τα Χατζήδικα ή χιώτικα, ο Κάτω Μαχαλάς, ο παράδεισος και το ποντικιχώρι. Όλα ευωδιαστά κι έμορφα. Τόπος «γνωστός τοις πάσι»…
Τα πρεβόγια του Μπουτζά ήταν περιβόλια καλλιεργημένα με μεγάλη φροντίδα. Οι πρεβολάρηδες δούλευαν τη γη με τέχνη, παρότι η περιοχή είχε συχνά λειψυδρία. Στους μπαξέδες καλλιεργούσαν: γυφτοφάσουλα (μαυρομάτικα), κουκιά, χαβούτσια (καρότα), κολοκυθάκια, ντομάτες, μπάμιες, μελιτζάνες, ραπάνες (οι περίφημες μπουτζαγιές). Πολλοί Μπουτζαλήδες δεν ήταν μόνο γεωργοί αλλά και ανθοκόμοι. Φρόντιζαν τους μεγάλους κήπους των επαύλεων των Λεβαντίνων και των πλούσιων οικογενειών.
Οι αμπελώνες γιομάτοι από το «μαύρο διαμάντι»🍇
Η Σουλτανίνα! το πιο διάσημο σταφύλι της Σμύρνης κι όλης της Μικράς Ασίας, όπως επίσης και το Ραζακί μια από τις πιο νόστιμες και «αρχοντικές» ποικιλίες επιτραπέζιου σταφυλιού, κέρινο με μεγάλες, σαρκώδεις ρώγες. Το Μοσχάτο (Muscat), το Φωκιανό (Foça Karası) και άλλα. Η σταφίδα της Σμύρνης ήταν τόσο γνωστή ώστε σε ευρωπαϊκές αγορές ονομαζόταν απλώς: “Smyrna raisins”.
Η έναρξη του τρύγου γινόταν επίσημα στις 6 Αυγούστου (Μεταμόρφωση του Σωτήρος).
Οι αμπελουργοί πήγαιναν τα πρώτα ώριμα τσαμπιά στην εκκλησία για να ευλογηθούν από τον ιερέα εξασφαλίζοντας μια καλή σοδειά. Ως δείγμα ευγνωμοσύνης στο Θείο, οι καλλιεργητές άφηναν παραδοσιακά ένα μικρό τμήμα του αμπελιού ατρύγητο, προσφορά στη γη και τα πουλιά. Οικογένεια, γείτονες και φίλοι εργάζονταν μαζί από τα χαράματα.
Το μεσημέρι στρωνόταν κοινό τραπέζι στο αμπέλι με παραδοσιακά φαγητά, ενώ η μέρα έκλεινε με μουσική, χορό και τραγούδι. Τα σταφύλια μεταφέρονταν σε μεγάλα ξύλινα πατητήρια, όπου το πάτημα γινόταν παραδοσιακά με τα πόδια, μια διαδικασία που συνοδευόταν από πειράγματα και έπιαναν ξανά τα τραγούδια. Στους μπαξέδες του Μπουτζά, η γη ήτανε γενναιόδωρη. Τα χώματα, εύφορα και δουλεμένα με μεράκι από τους Μπουτζαλήδες, έδιναν σοδειά άφθονη. Από τα λιόδεντρα έβγαινε λάδι καθάριο και μυρωδάτο. Οι εγιές κουρμάδες, οι ζαρωτές θρούμπες, ήτανε περιζήτητες στα τσαρσιά της Σμύρνης.
Τα καπνά, εκλεκτά και βαριά στο άρωμα, περνούσαν από χέρια εμπόρων και κατσιρματζήδων και ταξίδευαν μακριά. Μα εκεί που ο τόπος δοξαζόταν πιο πολύ ήτανε στα πρεβόγια του. Περιβόλια γεμάτα ζαρζαβατικά, δουλεμένα με τέχνη από τους πρεβολάρηδες. Παρά τη λειψυδρία του τόπου, η γη έδινε τα καλά της: γυφτοφάσουλα, κουκιά, χαβούτσια, κολοκυθάκια, ντομάτες, μπάμιες, μελιτζάνες και τις ξακουστές μπουτζαγιές ραπάνες, που καίγανε σαν φωτιά.
Γι’ αυτό κι οι Σμυρνιοί, με το γνωστό τους σκώμμα, λέγανε για τις γλωσσούδες γυναίκες: «Ραπάνες είναι, μπρε… μπουτζαγιές!» Κάθε πρωινιά οι πρεβολάρηδες φόρτωναν τα γαϊδουράκια με τα καλάθια και κατέβαιναν στα τσαρσιά της Σμύρνης. Εκεί πουλιόταν το ζαρζαβάτι και στο γυρισμό ψώνιζαν για το σπίτι. Κι άμα παίρνανε χαλβάδες φρέσκους, ταζέδικους, τους τρώγανε στο δρόμο. Τα χαλβαδόχαρτα τα πετούσαν πίσω τους ώσπου να φτάσουν στις Παγιές Καμάρες.
Κι έτσι οι Σμυρνιοί πείραζαν τους Μπουτζαλήδες:«Πώς πάει κανείς στο Μπουτζά;»
«Θα δεις τα χαλβαδόχαρτα στο δρόμο και θα σε πάνε ντουγρού!»
Κι από τότε τους κόλλησε το παρατσούκλι Χαλβαδόχαρτα. Ανάμεσα σε αυτούς τους μπαξέδες, μια μέρα του τρυγητού, στεκόταν και η Φωτούλα με το πανέρι στον ώμο. Το καλάθι της ήτανε γεμάτο σταφύλια — πράσινα σαν γυαλί και μαύρα βαριά από μούστο.
Το μαϊστράλι περνούσε ανάμεσα στις κληματαριές και σήκωνε τα φύλλα.
«Μπρε, τι σταφύλι είναι τούτο τζάνε μου, σκέτο μπερεκέτι! Δόξα να’χει ο κύριος!», είπε μια γυναίκα πιο πέρα. Εκείνη χαμογέλασε και σήκωσε το πανέρι ψηλότερα στον ώμο.
Στον Μπουτζά ο τρύγος δεν ήτανε μονάχα δουλειά. Ήτανε χαρά, το μικρό πατιρντί της γης. Τα παιδιά τριγύριζαν ανάμεσα στα κλήματα και κόβανε τσι ρώγες, ενώ από μακριά ακουγόταν η μάνα:
Μισάφι μπρε θα πρηστεί η κοιλιά σας νταούλι θα γίνει!Θα φωνάξω τον Μουχτάρη μπρε να σας επάρει!
Και τούτα τα σταφύλια δεν πήγαιναν μονάχα στο τραπέζι. Γίνονταν μούστος, κρασί και σταφίδα, ταξίδευαν στα τσαρσιά της Σμύρνης και έδιναν ζωή στον τόπο.Έτσι κυλούσαν οι μέρες στον παλιό Μπουτζά. Με δουλειά, με γέλια και με μυρωδιές από χώμα και καρπό.
Μα εκείνος ο κόσμος χάθηκε στη μεγάλη συμφορά του 1922. Ο Μπουτζάς, καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Στις 31 Αυγούστου μπήκαν οι πρώτοι Τούρκοι τσέτες. Ακολούθησαν οι σφαγές, οι λεηλασίες, οι βιασμοί.
_Που κακό χρόνο να’χουν οι καταραμένοι Μογγόλοι!
Οι κήποι ερήμωσαν, τα τσαρσιά σίγησαν και οι άνθρωποι σκορπίστηκαν στην προσφυγιά. Κι μικρά Ασία κλαίει και οδύρεται:
«Καραγιαγκίνι έχω μές στην καρδιά και τυραγνιέμαι. Αχ, ας όψονται οι υπεύθυνοι που μας είχαν άχτι, ξένοι δάκτυλοι Κουμαρτζίδες, Λόρδοι, Φράγκοι. Αμάν αμάν, οι σύμμαχοι της λαδόκολλας που μας ετύλιξαν μαζί με τσι δικοί μας. Βάλαμε τα χέρια μας και βγάλαμε τα μάτια μας»
Κι όμως, ο παλιός ρωμαίικος Μπουτζάς δεν χάθηκε ολοκληρωτικά. Ζει ακόμη μέσα στις μνήμες, στις ιστορίες και στις φωτογραφίες που κρατούν τη μορφή του χρόνου — σαν την Φωτούλα με το ψάθινο κοφίνι, που κουβαλά στον ώμο της όλη τη γλύκα της ιωνικής γης. 🍇
Ο μαστραπάς είναι ένα παραδοσιακό σκεύος, αλλά έχει και άλλες ενδιαφέρουσες χρήσεις στην ελληνική κουλτούρα. Πρόκειται για ένα μικρό δοχείο (κανάτα) με χερούλι, που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα για το σερβίρισμα ή την κατανάλωση νερού, κρασιού ή γάλακτος. Κατασκευαζόταν από διάφορα υλικά όπως πηλό, μέταλλο (χαλκό, αλουμίνιο). Έγινε μάλιστα και ρεμπέτικο τραγούδι σε στίχους και μουσική του Γιάννη Παπαϊωάννου, «Ο Μαστραπάς» (1950), το οποίο περιγράφει μια φασαρία που ξεκίνησε σε μια ταβέρνα όταν «τσακίστηκε ο μαστραπάς».Στην παλιά Ελλάδα, ειδικά στα σχολεία, οι μαθητές χρησιμοποιούσαν συχνά μεταλλικούς μαστραπάδες για να πίνουν το γάλα της αμερικανικής βοήθειας.Η λέξη προέρχεται από το μεσαιωνικό μαστραπάς, το οποίο πηγάζει από το τουρκικό maşrapa, που με τη σειρά του έχει ρίζες στην αραβική λέξη mişraba (μεταλλικό κύπελλο).Το τραγούδι περιγράφει έναν τσακωμό («σαματά») σε μια ταβέρνα που ξεκίνησε για τα μάτια μιας γυναίκας, με αποτέλεσμα να «τσακιστεί ο μαστραπάς» και να γίνουν όλα «γυαλιά-καρφιά», «Τσακίστηκε ο μαστραπάς κι έγινε πάλι σαματάς, μεσ’ στης χήρας την ταβέρνα με το κέρνα-ξανακέρνα, γιατί είπανε γι’ αστείο, της μικρής έλα στο θείο, της μικρής έλα στο θείο, της το είπανε γι’ αστείο»Με μια παρόμοια φασαρία έχει σχέση η παρακάτω ιστορία. Ελάτε να σας την ανεστορηθώ….«Ο στοιχειωμένος Μαστραπάς»Σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, ο γερο-Στρατής είχε έναν χάλκινο μαστραπά, κειμήλιο από τον παππού του προπάππου, του παππού του Σήφη Δασκαλογιωργάκη. Δεν ήταν ένας απλός μαστραπάς· ήταν «στοιχειωμένος» με ιστορίες. Το μέταλλό του, χτυπημένο στο χέρι και γανωμένο τόσες φορές που έλαμπε σαν ασήμι στο φως του καντηλιού, είχε δει γλέντια, καβγάδες και σασμούς. Αύγουστος, αποσπέρας Σαββάτου η ταβέρνα του χωριού ήταν γεμάτη. Η λύρα έδινε τον ρυθμό και το κρασί έρρεε άφθονο σβήνοντας σεβντάδες και σεκλέτια. Ο Στρατής, με τον μαστραπά του πάντα γεμάτο, καθόταν στη γωνία και ψυθίριζε.«Στο στύλο της αυλής ακουμπώ, τη νύχτα αφρουκούμαι, τους χτύπους της καρδιάς σου ακούω, κι ας μην σε θωρούμαι.» Ξαφνικά, η κουβέντα άναψε. Δύο παλικάρια, ο Μανωλιός και το Σηφαλιό, ο Σήφης, λογομάχησαν για μια παλιά παρεξήγηση στα σύνορα των χωραφιών τους. Άλλο λόγω δεν κατέχω. Τα βλέμματα άστραψαν, οι φωνές ανέβηκαν και τα χέρια πήγαν στα μαχαίρια. Που να έπεφτε η μαχαίρα και νά κοβε τη χέρα και τον δυονώ!Ο Στρατής σηκώθηκε αργά. Αχνα δεν έβγαλε, δεν είπε ούτε λέξη. Πήγε ανάμεσά τους και άφησε τον βαρύ μαστραπά πάνω στο ξύλινο τραπέζι με έναν ξερό, μεταλλικό ήχο: Γκλάνγκ!Τα δάκρυα του σαρικιού στο κρουσάτο του μαντήλι, πετάχτηκαν στον αέρα συμβολίζοντας την θλίψη, την λεβεντιά και τον θυμό του. Λειτούργησε ως ο «βλεπάτορας» της τιμής και της ενότητας του χωριού. Δεν άφησε την έχθρα να «κλέψει» την ειρήνη τους.«Γροικάτε μωρέ τον ήχο», είπε με βραχνή φωνή. «Αυτός ο μαστραπάς έχει πιει το αίμα των προγόνων μας στους πολέμους και το δάκρυ τους στις χαρές. Αν τσακιστεί απόψε, θα τσακιστεί η τιμή όλου του χωριού. Πιείτε μια γουλιά μαζί ή σπάστε τον… αλλά αν τον σπάσετε, δεν θα μείνει τίποτα να μας ενώνει.Θα μας εφέρετε επαέ ξανά τη θλίψη και το θρήνο από τ’Αρκαδί. Δάκρυα αλλά δεν χωρούν σε τούτο το σαρίκι! Άσπρο να βαλουμε όλοι μας και να’ναι στις χαρές σας!!!»Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν. Ο χαλκός καθρέφτιζε τις αγριεμένες τους όψεις, κάνοντάς τες να φαίνονται μικρές μπροστά στην ιστορία του σκεύους.Ο Μανωλιός άπλωσε πρώτος το χέρι, έπιασε το χερούλι και ήπιε μια γενναία γουλιά. Μετά τον έδωσε στον Σήφη.Ο μαστραπάς δεν τσακίστηκε εκείνο το βράδυ. Αντίθετα, ξαναγέμισε μέχρι πάνω, και το γλέντι κράτησε ως την αυγή. Λένε πως από τότε, όποιος πίνει από τον μαστραπά του Στρατή, ξεχνάει το μίσος και θυμάται μόνο πως η ζωή είναι μια γουλιά κρασί που δεν πρέπει να πάει χαμένη.Η ατμόσφαιρα είχε μόλις ηρεμήσει, όταν ο Στρατής αποφάσισε να κάνει την κίνηση που θα έμενε στην ιστορία του χωριού. Πήρε τον μαστραπά, τον σήκωσε ψηλά σαν τρόπαιο και φώναξε: «Για την ειρήνη, μωρέ παιδιά!».Μόνο που ο Στρατής είχε ξεχάσει δύο βασικά πράγματα: πρώτον, ότι το δάπεδο της ταβέρνας ήταν φρεσκοσφουγγαρισμένο (και γλιστρούσε σαν παγοδρόμιο) και δεύτερον, ότι η ηλικία του δεν του επέτρεπε πια φιγούρες τύπου Ζορμπά.Καθώς έκανε μια στροφή για να τσουγκρίσει με τον Μανωλιό, το αριστερό του στιβάνι βρήκε μια λακκούβα στο πάτωμα. Ο Στρατής άρχισε να κάνει «κουτάλι» στον αέρα. Έφαγε μια κουλουμούντρα που ήταν όλη δική του και ο μαστραπάς εκτοξεύτηκε σαν πύραυλος της NASA και το περιεχόμενό του —ένα κατακόκκινο, δυνατό μαρουβά— προσγειώθηκε με απόλυτη ακρίβεια πάνω στο μαύρο πουκάμισο του Σήφη.«Όπα! Στόχος!» φώναξε ένας μεθυσμένος από τη γωνία.Ο Σήφης κοίταξε το στήθος του, που τώρα έμοιαζε με χάρτη της Πελοποννήσου σε βαθύ μπορντό χρώμα που άρχισε στην συνέχεια να μαυρίζει, καθώς το ύφασμα ρουφούσε το κρασί.Ο Μανωλιός πήγε να κρατήσει το γέλιο του, αλλά του βγήκε ένας ήχος σαν ξεφούσκωτη γκάιντα.«Στρατή!» ούρλιαξε ο Σήφης.«Το πουκάμισο είναι από την Πόλη! Μετάξι!»«Σιγά μωρέ Σήφη», απάντησε ο Στρατής προσπαθώντας να σηκωθεί και να ξαναπιάσει τον μαστραπά που είχε καρφωθεί μέσα σε μια πιατέλα με ντάκο. «Τώρα φαίνεται ότι έχεις καρδιά μαλακή… και κόκκινη! Άσε που αν το δει η γυναίκα σου, θα νομίζει ότι πάλεψες με τον Μινώταυρο και θα σε προσέχει πιότερο!»Ο Μανωλιός δεν άντεξε άλλο. Έσκασε στα γέλια, άρπαξε τον μαστραπά από τον ντάκο (μαζί με λίγη μυζήθρα που είχε κολλήσει στον πάτο) και τον ξαναγέμισε.«Άκου Σήφη», είπε ο Μανωλιός, «αν δεν βγει ο λεκές, θα σου δώσω το χωράφι με τα Μουρέλα στο βουνό. Αλλά αν βγει, θα μου δώσεις το μουλάρι σου για μια βδομάδα να κουβαλήσω ξύλα».«Δέχεται!» φώναξε ο Στρατής πριν προλάβει ο Σήφης να μιλήσει. «Και για να σιγουρευτούμε ότι θα βγει, ρίξτε του και λίγη ρακή πάνω! Καθαρίζει τα πάντα, από λεκέδες μέχρι αμαρτίες!»Σε δέκα λεπτά, ο Σήφης καθόταν ημίγυμνος στην ταβέρνα, η γυναίκα του ταβερνιάρη έτριβε το πουκάμισο με πράσινο σαπούνι, και ο μαστραπάς πηγαινοερχόταν γεμάτος κρασί. Ο καβγάς είχε ξεχαστεί τελείως, γιατί όλοι ήταν απασχολημένοι να στοιχηματίζουν αν ο λεκές του μαρουβά ήταν πιο ανθεκτικός από το πείσμα των Κρητικών.Μαρουβιζει (Ωριμάζει, παλιώνει) για τουλάχιστον 3 χρόνια σε μεγάλα δρύινα βαρέλια, τα οποία δεν καθαρίζονται πλήρως, ώστε οι ζύμες των παλαιότερων χρόνων να «μπολιάζουν» το νέο κρασί. Έχει κεχριμπαρένιο ή κεραμιδί χρώμα που θυμίζει Sherry, Madeira ή κονιάκ με μια γεύση στιβαρή, από τα αρώματα ξηρών καρπών και αποξηραμένων φρούτων. Συνοδεύει ιδανικά τα βαριά και λιπαρά φαγητά της κρητικής κουζίνας, γαμοπίλαφο, το κρέας τσιγαριαστό και χοχλιούς μπουμπουριστούς!Τελικά, όμως ο μαστραπάς του Μαρουβά δεν «τσακίστηκε» εκείνο το βράδυ. Αλλά ο Στρατής ορκίστηκε να μην ξανακάνει στροφές, τουλάχιστον όχι όσο ο μαστραπάς ήταν γεμάτος. «Αναθεμάτωνε τον Μαστραπά που ήντωνε θαμμένος και σε μιαν νυχτιά εβγήκα στεφανωμένος!» Έλεγε ο Στρατής ζαλισμένος. Θυμίζοντας το παλιό κρητικό έθιμο του θαψίματος του βαρελιού, όταν γεννιέται ένα παιδί.Μετά το περιστατικό με το λερωμένο πουκάμισο, ο μαστραπάς απέκτησε τη φήμη του «δικαστή». Ο Στρατής, βλέποντας την επιτυχία, αποφάσισε να τον χρησιμοποιήσει για να λύσει το μεγαλύτερο μυστήριο του Ψηλορείτη: Ποιος έκλεβε τις κότες του παπα-Λάμπρου;Ο Στρατής κάλεσε όλους τους υπόπτους στο καφενείο. Έβαλε τον μαστραπά στη μέση και τον γέμισε με μια τσικουδιά τόσο δυνατή, που οι αναθυμιάσεις ξεβάφανε τις καρέκλες.«Ακούστε επαέ, αφήστε την μάνητα!» φώναξε ο Στρατής. «Αυτός ο μαστραπάς είναι Μέγας μάντης και μάγιστρος. Όποιος επήρε την κότα του παπά και μόλαρε, σαν πάει να πιει από δω, ο μαστραπάς νογά και θα του κολλήσει τη χέρα σαν μαγνήτης και δεν θα ξεκολλά μέχρι να μαρτυρήσει!»Οι χωριανοί κοιτάχτηκαν έντρομοι. Ο Στρατής, βέβαια, είχε αλείψει κρυφά το χερούλι με ρετσίνα (κόλλα) από πεύκο που είχε μαζέψει το πρωί.Πέρασε ο πρώτος, ήπιε, τίποτα. Πέρασε ο δεύτερος, τίποτα. Φτάνει η σειρά του Σήφη του «Μακριδάχτυλου». Ο Σήφης, που ήταν σίγουρος ότι ο μαστραπάς απλώς τον κορόιδευε, άρπαξε το χερούλι με αυτοπεποίθηση.Ήπιε τη ρακή, πήγε να αφήσει τον μαστραπά κάτω… αλλά ο μαστραπάς τον ακολούθησε! Ο Σήφης τίναζε το χέρι του, έκανε κύκλους γύρω από το τραπέζι, αλλά ο χάλκινος μαστραπάς ήταν εκεί, ακλόνητος σύντροφος.«Με μάγεψε ο μαστραπάς!» ούρλιαξε ο Σήφης. «Βοήθεια! Παπά μου, εγώ τις πήρα, αλλά ήταν για καλό σκοπό, ήθελα να κάνω μια σούπα για το κρύωμα!»«Και πέντε κότες ήθελες για το κρύωμα, χριστιανέ μου;» πετάχτηκε ο παπάς.«Θα ήτανε βαριά παπά μου, φοβήθηκε ο ζάβαλος μη του γυρίσει σε πνευμονία» απάντησε γελόντας ο Στρατής!Ο Σήφης, με τον μαστραπά ακόμα κολλημένο στο χέρι, αναγκάστηκε να υποσχεθεί δέκα δικές του κότες στον παπά για να τον «ξεμαγέψει» ο Στρατής (με λίγο λάδι και τρίψιμο).Από εκείνη τη μέρα, ο μαστραπάς του Στρατή δεν ήταν πια μόνο σκεύος, αλλά το « Ο πρώτος κρητικός ανιχνευτής ψεύδους». Λένε μάλιστα πως αν μπει κανείς στο καφενείο και πει ψέμα, ο μαστραπάς αρχίζει να «ιδρώνει» από μόνος του.Η φήμη του «μαγικού μαστραπά» ξεπέρασε τα σύνορα του χωριού και έφτασε στα αυτιά ενός δαιμόνιου τουριστικού πράκτορα από το Ηράκλειο. Μέσα σε μια βδομάδα, το ήσυχο καφενείο του Στρατή μετατράπηκε στο «The Holy Mastrapas Experience».Ο Στρατής, που δεν έχανε ευκαιρία, φόρεσε την καλύτερη βράκα του, άφησε το μουστάκι του να στρίψει μέχρι τ’ αυτιά και έστησε μια ταμπέλα στην είσοδο: «Drink from the Magic Cup – Find your Truth (and your Way Home)».Το χωριό γέμισε λεωφορεία. Τουρίστες από τη Γερμανία, την Ιαπωνία, την Νότιο Κορέα και την Αμερική σχημάτιζαν ουρές για να αγγίξουν τον χάλκινο μαστραπά.Ο Στρατής είχε θεσπίσει ένα ολόκληρο τελετουργικό.Πρώτον: Η Δοκιμασία της Τσικουδιάς.Ο τουρίστας έπρεπε να πιει μια «μονορούφι» από τον μαστραπά. Αν δεν βήξει, θεωρείται «έντιμος». (Οι περισσότεροι έβηχαν μέχρι δακρύων, οπότε ο Στρατής τους έλεγε: «Έχεις κρυμμένα μυστικά, παιδί μου, φάε έναν ντάκο να σωθείς, φάε να καρδαμώσεις»). 3€ ευρώ, Ντάκος σκέτος ή Μουσταλευριά ξερή 2€ ευρώ.Δεύτερον: Η Selfie με τον Μαστραπά. Με 5€ ευρώ επιπλέον, μπορούσες να βγάλεις φωτογραφία κρατώντας τον μαστραπά πάνω από το κεφάλι σου, ενώ ο Σήφης (ο πρώην κλεφτοκοτάς που τώρα έκανε τον βοηθό) έπαιζε μια δοξαριά στη λύρα.Τρίτον: Το Boutique Shop. Στη γωνία, η γυναίκα του Στρατή πουλούσε μίνιατούρες μαστραπάδες από αλουμίνιο που έγραφαν πάνω: «I survived the Cretan Mastrapas».Το πράγμα όμως ξέφυγε όταν μια ομάδα Γάλλων τουριστών πίστεψε ότι ο μαστραπάς ήταν το Άγιο Δισκοπότηρο που είχε χαθεί στην Κρήτη. Άρχισαν να γονατίζουν μπροστά του και να ψάλλουν: «D’un graal que un vallet tenoit, une si grans clartez venoit…» που σε απλά ελληνικά σημαίνει: «Από ένα δισκοπότηρο που ένα παλικάρι κρατούσε, μια τόσο μεγάλη λάμψη ερχόταν…» Ο Στρατής τους κοιτούσε απορημένος:«Ήντα ‘χουν μωρέ τούτοι οι λωλοχαρούμενοι και προσκυνούν το χαλκωματάκι; Μπας και τους βάρεσε ο Μαρουβάς στο δόξα πατρί; Μωρέ, ένα κρασοπότηρο είναι, μην το κάνουμε και εκκλησία!»Η κορύφωση ήρθε όταν ένας πλούσιος Τεξανός προσέφερε στον Στρατή 10.000 💰 δολάρια για να αγοράσει τον αυθεντικό μαστραπά.Ολόκληρο το χωριό κράτησε την ανάσα του. Οι γέροι σηκώνουν τις μαγκούρες στον αέρα, έτοιμοι για τη «σβουριξιά». Μια γριά τον θωρεί με μάτι αγριεμένο. Μια άλλη με το τηγάνι γεμάτο χοχλιούς που τσιτσίριζαν στο λάδι, κάνει ένα βήμα μπροστά και μια καυτή σταγόνα λάδι πετάγεται πάνω στο λουστρίνι παπούτσι του Τεξανού.— «Φύγε κακομοίρη μου!» του ψιθυρίζει ο Μανούσος. «Αν η θειά μου σου σβουρίξει το τηγάνι με τους χοχλιούς, ούτε το FBI δεν σε σώζει!»Ο Τεξανός, βλέποντας τις σκούπες να ανεβοκατεβαίνουν και τον Μαρουβά να έχει ανάψει τα αίματα, βάζει τα δολάρια στην τσέπη και γίνεται καπνός. Το πούλμαν φεύγει με τις πάντες, ενώ οι Γάλλοι συνεχίζουν να ψέλνουν εκστασιασμένοι.Ο Στρατής αρπάζει τον Μαστραπά, τον γεμίζει μέχρι πάνω με Μαρουβά και φωνάζει:— «Γεια μας, χωριανοί! Έγινηκε ο γιαγερμός του Μαστραπά. Επαέ θα μείνει, γιατί η αλήθεια του δεν αγοράζεται! »Το γλέντι κράτησε τρεις μέρες. Οι χοχλιοί φαγώθηκαν, οι μαγκούρες έγιναν στηρίγματα για τον χορό, και ο Μαστραπάς έλαμπε πιο πολύ από ποτέ, δικαιωμένος που δεν έγινε «σουβενίρ» σε κάποιο ράντσο.Ο Στρατής ανακήρυξε τον μαστραπά «Επίτιμο Δημότη» και τον τοποθέτησε σε μια γυάλινη προθήκη (που άνοιγε όμως εύκολα κάθε φορά που κάποιος ήθελε να κεράσει τη γειτονιά).Το χωριό πλούτισε, ο παπα-Λάμπρος πήρε καινούργιες κότες τσιπαρισμένες με GPS, και ο μαστραπάς συνεχίζει να λάμπει κάτω από τον κρητικό ήλιο, θυμίζοντας σε όλους ότι η καλύτερη ατραξιόν είναι μια καλή ιστορία και μια γεμάτη κούπα.Φυσικά, ο Μαστραπάς δεν θα μπορούσε να μείνει εκτός εποχής! Ο εγγονός του Στρατή, ο Μανούσος, νιός Ντελικανής που είχε σπουδάσει «Digital Marketing» στην Αθήνα, πριχού χαλάσει η δουλειάπήρε την κατάσταση στα χέρια του. Το προφίλ ονομάστηκε @The_Real_Cretan_Mastrapas και η πρώτη ανάρτηση (post) έσπασε τα κοντέρ: Μια καλλιτεχνική φωτογραφία του μαστραπά πάνω σε έναν βράχο στο Ελαφονήσι, με λεζάντα: «I don’t just hold wine, I hold history. #CretanVibes #OriginalMastrapas #NoFilter Needed».Σύντομα, ο μαστραπάς έγινε ο πρώτος Cretan Influencer: Κάθε πρωί ο Μαστραπάς «ανέβαζε» story με την ανατολή στον Ψηλορείτη. Οι ακόλουθοι έστελναν μηνύματα: «Πού θα πιεις σήμερα, άρχοντα;» και ο Μαστραπάς απαντούσε με αυτοκόλλητα (stickers) τύπου «Loading… Raki 99%».Έγινε ένας τεράστιος διαγωνισμός. «Κάνε tag δύο φίλους που αντέχουν πάνω από πέντε μαστραπάδες κρασί και κέρδισε ένα τριήμερο στο καφενείο του παππού Στρατή!» Χιλιάδες κόσμος από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Τόκιο έκανε tag τους φίλους του, ελπίζοντας σε μια γουλιά «αλήθειας».Το TikTok Dance: Ο Μανούσος έβαλε τον παππού Στρατή να κάνει ένα trend: Να ισορροπεί τον μαστραπά στο κεφάλι ενώ χορεύει πεντοζάλι. Το βίντεο έγινε viral με εκατομμύρια views και ονομάστηκε #MastrapasChallenge. Νέοι από όλο τον κόσμο προσπαθούσαν να το κάνουν με ποτήρια, αλλά τα έσπαγαν. Μόνο ο κρητικός χαλκός άντεχε! Καλό μελέτα κι έρχεται η Meta! Η «Μπλε» Πιστοποίηση: Μετά από έξι μήνες, το Instagram έδωσε στον Μαστραπά το μπλε τικ (verified account). Έβαλε Ζούκερμπεργκ (Mark Zuckerberg) σημάδι παλικαρι στα Σφακιά!Ο Στρατής, όταν το είδε, απόρησε: «Μωρέ Μανούσο, γιατί μας εσημάδεψαν; Μήπως νομίζουν ότι είμαστε κλεμμένοι;»«Όχι μας έκαναν μοναδικούς κι αυθεντικούς» απάντησε ο Μανούσος.Δεν κατέχω πράμα, αλλά δεν πειράζει. «Καλό να’ναι μονάχα γιατί θα τους επάρει και θα τους σηκώσει!»Η δόξα όμως έφερε και προβλήματα. Άλλοι «μαστραπάδες» από γειτονικά χωριά άρχισαν να διεκδικούν τον τίτλο του αυθεντικού, δημιουργώντας το πρώτο Cretan Beef στα social media.Ο Μαστραπάς του Στρατή όμως τους αποστόμωσε με ένα βίντεο όπου ο παπά-Λάμπρος τον ευλογούσε επίσημα, ενώ οι κότες (με το GPS) έκαναν παρέλαση από πίσω.Σήμερα, ο λογαριασμός έχει 500.000 ακόλουθους. Ο Μαστραπάς κάνει πλέον Product Placement μόνο σε εκλεκτά ελαιόλαδα και παξιμάδια, ενώ έχει δικό του «merch» με ατάκες όπως: «Don’t touch my handle».Ο Στρατής κάθεται στο καφενείο, βλέπει τους τουρίστες να σημαδεύουν τον μαστραπά με τα κινητά τους και χαμογελάει κάτω από το μουστάκι του.«Είδες, μαστραπά μου;» του ψιθυρίζει. «Παλιά σε γάνωνα για να μην σκουριάσεις. Τώρα σε κάνουν «edit» για να μην παλιώσεις. Αλλά η τσικουδιά μέσα σου… αυτή παραμένει ίδια!»Και για να μη νομίζετε ότι τόση ώρα σας «Σας επαίζω πεπονόφλουδες!» Ορίστε και μια κριτική στοTripAdvisor που άφησε ένας «ψαγμένος» τουρίστας μετά την επίσκεψη στο χωριό του Στρατή:«Πήγα για το Instagram, έφυγα με… υπαρξιακή κρίση (και πολύ ρακή)»⭐⭐⭐⭐⭐ 5/5 αστέρια«Επισκέφτηκα το χωριό μετά το viral #MastrapasChallenge στο TikTok. Περίμενα ένα τουριστικό στημένο σκηνικό, αλλά αυτό που έζησα δεν περιγράφεται. Μόλις έφτασα, ο παππούς Στρατής (μοιάζει με τον Γκάνταλφ αν ήταν Κρητικός και έπινε μόνο τσικουδιά) με κοίταξε στα μάτια και μου έδωσε τον Μαστραπά. Μου είπε: «Πιες παιδί μου, να δούμε αν η ψυχή σου είναι καθαρή ή αν έχεις κρυμμένα μυστικά».Το αποτέλεσμα: Ήπια τη ρακή μονορούφι. Για τα επόμενα 30 δευτερόλεπτα ξέχασα το όνομά μου, τον κωδικό του Wi-Fi και πού είχα παρκάρει το ενοικιαζόμενο. Ο Μαστραπάς ήταν βαρύς, κρύος και μύριζε ιστορία (και λίγο πεύκο, δεν κατάλαβα γιατί).Στα Highlights: Ο Σήφης (ο βοηθός) παίζει λύρα κάθε φορά που κάποιος αδειάζει τον μαστραπά. Πολύ δυνατό soundtrack. Ο Μαστραπάς όντως «κολλάει» στο χέρι αν πας να πεις ψέματα (ή αν έχεις φάει μέλι από το πρωινό, δεν είμαι σίγουρος).Αγόρασα ένα μπλουζάκι «I survived the Holy Mastrapas» και μια μίνι-ρέπλικα για το σαλόνι μου στο Λονδίνο.Συμβουλή: Μην πάτε με άδειο στομάχι. Ο Μαστραπάς δεν αστειεύεται. Επίσης, αν δείτε τον παπά του χωριού να μετράει κότες με ένα tablet, μην παραξενευτείτε, είναι μέρος του «οικοσυστήματος».Θα ξαναπήγαινα; Ναι, αλλά την επόμενη φορά θα φέρω δικό μου οδηγό. Ο Μαστραπάς σε κάνει να βλέπεις τον Ψηλορείτη… διπλό!» Ημερομηνία επίσκεψης: Αύγουστος 2024. Τύπος ταξιδιού: Solo περιπέτεια.Ο Μανούσος ανοίγει το λάπτοπ κάτω από την κληματαριά και αρχίζει να διαβάζει την κριτική στον παππού του, μεταφράζοντας ελεύθερα από τα αγγλικά στα κρητικά.Ο Στρατής ακούει προσεκτικά, στρίβει το μουστάκι του και στο τέλος παίρνει μια βαθιά ανάσα:— «Ήντα λέει, Μανούσο; Ότι μοιάζω με τον Γκάιντα; Ποιος είναι αυτός ο χριστιανός; Κρητικός είναι; Από ποια γενιά;»— «Όχι παππού, Γκάνταλφ λέγεται, είναι ένας μάγος από μια ταινία, με μεγάλη γενειάδα…»— «Ε, καλά, πες του πως άμα είχα εγώ το ραβδί του, θα ‘χα κάνει τον Ψηλορείτη να βγάζει κρασί αντί για πέτρες! Αλλά πες του και το άλλο: Μάγος δεν είναι αυτός που κρατάει ραβδί, αλλά αυτός που κρατάει τον μαστραπά και δεν του χύνεται σταλιά!»Μετά ο Στρατής σοβαρεύει:— «Και γράψε του αποκρίση (reply), παιδί μου, εκεί στο «τρύπιο βάζο» …— «Τριπ-Αντβάιζο» παππού, χαχαχα!«Ας είναι. Φίλε από το Λονδρέζε, η ρακή δεν είναι για να ξεχνάς το όνομά σου, αλλά για να θυμάσαι πως είσαι άνθρωπος. Ο μαστραπάς δεν κόλλησε στο χέρι σου από τη ρετσίνα —που λέει ο Σήφης ο κουζουλός— αλλά γιατί η καρδιά σου ήθελε να μείνει λίγο παραπάνω στο χωριό μας. Το Wi-Fi δεν σου χρειάζεται επαέ, γιατί το σήμα το πιάνουμε με το τσούγκρισμα. Άντε, και στην επόμενη με το καλό, να φέρεις και τον οδηγό, αλλά να ξέρεις πως κι αυτός από τον μαστραπά θα πιει!»»Ο Μανούσος πατάει «Submit» και ο Στρατής κλείνει το μάτι στον μαστραπά που λάμπει στο τραπέζι.— «Είδες;» λέει στον χαλκό. «Ακόμα και οι Εγγλέζοι κατάλαβαν πως η αλήθεια είναι σαν τη ρακή: καίει λίγο στο λαιμό, αλλά καθαρίζει το βλέμμα!«Αχ, μαστραπά χαλκοσκούτιλε, που λάμπεις σαν ατσάλι,μέσα σου κρύβεις την τιμή και το παλιό μεράκι.Όποιος σε πιάσει στη χέρα ντου και μια γουλιά ρουφήξει,τη δίκια ντου την αλήθεια, ντελόγου του θα δείξει!»— «Γροίκα μωρέ που σου μιλώ…» λέει ο Στρατής και το παράπονο του βγαίνει σαν αναστεναγμός.— «Γροικώ σε, σύντεκνε, και το κατέχω καλά!» αποκρίνεται ο μαστραπάς, και η φωνή του είναι μεταλλική μα ζεστή. «Όντας μιλά η καρδιά, τα λόγια περιττεύουν! Έτσι είν’ ο μαστραπάς, δεν θέλει φτιασίδια και ξενόφερτα λόγια. Θέλει την κουβέντα την αντρίκεια, την καθαρή, ωσάν την τσικουδιά που κλείνει μέσα του. Πολλά ‘ναι τα φαρμάκια μου, μα εγώ ετσά τα νταγιαντώ σαν πιω μια ολιά ρακί»Με αυτή την ατάκα, ο μαστραπάς βάζει στη θέση τους και τα Instagram, και τα «τικ-τοκ», και τους τουρίστες. Μένει μόνο η μπέσα και η ρακή.Ας τον αφήσουμε εδά τον γερο-Στρατή, να κάτσει με την ησυχία του στην κεφαλή του τραπεζιού, να σμίξει τη ματιά του με τη γυαλάδα του χαλκού.Όντας μαστραπάς και άνθρωπος γίνονται ένα, οι λέξεις περισσεύουν. Μόνο ο ήχος από το τσούγκρισμα ακούγεται και η μυρωδιά της ρακής που γεμίζει την κάμαρα, ωσάν να μοσχοβολά όλη η Κρήτη.«Γεια σου Στρατή με τον μαστραπά σου!» του φωνάζουμε από μακριά, κι ας μείνει εκεί η ιστορία του Μαστραπά, αλήθεια ή ψώμματα, σφαλησμένη σε μια γουλιά που δεν τελειώνει ποτέ.
Οι γιορτές του Πάσχα αποτελούσαν το πιο σημαντικό θρησκευτικό γεγονός και γιορταζόταν με μεγάλη ευλάβεια και μεγαλοπρέπεια. Ξεκινούσαν με τη Σαρακοστή, τη νηστεία, τους Χαιρετισμούς, τον ψυχικό, ηθικό και σωματικό εξαγνισμό των ανθρώπων.Οι ημέρες του Πάσχα αποτελούσαν ένα ξεχωριστό γεγονός για τον Ελληνισμό τόσο στην κοσμοπολίτικη Σμύρνη όσο και στην ευρύτερη Μικρά Ασία.Τα κάλαντα για η ανάσταση του Λαζάρου θεωρείται προοικονομία της Ανάστασης του Χριστού. Το Λαζαροσάββατο, μετά τη λειτουργία, πήγαιναν στα νεκροταφεία για να περιποιηθούν τα μνήματα των οικείων τους.Στις πόλεις και τα χωριά, οι γειτονιές αντηχούσαν από τις φωνές των παιδιών που τραγουδούσαν τα λαζαρικά κάλαντα περιφέροντας το ομοίωμα του Λαζάρου σαβανωμένου και στολισμένου με κίτρινες και άσπρες αγριομαργαρίτες. Το Σάββατο του Λαζάρου σήμανε την έναρξη των εορτασμών, οι οποίοι ολοκληρώνονταν την Τρίτη του Πάσχα.Οι γυναίκες φρόντιζαν για τον καθαρισμό και τον στολισμό των τάφων, ενώ τα παιδιά τραγουδούσαν από γειτονιά σε γειτονιά το εγκώμιο του Λαζάρου.Οι ομάδες των παιδιών είχαν μαζί τους και μια κούκλα, η οποία παρίστανε τον σαβανωμένο Λάζαρο, ενώ κρατούσαν στεφάνια φτιαγμένα από πράσινα φύλλα και μεγάλες κίτρινες και άσπρες μαργαρίτες.Οι νοικοκυρές δεν άφηναν παραπονεμένα τα παιδιά που τους χτυπούσαν την πόρτα και φρόντιζαν να τα τρατάρουν αβγά και «λαζάρους», κουλουράκια που στο σχήμα τους αποτυπωνόταν η ανθρώπινη μορφή και ήταν ζυμωμένα με μαστίχα, ζάχαρη και κανέλα.Το Λαζαροσάββατο στην Ερυθραία όλοι επισκέπτονταν τα νεκροταφεία για τον καθαρισμό και το στολισμό των τάφων. Την ίδια μέρα ακούγονταν στις γειτονιές το εγκώμιο του Λαζάρου ή λαζαρικό (κάλαντα), με την περιφορά ενός ομοιώματος του σαβανωμένου Λαζάρου, ο οποίος ήταν στολισμένος με μεγάλες κίτρινες κι άσπρες μαργαρίτες του αγρού.Όταν βράδιαζε, στα χωριά που βρίσκονταν στην περιφέρεια της Σμύρνης άναβαν μεγάλες φωτιές, πηδούσαν πάνω από αυτές και έλεγαν τροπάρια και τραγούδια στο πνεύμα της Μεγάλης Εβδομάδας. Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές στα κάλαντα του Λαζάρου. Μια είναι και αυτή:Ήρτ’ ο Λάζαρος, ήρταν τα Βάγια, ήρτ’ η Κυριακή που τρών’ τα ψάρια.– Πού ‘σουνε, Λάζαρε, πού ‘ν’ η φωνή σου, που σ’ ηγύρευγε η μάνα κι η αδερφή σου;– Ήμουνε στη γη βαθιά χωμένος και με τσι νεκροί νεκρός κι αποθαμένος.– Λάζαρέ μου, σαν τι είδες, εις τον Άδη που ηπήες;– Είδα τρόμοι κι είδα φόβοι, είδα βάσανα και πόνοι.Δώμουτε, καλέ, λίγο νεράκι, να ξεπλύνω τση καρδιάς μου το φαρμάκι.https://youtu.be/DmFBv9LeW_Y?is=LTivwi788eS6ARPsΌταν ξημέρωνε η Κυριακή των Βαΐων, οι οικογένειες ξυπνούσαν νωρίς και ετοιμάζονταν για να πάνε στη θεία λειτουργία. Μετά το τέλος έπαιρναν τα βαγιόκλαρα (δάφνες), που τα τοποθετούσαν στις άγιες εικόνες, δίπλα στο αναμμένο καντήλι. Οι γυναίκες φρόντιζαν την Κυριακή να μαγειρέψουν ψάρια και άλλα νηστίσιμα εδέσματα, σύμφωνα με το έθιμο, ενώ τα παιδιά γύριζαν στα σοκάκια ξεσηκώνοντας τον κόσμο με παραδοσιακά τραγούδια. Από το πρωί της Κυριακής των Βαίων, μετά τη λειτουργία θα ξεχυθεί το παιδομάνι της φασαρίας στα σοκάκια της πόλης και με τις πλουμιστές ροκάνες στα χέρια, όπως κάθε χρονιά θα τραγουδήσουν τα κάλαντα.Βάγια Βάγια τω Βαγιώ τρώνε ψάρι και κολιό και την άλλη Κυριακή τρώμε το ψητό τ’ αρνί. Μια φορά το χρόνο ακούγονται τα κροταλίσματα απ΄τις ροκάνες τις ξομπλιαστές που με περίσσεια χάρη έχουν φτιαχτεί. Μικρές, μεγάλες, ξύλινες, τενεκεδένιες ή και κοκάλινες, ανάλογα με την παραδοσακούλα καθενός και απάνω έχουν σκαλισμένους δικέφαλους και σημαίες ελληνικές, καράβια και σταυρούς κι ένα σωρό άλλα σχέδια, σύμβολα νίκης και λευτεριάς. Παρέες-παρέες τα παιδιά θα μπουν στα σπίτια χωρίς να ρωτούν, τραγουδώντας, παίζοντας τις ροκάνες και τινάζοντας κλαδί βάγιας μέσα σε κάθε σπιτικό λέγοντας:Όξω ψύλλοι και κοριοί. Ήρθε η Άνοιξη η καλή.Σαν θα τελειώσουν, οι ροκάνες θα μπουν στο εικονοστάσι. Εκεί είναι η θέση τους. Είναι ευλογημένες, αφού αυτές κάθε χρόνο δίνουν το μήνυμα του ερχομού της Άνοιξης μα και της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα.Στο μεσημεριανό τραπέζι όλες οι νοικοκυρές θα σερβίρουν ψάρι. Με χίλιους τρόπους θα μαγειρευτεί, κάθε μέγεθος και από κάθε μιλέτι.Εκείνες τις μέρες έδιναν στα παιδιά τους λαζάρους, ανθρωπόμορφα κουλουράκια, ζυμωμένα ειδικά για την περίσταση με ζάχαρη, λάδι και μαστίχι ή κανέλα. Το βράδυ του Λαζαροσαββάτου στις γειτονιές άναβαν φωτιές και τις πηδούσαν για το καλό ή τραγουδούσαν γύρω απ’ αυτές τροπάρια και τραγούδια βαγιάτικα και πασχαλινά με λυπητερό περιεχόμενο.Στην κάτω Παναγιά της Μικράς Ασίας έφτιαχναν μικρά ψωμιά που τα ονόμαζαν λαζάρους. Για να θυμίζει περισσότερο τον φτωχό εκείνον Λάζαρο, τον γεμάτο πληγές, οι νοικοκυρές της Κάτω Παναγιάς το ζύμωναν με σταφίδες που παριστάνουν τις πληγές του. Πλάθονταν τόσα σε αριθμό όσα ήταν και τα παιδιά του σπιτιού.Την Κυριακή του Βαγιού στην Ερυθραία όλοι πήγαιναν στην εκκλησία για την ακολουθία του Νυμφίου και έπαιρναν δάφνες, που τις φυλούσαν στο εικονοστάσι, γιατί πίστευαν πως έχουν θεραπευτικές και εξορκιστικές ιδιότητες. Την ημέρα αυτή έτρωγαν ψάρια και σαλάτες. Στην Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ αυτή τη μέρα οι παπάδες μοίραζαν αντί για φύλλα δάφνης κάτι όμορφους μικρούς και μεγάλους σταυρούς πλεγμένους αριστοτεχνικά από φύλλα φοινικιάς. Η Μεγάλη εβδομάδα ήταν περίοδος αυστηρής νηστείας και καθημερινού εκκλησιασμού. Στο Τσεσμέ υπήρχε πένθιμη διακόσμηση στους ναούς. Όλος ο κόσμος συμμετείχε ευλαβικά, ενώ παιδιά με θορυβώδεις ρουκάνες γύριζαν περιστασιακά στους δρόμους τραγουδώντας ρυθμικά τραγούδια του τύπου:Βάγια, Βάγια τω Βαγιώ, τρώμε ψάρι και κολιόκαι την άλλη Κυριακή βάνω τ’ άσπρο μου βρακίκαι σαρτώ στα δώματα, πέφτουν τα παπλώματα,τα ματζώνουν οι γριές κάτου αφ’ τσι κουντουρουδιές.Μεγάλη Δευτέρα – ο Χριστός στη μαχαίρα.Μεγάλη Τρίτη – ο Χριστός εκρύφτη.Μεγάλη Τετράδη – ο Χριστός εχάθη.Μεγάλη Πέφτη – ο Χριστός ευρέθη.Μεγάλη Παρασκευή – ο Χριστός στο καρφί.Μεγάλο Σαββάτο – ο Χριστός στον τάφοτη Λαμπρή την Κυριακή τρώμε το παχύ τ’ αρνί (ή μπαμ εδώ και μπουμ εκεί).Οι άνθρωποι φορούσαν σκούρα ρούχα, ιδίως μαύρα, σε ένδειξη λύπης και πένθους. Στα σπίτια γίνονταν συγυρίσματα, ασπρίσματα, μπουγάδες, ζυμώματα και γενικές ετοιμασίες για τη μεγάλη γιορτή. Το βράδυ όλοι συμμετείχαν ευλαβικά στις ακολουθίες. Οι γυναίκες τραγουδούσαν το μοιριολόι ή το καταλόι ή τον πόνο της Παναγιάς, είτε στα σπίτια, κάνοντας δουλειές, είτε στην εκκλησία, σε ώρες εκτός ακολουθιών.Το πρωί της Μεγ. Πέμπτης μεταλαβαίναν τα παιδιά και τελείωναν τις δουλειές στα σπίτια. Οι νοικοκυρές έφτιαχναν τσουρέκια και έβαφαν τα κόκκινα αβγά. Οι άντρες τη Μεγάλη Πέμπτη στα καφενεία κάρφωναν στο τοίχο ή κρεμούσαν από τη λάμπα ένα τραπουλόχαρτο για να αποδοκιμάσουν τα 30 αργύρια του Ιούδα.Την Μ. Παρασκευή κανείς δεν δούλευε. Η ατμόσφαιρα της μέρας αυτής ήταν θλιβερή και μεγαλόπρεπα θρησκευτική. Τα κορίτσια μάζευαν από το πρωί λουλούδια από τον κήπο για το στόλισμα του Επιταφίου. Στο Κορδελιό βγαίναν στα χωράφια με πανέρια και μάζευαν αγριολούλουδα. Η λιτανεία ήταν ιδιαίτερα συγκινητική. Εγκώμια, ψαλμωδίες και θρήνοι για τον νεκρό Ιησού διαχέονταν σε όλους τους χριστιανικούς μαχαλάδες. Απαραίτητο ήταν φυσικά το προσκύνημα του Επιταφίου και το πέρασμα κάτω από το κουβούκλιο.Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής γινόταν η περιφορά του Επιταφίου στους κεντρικούς δρόμους ή γύρω από το ναό. Στις γειτονιές σχηματίζονταν σειρές γονατιστών ανθρώπων κάθε ηλικίας, για να περάσει από πάνω τους ο Επιτάφιος. Ήταν τάμα για κάθε καλό. Στην επιστροφή για το σπίτι όλοι έπαιρναν επιταφιολούλουδα και κεριά, που τα θεωρούσαν αγιασμένα και τα χρησιμοποιούσαν για ξεμάτιασμα, εξορκισμούς, αρρώστιες και κατά της βασκανίας. Στο ναό απόμεναν μόνο οι ταμένοι και ηλικιωμένες γυναίκες που ξενυχτούσαν λέγοντας ψαλμωδίες, προσευχές και το μοιριολόι της Παναγιάς. Κύρια φαγητά της Μ. Παρασκευής ήταν οι νερόβραστες φακές, που συμβόλιζαν της Παναγιάς τα δάκρυα, τα μαρούλια και οι βλαστοί φρέσκων κουκιών, χωρίς λάδι και βουτηγμένα σε μπόλικο ξίδι, εις ανάμνησιν του όξους και της πίκρας που δοκίμασε ο Εσταυρωμένος.Στη Σμύρνη, όλα τα εγγόνια μαζεύονταν στο σπίτι του παππού. Φωτιά δεν άναβε εκείνη την ημέρα στο τζάκι, παρά μόνο για το βράσιμο της φακής, χωρίς λάδι μόνο με ξύδι και λίγο ψωμάκι και όχι σε στρωμένο τραπέζι. Η φακή στα περισσότερα σπίτια της Σμύρνης, δεν τρώγονταν ποτέ άλλωτε παρά μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή. Από το πρωί όμως η γιαγιά, ξυπνούσε με το έγνοια του θιάσου (είδος σουμάδας ) και με τη βοήθεια των γυναικών του σπιτιού την παρασκεύαζε. Οταν στην ώρα τους έρχονταν τα εγγόνια, για να της φιλήσουν το χέρι, έπιναν τον θιάσο. Όταν ο Επιτάφιος επέστρεφε στην εκκλησία γινόταν η «μουνταρία», η αρπαγή των κεριών και λουλουδιών.Στην Κίο της Μικράς Ασίας άρχιζε από νωρίς το πρωί η συλλογή των υλικών για το κάψιμο του Βαραβά κατά την Μ. Παρασκευή.Το Μ. Σάββατο επικρατούσε κίνηση και φασαρία παντού. Γίνονταν οι τελευταίες ετοιμασίες, ψώνια, σφαγές αρνιών. Συχνά –πυκνά, ακούγονταν κρουσουμιές και τσιφτεδιές (πυροβολισμοί), ανάκατες με χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες. Στους ναούς, κατά την πρώτη Ανάσταση το πρωί, οι παπάδες, αλλά και το εκκλησίασμα, έκαναν θόρυβο και χτυπούσαν δυνατά ό,τι μπορούσε να κάνει θόρυβο (στασίδια, πόρτες κ.ά), κουνούσαν τους πολυελαίους και έραιναν με νεραντζόφυλλα τους πιστούς.Καθολική ήταν η συμμετοχή του κόσμου και στην Ανάσταση. Από τις 10 η ώρα, έβγαινε ο ντελάλης κι χτύπαγε με το μπαστούνι του τις πόρτες λέγοντας στους Χριστιανούς να πάνε στην εκκλησιά τους. Με το Χριστός Ανέστη κυριαρχούσε ξέφρενος εορταστικός τόνος: κρουσουμιές, στρακαστρούκες, φισέγκια και μπόμπες (βαρελότα) σκάγανε στον ουρανό και παντού άκουες τσουγκρίσματα αβγών, φιλιά, ευχές, κωδωνοκρουσίες. Το πρωί της επόμενης ημέρας πήγαιναν όλοι στην εκκλησία, φορώντας επίσημα ρούχα κι οπωσδήποτε κάτι καινούριο, πρωτοφόρετο, για το καλό. Όλοι αλληλοσυγχωρούνταν, αντάλλασσαν ευχές κι έστηναν γλέντια και χορούς μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα.Χριστός ανέστη, μάτια μου, έλα να φιληθούμεκι από τα φύλλα τση καρδιάς να ξαναγαπηθούμε.Όμορφη που ‘ναι η Λαμπρή κι όμορφα που γλεντούνε,σαν έρκεται το Νιότριτο ίδι’ αετοί πετούνε.Όμορφη που ‘ναι η Λαμπρή απ’ ούλες τσι σκολάδες,που βγάνουν την ανάσταση μ’ ουλόχρουσες λαμπάδες. Το έθιμο του σουβλιστού αρνιού δεν υπήρχε στη Μικρασία, στο Αιγαίο και στα περισσότερα ελληνικά μέρη. Το λαμπριάτικο τραπέζι ήταν σχετικά λιτό: αρνί στο φούρνο, σε κληματόβεργες ή μαγειρευτό. Ένα από τα βασικά και χαρακτηριστικά έθιμα των ιωνικών παραλίων και των μικρασιατικών νησιών από την Ίμβρο μέχρι το Καστελόριζο είναι τα τσερκένια (οι χαρταετοί), οι κούνιες και το λέμπι. Οι κούνιες που πάνε από τη γη στον ουρανό συμβολίζουν από τα πανάρχαια κιόλας χρόνια την Ανάσταση και την ανάταση των ψυχών.Ο κύκλος των εορτών του Πάσχα έκλεινε με το πανηγύρι της Ζωοδόχου Πηγής του Λυθριού. Ο κόσμος αυτή τη μέρα πήγαινε να προσκυνήσει επίσης στα πολυάριθμα ξωκλήσια και στα αγιάσματα που υπήρχαν διάσπαρτα στις εξοχές, όμως χωρίς ιδιαίτερες διασκεδάσει.
Πηγές:Νίκος Καραράς, το Κορδελιό (1971), Ενωσης Σμυρναίων,Θοδωρής Κοντάρας, Μικρασιατική Ηχώ, Σμυρναικές Σελίδες,Δελτίο Κάτω Παναγιάς,Κώστα Δ. Σεραφείμ, «Λαογραφικά της Αργολίδος», Αθήνα, 1981.Αιμιλία Τερλέγκα: ektosprogrammatos.Ένωση Βουρλιωτών Μικράς Ασίας/ enosivourlioton.gr/Τα κάλαντα,τα έθιμα του Λαζάρου και η Κυριακή των Βα’ί’ων στη Μικρά Ασία.
Την Κυριακή των Βαΐων (ή Κυριακή του Λαζάρου ή Βαϊοφόρος Κυριακή) εορτάζεται η πανηγυρική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, “επί πώλου όνου”. Οι κάτοικοι τον υποδέχθηκαν με τιμές βασιλιά κρατώντας βάγια (κλάδους φοινίκων) και απλώνοντας στο έδαφος τα φορέματά τους ζητωκραυγάζοντας: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Χαρακτηριστικό έθιμο της ημέρας είναι ο στολισμός των εκκλησιών με βάγια (κλαδιά δάφνης), επειδή στον ελλαδικό χώρο οι φοίνικες δεν απαντώνται συχνά. Τα βάγια πήγαιναν στην εκκλησία ( τότε που υπήρχαν) οι νιόπαντρες νύφες του χωριού. Σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος, μετά το πέρας της πρωινής λειτουργίας, μοιράζονται στους πιστούς κλαδιά φυτών που συμβολίζουν τη νίκη και τη ζωή, όπως κλαδάκια δάφνης (βάγιες) και σε πολλά μέρη του χριστιανικού κόσμου, αντί για κλαδιά δάφνης, κλαδιά ελιάς, μυρτιάς, ιτιάς και κλαδιά φοινίκων, που είναι σύμφωνο με τα Ευαγγέλια. Τα κλαδιά αυτά τοποθετούνται στα εικονίσματα ή όπου αλλού χρειαζόμαστε προστασία. Η έκφραση “μετά βαΐων και κλάδων”, που υποδηλώνει τη θριαμβευτική υποδοχή κάποιου ή κάποιων, έχει αναφορά σ’ αυτή τη θρησκευτική γιορτή. Ο λαός μας πιστεύει ότι τα βάγια αυτά, έχουν ιαματικές και αποτρεπτικές για το κακό ιδιότητες. Έτσι σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας συνηθίζονται τα “βαγιοχτυπήματα”, όπου οι γυναίκες χτυπούν με βάγια τις έγκυες για να λευτερωθούν πιο εύκολα. Σε άλλες, κρεμούν τα βάγια στις πόρτες των σπιτιών σαν φυλακτό. Επίσης την Κυριακή των Βαΐων είναι έθιμο να τρώμε ψάρι και να καταλύουμε τη νηστεία, λόγω της σπουδαιότητας της ημέρας, αφού θεωρείται Δεσποτική γιορτή και επειδή η Κυριακή των Βαΐων βρίσκεται ανάμεσα σε δύο νηστείες (της Μεγάλης Σαρακοστής και της Μεγάλης Εβδομάδας). Μάλιστα, υπήρχε και ένα παλιό παιδικό τραγούδι, που έλεγε:
“Βάγια, βάγια των βαγιών, τρώνε ψάρι και κολιό κι ως την άλλη Κυριακή με το κόκκινο αυγό”!
«Βάγια, Βάγια των Βαγιών, τρώνε ψάρι και κολιό,και την άλλη Κυριακή, τρώνε το ψητό αρνί!
Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια, ήρθε η Κυριακή που τρώνε τα ψάρια.
Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι, ήρθε η μάνα σου από την Πόλη, σου ‘φερε χαρτί και κομπολόι.
Βάγια, Βάγια των Βαγιών, τρώνε ψάρι και κολιό, και την άλλη Κυριακή, τρώνε κόκκινο αυγό!»
Στην Σμύρνη την Κυριακή του Βαγιού (ή τω Βαγιώ) όλοι πήγαιναν στην εκκλησία για τα Νύφια (ακολουθία του Νυμφίου) και έπαιρναν βαγιόκλαρα (δάφνες), που τα φυλούσαν στο κονοστάσι, γιατί πίστευαν πως έχουν θεραπευτικές και εξορκιστικές ιδιότητες. Καθιερωμένο φαγητό της ημέρας φυσικά, είναι τα ψάρια και οι σαλάτες.
Τα βάγια στην παράδοση της Σμύρνης και της ευρύτερης Μικράς Ασίας δεν ήταν απλώς ένα θρησκευτικό σύμβολο, αλλά ένα αντικείμενο με σχεδόν «μαγικές» ιδιότητες για το σπιτικό.
Οι Σμυρνιοί πίστευαν ότι η ευλογημένη δάφνη που έπαιρναν από την εκκλησία είχε προστατευτικές ιδιότητες. Έκαιγαν μερικά φύλλα δάφνης στο καρβουνιστήρι (θυμιατό) για να ξεματιάσουν τα μέλη της οικογένειας ή το σπίτι. Σε περιπτώσεις ασθένειας, έβραζαν λίγη δάφνη και την χρησιμοποιούσαν ως γιατροσόφι (εντριβές ή ρόφημα), θεωρώντας την «αγιασμένη».
Τα βάγια έπρεπε να μείνουν πίσω από τα εικονίσματα όλο τον χρόνο. Τα παλιά βάγια της προηγούμενης χρονιάς δεν τα πετούσαν στα σκουπίδια, αλλά τα έκαιγαν στην αυλή ή τα πετούσαν στη θάλασσα, καθώς θεωρούνταν ιερά.Ένα πολύ ιδιαίτερο έθιμο που συναντάμε και στη Σμύρνη ήταν το ελαφρύ χτύπημα με τα βάγια. Οι γυναίκες χτυπούσαν ελαφρά με τα κλαδιά της δάφνης τα παιδιά, τις έγκυες ή τα ζώα τους, λέγοντας ευχές για γονιμότητα, υγεία και δύναμη, μεταφέροντας έτσι την «ευλογία» της ημέρας.
Στις εκκλησίες της Σμύρνης, οι νεότεροι και οι επίτροποι αφιερώναν ώρες για να πλέξουν τα βάγια σε περίτεχνα σχήματα. Το «Πανέρι», μικρά καλαθάκια πλεγμένα από φύλλα φοίνικα, μέσα στα οποία έβαζαν λουλούδια (μανουσάκια ή ζουμπούλια). Ο «Ήλιος», κυκλικά πλέγματα που συμβόλιζαν το φως του Χριστού.Το «Ψάρι», λόγω του εθίμου της ψαροφαγίας, το σχήμα του ψαριού ήταν πολύ δημοφιλές στο πλέξιμο των βαΐων.Την ημέρα εκείνη, οι αρραβωνιασμένοι είχαν την υποχρέωση να επισκεφθούν τα σπίτια των μελλοντικών πεθερικών τους.
Ο γαμπρός έστελνε στην νύφη ένα «κανίσκι» (δώρο) που περιείχε ένα μεγάλο ψάρι (συνήθως συναγρίδα ή λυθρίνι) στολισμένο με κλαδιά δάφνης και κορδέλες.Από την Κυριακή των Βαΐων, οι Σμυρνιοί άρχιζαν να φορούν τα «ντόλια», δηλαδή σκουρόχρωμα ή μαύρα ρούχα, σε ένδειξη πένθους για τα Πάθη του Χριστού. Στους δρόμους της πόλης, παιδιά τριγυρνούσαν με θορυβώδεις ροκάνες, τραγουδώντας ρυθμικά τραγουδάκια και προαναγγέλλοντας τη Μεγάλη Εβδομάδα. Στα σπίτια γίνονταν τα λεγόμενα «διαρμίσματα», δηλαδή γενικές καθαριότητες και προετοιμασίες για τη γιορτή της Λαμπρής.
Η ατμόσφαιρα στη Σμύρνη συνδύαζε την κοσμική αρχοντιά με τη θρησκευτική κατάνυξη, καθώς όλες οι ελληνικές συνοικίες προετοιμάζονταν για τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα.
Το 1938, ο Μεταξάς διέταξε να περαστούν με ασβέστη όλα τα σπίτια των νησιών, ώστε να προστατευτούν από τη χολέρα που μάστιζε εκείνη την εποχή την Ελλάδα.
Ο ασβέστης θεωρήθηκε το κατεξοχήν απολυμαντικό, αφού τότε ακόμη δεν ήταν διαδεδομένη η χλωρίνη. Οι γιαγιάδες και οι μανάδες μας κάποτε τέτοιες μέρες όταν πλησίαζε η μεγάλη εβδομάδα, άρπαζαν την μπαντανόβουρτσα κι ασπρίζανε τα σπίτια.
Μάντρες, πεζούλια, αυλές, οι ξώπορτες, τα δέντρα, γίνονταν κατάλευκα σαν το γάλα. Όλα αυτά ασβεστώντοναν τουλάχιστον τρεις φορές το χρόνο (Χριστούγεννα, Πάσχα, Δεκαπενταύγουστο). Πέρναγαν το πρώτο χέρι αραιό, δεύτερο πιο πηχτό στο οποίο πρόσθεταν λίγο λουλάκι για να γίνει φωτεινό και είχαν κι ένα μυστικό…. έριχναν μια χούφτα χοντρό αλάτι ή ζάχαρη για μη ξεβάφει όταν το ακουμπάς. Έπειτα φυλαγαν καραούλι μη τυχόν περάσει κανείς και τους λερώσει τα ασπρισμένα. Ουέ κι αλίμονο εάν έκανες την κουτουράδα!
Έπρεπε να είναι το σπίτι περιποιημένο, να αστράφτει από πάστρα όταν θα περάσει η πομπή του επιταφίου τη Μεγάλη Παρασκευή. Το έθιμο έχει ρίζες βαθιές και φυσικά έρχεται το 22 μαζί με τους πρόσφυγες.
Εκείνοι συνηθισμένοι στον πλούσιο, άνετο και καθαρό τρόπο ζωής, έβρισκαν τρόπους για να κάνουν τα σπίτια τους να φαίνονται όμορφα και καθαρά, ξεκινώντας από τις αυλές,τον «καθρέφτη» του κάθε νοικοκυριού, εκείνη την εποχή. οι Σμυρνιές κυράδες των συνοικισμών έβγαιναν στις αυλές (αν είχαν) ακόμα και έξω από τις παράγκες τους τον πρώτο καιρό, έβγαζαν τα αγριόχορτα, κλάδευαν και άσπριζαν, έτσι ήταν μαθημένοι στην πάστρα και την καθαριότητα. Αυτό ήταν περίεργο για τους γηγενείς κατοίκους και έτσι τις φώναζαν «παστρικές» με υποτιμητική έννοια.
Ο Υδροχρωματισμός δι’ασβέστου οικιών επιβλήθηκε υποχρεωτικά κι από την δικτατορία του 67. Το 1955 άλλωστε και η Φρειδερίκη είχε παρουσιάσει την ασπρισμένη Μύκονο στον Καραμανλή για μια διαφήμιση. Οι κοσμικοί κύκλοι εντυπωσιάστηκαν κι από τότε τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά και η Μύκονος έγιναν της μοδός…
Σουρούπωνε …και κάπου στα σοκάκια του Φραγκομαχαλά ακουγόταν ένα πιάνο. Όχι μουσική. Ήχοι κοφτοί, μετρημένοι. Σαν ανάσα που ψάχνει να βρει ρυθμό. Η μουσική ζωή της Σμύρνης ήταν ένας συνδυασμός «αλαφράγκα» (ευρωπαϊκού τύπου) και «αλατούρκα» παραδόσεων, με το πιάνο να κυριαρχεί στις αστικές συνοικίες και στα σαλόνια της εποχής. Οι Σμυρνιοί προτιμούσαν κορυφαίες γερμανικές και γαλλικές μάρκες. Στα σαλόνια της εποχής έβρισκε κανείς πιάνα Bechstein, Blüthner, Ibach και Pleyel. Αν και ακριβό είδος, η ύπαρξη περισσότερων από 2.500 πιάνων στην πόλη μαρτυρά ότι η αγορά του ήταν εφικτή όχι μόνο για τους πολύ πλούσιους, αλλά και για την ανερχόμενη μεσαία τάξη των εμπόρων και επιστημόνων. Η μουσική παιδεία, και ειδικά η εκμάθηση πιάνου, θεωρούνταν απαραίτητο εφόδιο για τις κοπέλες των καλών οικογενειών (το λεγόμενο «bon pour l’orient»). Λειτουργούσαν πολλά ιδιωτικά ωδεία και σχολές, ενώ πολλοί δάσκαλοι μουσικής έρχονταν από την Ευρώπη για να διδάξουν στα αρχοντικά της πόλης. Το πιάνο συμμετείχε σε ηχογραφήσεις και ορχήστρες, συνδυάζοντας τις ευρωπαϊκές αρμονίες με τους ανατολίτικους δρόμους.
Εκτός από τα σπίτια, κυριαρχούσε σε Λέσχες και Θέατρα, όπως το «Θέατρο της Σμύρνης» και η «Λέσχη των Κυνηγών», όπου φιλοξενούνταν κονσέρτα και οπερέτες. Επίσης στα Πολυτελή Καφενεία της προκυμαίας (Quai), όπου ένα πιάνο ήταν απαραίτητο, για να συνοδεύει το απογευματινό τσάι ή το δείπνο των περιπατητών.
Οι χορδιστές πιάνων -οι παράξενοι τύποι με το βαλιτσάκι- στη Σμύρνη του 1900 ήταν περιζήτητοι επαγγελματίες, καθώς η συντήρηση χιλιάδων οργάνων σε ένα παραθαλάσσιο περιβάλλον με υγρασία ήταν επιβεβλημένη. Πολλοί από αυτούς ήταν οι ίδιοι διακεκριμένοι μουσικοί ή ιδιοκτήτες μουσικών οίκων. Τέτοιοι χορδιστές ήταν ο Βίκτωρ Καλλέγιας (Victor Caleya): Μία από τις πιο εμβληματικές μορφές. Δραστηριοποιούνταν ως διευθυντής ορχήστρας, συνθέτης οπερέτας, αλλά και επαγγελματίας χορδιστής πιάνων με έδρα στη Λεωφόρο του Καθεδρικού Ναού (Cathedral Avenue). Ο Alfred Caleya: Μέλος της ίδιας οικογένειας μουσικών, ο οποίος αναφέρεται ως χορδιστής με έδρα στην περιοχή Φασούλα. Ο Jacques J. Zemmith: που διατηρούσε το εργαστήριό του στο Πασάτζιο Σπονδή, Πέρασμα (Passage Spondi). Ο Iyoi Rosati: που σναφέρεται σε οδηγούς της εποχής (περί το 1903), επίσης στη Λεωφόρο του Καθεδρικού. Ο Δημήτριος Βεργώνης: Ένας από τους Έλληνες χορδιστές που συνέχισαν τη δραστηριότητά τους στην πόλη έως και το 1920. Τέλος ο Αντώνης Βασιλικούδης που εξειδικευόταν στις επισκευές και τη συντήρηση οργάνων. Θεωρούνταν άνθρωποι με υψηλή τεχνική κατάρτιση και συχνά είχαν πρόσβαση στα σαλόνια της αριστοκρατίας για τη φροντίδα των πιάνων πριν από σημαντικές δεξιώσεις.
Ένας από αυτούς ανέβηκε τα σκαλιά του αρχοντικού. Η Κεφαλή ενός μπρούτζινου Λιονταριού τον αγριοκοίταζε. Ήταν πολύ διαδεδομένο στα πλούσια αρχοντικά, συμβόλιζε την ισχύ, την εξουσία και την προστασία του οίκου. Η βάση όπου στηριζόταν το ρόπτρο ήταν μια διακοσμητική ροζέτα με ανάγλυφα φυτικά μοτίβα. Ο ήχος του πρόδιδε συχνά την «ταυτότητα» του επισκέπτη. Σε ορισμένα αρχοντικά υπήρχαν δύο ρόπτρα σε διαφορετικά ύψη ή από διαφορετικό μέταλλο, ώστε ο ήχος να ξεχωρίζει αν ο επισκέπτης ήταν άνδρας ή γυναίκα (συνηθισμένο σε μουσουλμανικές οικίες αλλά και σε παραδοσιακά αρχοντικά της Ανατολής). Τα αρχοντικά ήταν συχνά βαμμένα σε λευκές, κροκοβαφείς (ώχρα) ή γαλάζιες αποχρώσεις, δημιουργώντας μια φωτεινή και αρμονική σειρά κτιρίων.
Ο επισκέπτης έβαλε άφοβα το χέρι του στον περίτεχνο κρίκο που βαστούσε στο στόμα του ο τρομερός Λέων. Ντουπ, ντούπ! Το βαρύ χτύπημα του ρόπτρου ακούστηκε σε όλο το ισόγειο και ο μεταλλικός του ήχος του ορείχαλκου μεταδόθηκε μέχρι πάνω στο Σαχνισί που ήταν μαζεμένες οι κυράδες. Ο ήχος πρόδιδε ότι ήταν άντρας. Φυσικά τον είχε δει η Σοφία από το παράθυρο του Σαχνισιού όταν τον έφερε ο Αραμπατζής.
Οι «Κιοσέδες», οι τζαμωτοί εξώστες των ορόφων, είχαν μάτια κι αυτιά παντού.
Αυτός ήταν λοιπόν ο χορδιστής του πιάνου. Τον έλεγαν…Άλφρεντ, μα λίγοι ήξεραν το όνομά του. Για τους περισσότερους ήταν «ο άνθρωπος με τα γυαλιά», εκείνος που ερχόταν αθόρυβα, με μια κασέλα στο χέρι, κι έφευγε χωρίς να ζητήσει κουβέντα. Μόνο ένα «να ’στε καλά» και μια ελαφριά υπόκλιση, σαν να χαιρετούσε όχι τους ανθρώπους, αλλά τα ίδια τα όργανα. Εκείνη τη μέρα μπήκε στο σπίτι της Σμαρώς. Η υπηρεσία τον οδήγησε στον επάνω όροφο, όπου ήταν ο χώρος υποδοχής. Το σαλόνι ήταν επιπλωμένο με ευρωπαϊκά έπιπλα (στυλ Louis XV), μεγάλους καθρέπτες με χρυσές κορνίζες και κρυστάλλινους πολυελαίους. Εκεί γίνονταν οι επισκέψεις, οι «βεγγέρες» και οι μουσικές βραδιές.
Το πιάνο στεκόταν στο σαλόνι, μαρκετερί ξύλο, σκαλισμένο με λεπτές γραμμές — δώρο παλιό, από καιρό ευτυχίας. Δίπλα, στο περβάζι, ένα μουσλούκι κρεμασμένο, κι ένα πιατάκι με γλυκό κυδώνι, για το καλωσόρισμα. Ο επισκέπτης στάθηκε για λίγο και σήκωσε το κεφάλι. Το ταβάνι ήταν συχνά ζωγραφισμένο με ανθοδέσμες και αγγελάκια (putti), κρίνα και άκανθα περίτεχνα στιε γύψινες διακοσμήσεις δημιουργούσαν μια αίσθηση παλατιού. Αυτά τα σπίτια δεν ήταν απλώς κτίρια, αλλά «σκηνικά» μιας ζωής γεμάτης γαλλικά αρώματα, πιάνο, εμπόριο και κοσμοπολίτικη κουλτούρα.
Έπειτα το μάτι του έπεσε στα πόδια του πιάνου όπου είχαν σκαλίσματα στην μορφή των πελμάτων λιονταριού τυλιγμένα σε μπρούτζινα προστατευτικά.
Τα λευκά πλήκτρα ήταν φτιαγμένα από ελεφαντόδοντο και τα μαύρα από έβενο, δίνοντας μια μοναδική αίσθηση στην αφή και μια διακριτική πολυτέλεια. Στα πλαϊνά του αναλογίου υπήρχαν ενσωματωμένα μπρούτζινα κηροπήγια, ώστε ο μουσικός να μπορεί να διαβάζει τις παρτιτούρες υπό το φως των κεριών τα βράδια. Το πιάνο ήταν τοποθετημένο στην καλύτερη γωνιά της σάλας, κάτω από έναν κρυστάλλινο πολυέλαιο. Πάνω του υπήρχαν δαντελένια σεμέ, ασημένιες κορνίζες με φωτογραφίες της οικογένειας.
Ακούστηκαν ανάλαφρα γυναικεία βήματα στο δρύινο παρκέ και μια ζεστή νεανική φωνή.
«Καλώς τονε…» είπε η Σοφία. «Θα το δεις; Δεν κελαηδάει όπως πρώτα.»
Ο Άλφρεντ δεν απάντησε.
Έπειτα ζήτησε να φύγουν από πάνω οι κορνίζες και άγγιξε με το χέρι του ένα γδάρσιμο στην Λάκα.
«Τι κρίμα…» ψιθύρισε. Έπειτα άνοιξε την κασέλα του. Κλειδιά, σφυράκια, μικρά μεταλλικά εργαλεία που έμοιαζαν με ιατρικά όργανα. Κάθισε. Έσκυψε. Άκουσε.
Πάτησε μια νότα. Και τότε — σταμάτησε.
«Αυτό…» ψιθύρισε ξανά.
Η Σοφία τον κοίταξε. «Τι έχει;»
Δεν απάντησε. Πάτησε ξανά το ίδιο πλήκτρο. Η νότα βγήκε σπασμένη, σαν να είχε μέσα της κάτι παλιό. Κάτι που δεν ήταν ήχος. Σαν μνήμη.
Έσκυψε πιο κοντά. Τα δάχτυλά του άγγιξαν το ξύλο. Έπειτα έκλεισε για λίγο τα μάτια. Και τότε άρχισε να δουλεύει.
Ώρες πέρασαν. Το σπίτι είχε σιωπήσει. Μόνο ο ρυθμός του εργαλείου και το ελαφρύ τρίξιμο του πιάνου. Η μικρή Ερμαού στεκόταν πίσω από την πόρτα και τον κοίταζε. Με μάτια μεγάλα. Εκείνη την ώρα κατέβηκε και η Σμαρώ.
«Μάνα… αυτός μιλάει με το πιάνο;» ψιθύρισε. Η Σμαρώ χαμογέλασε.
«Όχι… κοκώνα μου, το ακούει.»
Κάποια στιγμή, ο νεαρός χορδιστής σταμάτησε.
«Ποιος έπαιζε εδώ;» ρώτησε.
Η Σμαρώ δίστασε. «Η κόρη μου… και κάποτε… ο άντρας μου. Πριν…»
Δεν τελείωσε τη φράση. Ο χορδιστής έγνεψε. «Το πιάνο θυμάται.» Σηκώθηκε. Έκλεισε το καπάκι απαλά. Έπειτα το ξανάνοιξε. «Τώρα μπορείτε να παίξετε.»
Η Σμαρώ πλησίασε. Πέρασε πολύς καιρός από τότε που έπαιζε, έπειτα ήρθαν τα παιδιά, οι υποχρεώσεις.Έβαλε τα δάχτυλα. Διστακτικά. Πάτησε μια συγχορδία. Και τότε — το σπίτι γέμισε φως. Οι νότες έβγαιναν καθαρές, ζωντανές. Σαν να είχε ξυπνήσει κάτι που κοιμόταν χρόνια. Η Ερμαού μπήκε μέσα τρέχοντας. «Μάνα! Αυτό είναι άλλο πιάνο!»
Ο νεαρός Άλφρεντ χαμογέλασε για πρώτη φορά.
Πριν φύγει, η Σμαρώ του έδωσε ένα μικρό πουγκί. «Πάρε…» Εκείνος το έσπρωξε πίσω. «Όχι.», «Μα—», «Δεν το έφτιαξα εγώ.»
Η Σμαρώ τον κοίταξε απορημένη.
Ο Άλφρεντ πήρε το καπέλο του. «Απλώς… το θυμήθηκα.»
Το βράδυ, όταν έπεσε ο μαΐστρος κι άναψαν οι γκαζόλαμπες, η Σμαρώ κάθισε πάλι στο πιάνο. Έπαιξε αργά. Ένα σκοπό παλιό, μικρασιάτικο. Και για μια στιγμή — μόνο μια — νόμισε πως κάποιος στεκόταν πίσω της.
Σαν σκιά. Σαν ανάσα. Σαν τον άνθρωπο που είχε φύγει.
Ύστερα έπιασε την μέση της, ένας ελαφρύς πόνος. Σαν να είχε κολλήσει ένα από τα 88 πλήκτρα του πιάνου…
Θα αλλάξει ο καιρός, σκέφτηκε και η Πούντα κατεβάζει όλο το αγιάζι.
Ο ίδιος ο χρόνος και ο καιρός (ο Μαΐστρος, το αγιάζι) προμηνύουν την ανατροπή.
«Απλώς… το θυμήθηκα.» Αυτά τα λόγια του χορδιστή επανέρχονται στο μυαλό της. Η τέχνη του δεν ήταν η επισκευή, αλλά η επαναφορά μιας ευτυχίας που είχε λησμονηθεί κάτω από τη σκόνη των γεγονότων.
Ο κύρης του σπιτιού χαμένος στην κάπνα των λεσχών… τα δάχτυλά του συνήθως κρύα. Κι εκείνη πόσο θέλει να ακούσει τη μελωδία της ευτυχίας και να νιώσει την παρουσία του στο διπλανό μαξιλάρι.
Η Σμαρώ σταμάτησε για λίγο
Τα δάχτυλά της έμειναν πάνω στα πλήκτρα, σαν να φοβούνταν να συνεχίσουν. Έξω, το αγιάζι της Πούντας είχε δυναμώσει. Έφερνε μαζί του μια υγρασία βαριά, που κολλούσε πάνω στους τοίχους και στα ξύλα, σαν προμήνυμα. Το πιάνο — εκείνο το ίδιο πιάνο που κάποτε γέμιζε το σπίτι με γέλια και τραγούδια — τώρα έμοιαζε να κρατά μέσα του κάτι άλλο
Κάτι που δεν λεγόταν….
Έσυρε τα δάχτυλα πάνω στο γυαλιστερό ξύλο, εκεί που η μαρκετερί σχημάτιζε μικρά άνθη. Το αγιάζι έξω είχε πια καταλαγιάσει, δίνοντας τη θέση του σε μια απόκοσμη ηρεμία. Η Σμαρώ ένιωθε πως το πιάνο δεν ήταν πια ένα έπιπλο, αλλά ένα ξύλινο κιβώτιο που φύλαγε μέσα του την ανάσα της πόλης.
Ξαφνικά, μια σκέψη την έκαψε.
Ο Άλφρεντ είχε πει:
«Απλώς… το θυμήθηκα».
Σηκώθηκε από το σκαμπό. Η μέση της την τσιμπούσε ακόμα, μια υπενθύμιση πως ο χρόνος δεν χορδίζεται τόσο εύκολα όσο οι χορδές του ατσαλιού. Πλησίασε το παράθυρο. Κάτω, στον δρόμο, τα φανάρια τρεμόπαιζαν. Ο Αραμπατζής είχε φύγει προ πολλού, και η σιλουέτα του χορδιστή είχε χαθεί μέσα στα στενά του Φραγκομαχαλά.
Επέστρεψε στο όργανο. Κάτι την έτρωγε. Άνοιξε το πάνω καπάκι, εκεί που κρύβονταν οι σφήνες και οι χορδές. Μύρισε το παλιό ρετσίνι και τη σκόνη που ο Άλφρεντ είχε καθαρίσει με τόσο σεβασμό. Στην άκρη, δίπλα στο τελευταίο πλήκτρο, είδε κάτι λευκό.
Ένα μικρό χαρτάκι, διπλωμένο στα τέσσερα.
Το άνοιξε με τρεμάμενα χέρια. Δεν είχε γράμματα. Είχε μόνο πέντε γραμμές — ένα πεντάγραμμο — και πάνω του σχεδιασμένες μερικές νότες. Έναν σκοπό που δεν χρειαζόταν να τον διαβάσει για να τον αναγνωρίσει. Ήταν το τραγούδι που έπαιζε ο άντρας της τα βράδια που επέστρεφε νωρίς, πριν οι λέσχες και η κάπνα του κλέψουν το βλέμμα. Τότε κατάλαβε. Ο Άλφρεντ δεν είχε έρθει απλώς για να χορδίσει. Είχε έρθει για να παραδώσει ένα μήνυμα.
Κάθισε ξανά. Αυτή τη φορά δεν φοβήθηκε. Πάτησε τα πλήκτρα με δύναμη. Η μουσική ξεχύθηκε από το σαχνισί, πέρασε τα μπαλκόνια, κόλλησε στα υγρά πλακόστρωτα.
Το Πιάνο, κελαηδούσε πια, ακριβώς όπως είχε ζητήσει η Σοφία.
Η Σμαρώ ένιωσε το σώμα της να ελαφραίνει. Ο πόνος στη μέση, εκείνο το «κολλημένο πλήκτρο», λες και μαλάκωσε. Έξω, η πόλη συνέχιζε να ζει την τελευταία της άνοιξη, αγνοώντας πως το κούρδισμα που της χάριζαν οι χορδιστές της ήταν το ύστατο αντίο πριν τη μεγάλη παραφωνία. Το βράδυ εκείνο, η Σμαρώ δεν κοιμήθηκε. Έμεινε να κοιτάζει το πιάνο. Ήξερε πια πως, ό,τι κι αν ερχόταν με το αγιάζι της Πούντας, η μουσική είχε ήδη προλάβει να σώσει όσα οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να κρατήσουν.
Το πιάνο θυμόταν. Κι αυτό ήταν αρκετό.
Η τελευταία νότα έσβησε αργά, αφήνοντας πίσω της μια γλυκιά δόνηση που έκανε τα κρύσταλλα στον μπουφέ να κουδουνίσουν ελαφρά. Η Σμαρώ δίπλωσε το μικρό χαρτάκι και το έκλεισε μέσα στη θήκη του πιάνου, πλάι στις χορδές του μπάσου. Ήταν πλέον το φυλαχτό του σπιτιού.
Στο σκοτάδι, το πιάνο γυάλιζε σαν μαύρο διαμάντι. Ο Άλφρεντ, ο άνθρωπος με τα γυαλιά, θα βρισκόταν ήδη σε κάποιο άλλο σαλόνι ή σε κάποιο καφενείο του Quai, σκυμμένος πάνω από ένα άλλο Pleyel, προσπαθώντας να διορθώσει τη φθορά που έφερνε η θάλασσα. Ήξερε κι εκείνος, όπως το ένιωθε πια και η Σμαρώ, πως όταν οι άνθρωποι χάνουν τα λόγια τους, τα όργανα πρέπει να είναι έτοιμα να μιλήσουν.
Το αγιάζι της Πούντας συνέχιζε να χτυπά τα κλειστά παραθυρόφυλλα, αλλά μέσα στο αρχοντικό η σιωπή δεν ήταν πια άδεια. Ήταν μια σιωπή κουρδισμένη, έτοιμη να αντέξει την καταιγίδα που μύριζε ο ορίζοντας.
Το πιάνο θυμόταν. Και η Σμαρώ, για πρώτη φορά μετά από καιρό, κοιμήθηκε χωρίς να νιώθει το πλήκτρο στη μέση της κολλημένο.
Το πέρασμά του χορδιστήείχε αφήσει κάτι παραπάνω από σωστά τονισμένες νότες· είχε αφήσει την πεποίθηση πως η ομορφιά είναι μια πράξη αντίστασης στη φθορά. Η Σμαρώ δεν ξαναέπαιξε το σκοπό του «κύρη» της με θλίψη. Κάθε φορά που τα δάχτυλά της άγγιζαν το ελεφαντόδοντο των πλήκτρων, ένιωθε πως το πιάνο δεν ανήκε πια στο παρελθόν, αλλά στο «τώρα». Το κολλημένο πλήκτρο στη μέση της δεν την ξαναενόχλησε — ίσως γιατί το σώμα, όπως και το ξύλο, χρειάζεται μερικές φορές έναν ξένο να του θυμίσει πώς είναι να αναπνέει σωστά. Το επόμενο πρωί, ο ήλιος της Σμύρνης ανέτειλε θαμπός πίσω από το Μπαλτσόβα, μα το αρχοντικό της Σμαρώς έμοιαζε να έχει αποβάλει την υγρασία της νύχτας. Το πιάνο, κλειστό πια και γυαλισμένο, στεκόταν στη γωνιά του σαν σιωπηλός φρουρός.
Έξω στην προκυμαία, οι αραμπάδες και τα Τράμια συνέχιζαν να κυλούν και τα καφενεία να γεμίζουν. Ήταν η άνοιξη του 1921. Η τελευταία άνοιξη που η Σμύρνη ακουγόταν σαν ένα τέλεια χορδισμένο Pleyel.
Κι αν οι χορδές έμελλε αργότερα να σπάσουν από τη φωτιά και τον ξεριζωμό, η μνήμη του ήχου τους θα ταξίδευε απέναντι, κρυμμένη στις αποσκευές και στις ψυχές, για να ξανακουρδιστεί σε άλλες πατρίδες.
Γιατί τα πιάνα της Σμύρνης μπορεί να κάηκαν, αλλά ο ρυθμός τους δεν σταμάτησε ποτέ.
Άνοιξη του 1969 — Έξω από το ξωκλήσι του Άη Δημήτρη.
Έξω από τον Άη Δημήτρη, εκεί που ο ασπρισμένος τοίχος στο ξωκλήσι κρατούσε ακόμη τη δροσιά της νύχτας, η άνοιξη είχε στρώσει τη δική της άσπρη κουρελού. Το χαμομήλι άπλωνε το άρωμά του, και η γη έμοιαζε να ανασαίνει σιγανά, σαν νανούρισμα της μάνας φύσης.
Η λειτουργία είχε μόλις τελειώσει. Οι καμπάνες είχαν από ώρα σωπάσει, μα οι ψαλμωδίες έμεναν ακόμα μέσα στα αυτιά των ανθρώπων. Τα Κυριακάτικα ρούχα, τα καλά, καθαρά πρόσωπα, ήσυχα βήματα.
Και τότε, στάθηκαν εκείνα τα δυο πιτσιρίκια στο ύπαιθρο.
Αδερφός και αδερφή.
Ο μεγάλος — με το πουκάμισο κουμπωμένο μέχρι πάνω και την παιδική γραβάτα— στεκόταν ίσια, σαν να ήθελε να δείξει πως μεγάλωσε ξαφνικά. Δίπλα του η μικρή, με το φόρεμά της καθαρό, το κόκκινο ζακετάκι με το κέντημα και τα μαλλιά τακτοποιημένα από τα χέρια της μάνας, κρατούσε σφιχτά μια άκρη από το μανίκι του. Σαν να φοβόταν μη χαθεί μέσα στην τόση Κυριακάτικη σοβαρότητα.
«Μην γελάς», της ψιθύρισε εκείνος. «Δεν γελάω… απλώς χαίρομαι», του αποκρίθηκε εκείνη, και τα μάτια της έλαμψαν.
Στο χέρι της είχε ένα μικρό χαμομήλι. Το είχε κόψει λίγο πριν, χωρίς να τη δει κανείς. Ο πατέρας με την φωτογραφική μηχανή στήθηκε απέναντί τους. Ο κόσμος σώπασε για μια στιγμή. Πίσω ο Άη Δημήτρης, τριγύρω η άνοιξη, κι ανάμεσά σε όλα, δυο παιδιά που κρατούσαν — χωρίς να το ξέρουν — ολόκληρο το αύριο.
«Έτοιμοι;»
Το «κλικ» ακούστηκε σαν ψίθυρος. Κι εκεί, μέσα σε μια ανάσα χρόνου, έμειναν για πάντα: ένα αγόρι που ήθελε να φανεί παλικαράκι, κι ένα κορίτσι που δεν ήθελε να μεγαλώσει ακόμη. Κι η φωτογραφία… Έγινε μνήμη αξεθώριαστη στον χρόνο.
Η πραγματικότητα της Μεγάλης Εβδομάδας ήταν μια άσκηση υπομονής. Η μυρωδιά από το βούτυρο και τα αυγά πλημμύριζε το σπίτι τη Μεγάλη Πέμπτη, αλλά το ταψί έμενε απλησίαστο, φυλακισμένο κάτω από μια καθαρή πετσέτα μέχρι την Ανάσταση. Στην αυλή της γιαγιάς, η πίστη και η προσμονή είχαν τη δική τους μυρωδιά. Το Μεγαλοβδόμαδο ήταν ένας αγώνας ανάμεσα στην επιθυμία και το καθήκον. Τα πασχαλινά κουλουράκια έβγαιναν από τον φούρνο ροδοκόκκινα, μοσχοβολώντας αμμωνία και πορτοκάλι, όμως κανένα χέρι δεν τολμούσε να απλωθεί πάνω τους. Ήταν «τα κουλούρια της Λαμπρής», προορισμένα για το τραπέζι της αγάπης, μετά το «Χριστός Ανέστη». Η γιαγιά τα σκέπαζε ευλαβικά, λες και φύλαγε έναν θησαυρό που δεν έπρεπε να δει το φως πριν την ώρα του. Όμως, για να «λαδώσει» το λαρύγγι και να αντέξουν οι δικοί της τη σκληρή νηστεία, η γιαγιά είχε το κρυφό της όπλο: τα σπιτικά ουζοκούλουρα Κορίνθου. Με το σιγανό της περπάτημα και το βλέμμα που κουβαλούσε κόσμους ολόκληρους έπερνε την πήλινη λεκάνη και την έβαζε στο τραπέζι με το πλαστικό τραπεζομάντηλο του μέτρου. «Ελάτε», έλεγε. «Έχουμε δουλειά…» Κι άρχιζε το μυστικό. Ούζο (2-3 σφηνάκια) που ανέδιδε άρωμα γλυκάνισου και θάλασσας, μια κούπα ζάχαρη να γλυκάνει τον καημό, λίγο καλαμποκέλαιο να δώσει παρηγοριά. Τα ανακάτευε αργά, να λιώσει η ζάχαρη και να μελώσει το μείγμα με ρυθμό σχεδόν τελετουργικό, σαν να μιλούσε με τα υλικά. Σαν να θυμόταν. Ύστερα έβαζε σόδα, αμμωνία και πρόσθετε το αλεύρι. Η ζύμη τότενες έπαιρνε ζωή. Την έπλαθε με τα χέρια της — χέρια δουλεμένα, χέρια που είχαν ζυμώσει ψωμί, πόνο και προσφυγιά. Και την άφηνε να ξεκουραστεί, όπως ξεκουράζεται κι η ψυχή πριν αντέξει το βάρος των ημερών. Μέχρι να φουσκώσει το ζυμάρι μας κάθισε στην ποδιά της κι έλεγε λογάκια γλυκά και παραβολές. Το πώς ζούσε ο Χριστός στα παιδικά χρόνια. Έπλαθε λέει πουλάκια με πηλό κι ύστερα τα πλησίαζε στο στόμα του… και τα φιλούσε απαλά στο ράμφος. Και τότε — ω του θαύματος — τα πουλάκια τινάζονταν, άνοιγαν φτερά και πετούσαν. Γέμιζε ο ουρανός κελαηδίσματα.
«Έτσι είναι η αγάπη», έλεγε η γιαγιά σιγανά. «Δίνει ζωή εκεί που δεν υπάρχει…»
Κι εμείς την κοιτούσαμε με μάτια ορθάνοιχτα, κρατώντας μικρά κομμάτια ζύμης, σαν να κρατούσαμε κι εμείς λίγο από εκείνο το θαύμα. Όπως οι πήλινες λαλίτσες που τις γεμίζαμε νερό και τραγουδούσαν. Ύστερα ερχόταν η ώρα να πλάσουμε. Έκοβε τη ζύμη σε μικρά κομμάτια, τα ζούλαγε να φύγει ο αέρας — «μην κρατάει μέσα του βάρος», έλεγε — και τα άνοιγε σε λεπτά κορδόνια. Με την παλάμη της, ίσια και σταθερή, χάραζε πάνω τους μικρές γραμμές .«Τα δεσμά του Χριστού…» Δεν το έλεγε βαριά. Το έλεγε σαν αντέτι που πρέπει να κρατηθεί. Κι εμείς, άλλοτε γελώντας κι άλλοτε σοβαροί, πλάθαμε τις δικές μας μικρές αλυσίδες. Τις ενώναμε σε κύκλους — κύκλους που δεν είχαν αρχή και τέλος, σαν την πίστη, σαν την ελπίδα. Το άρωμα του γλυκάνισου γιόμιζε το σπίτι. Στον φούρνο θα πήγαιναν άσπρα-άσπρα, σαν τα πρόσωπα των κυράδων στις βεγγέρες, σχεδόν λευκές σαν πορσελάνη της Απω Ανατολής. Άπλωνε τα κουλούρια στο ταψί με τη λαδόκολλα και το πήγαινε στον φούρνο. Αυτά ήταν τα χιονάτα μαλακά ουζοκούλουρα Κορίνθου. Μοσχοβολιστά, τραγανά, γεμάτα με εκείνη τη λεπτή γλύκα που δεν σε χορταίνει — σε παρηγορεί. Τα ουζοκούλουρα… Η μόνη γλύκα που επιτρεπόταν. Η μικρή ανάσα μέσα στη σιωπή της Μεγάλης Παρασκευής. Το απόγευμα ο παππούς, καθόταν στην αυλή πάνω στο ξύλινο σκαμνάκι του κι έπινε καφέ πικρό. Εμείς καθόμασταν δίπλα σιωπηλοί με ένα κουλούρι στο χέρι. Και κάθε μπουκιά είχε κάτι από εκείνη την ιστορία του μικρού Ιησού. Από εκείνο το φιλί που έδινε ζωή. Μα το μεγαλύτερο μάθημα δεν ήταν ούτε η συνταγή, ούτε η γεύση. Ήταν η αναμονή. Η γιαγιά — Σμυρνιά στην ψυχή και στο βλέμμα — ήξερε καλά: η χαρά δεν χαρίζεται· κερδίζεται με καρτερία. Κι έτσι, όταν ερχόταν η νύχτα της Ανάστασης και οι καμπάνες άνοιγαν τον ουρανό στα δύο, η πρώτη μπουκιά δεν ήταν απλώς γλυκιά. Ήταν θαύμα. Σαν τα πουλάκια που πήραν ζωή. Σαν την ψυχή που μαθαίνει να πετά ξανά.
«Η νηστεία ήταν η προετοιμασία της ψυχής, και το ουζοκούλουρο η μικρή της ανάσα.»
Το φως από τις λαμπάδες έπεφτε πάνω τους και τα έκανε να μοιάζουν σχεδόν ασημένια. Σαν να κουβαλούσαν μέσα τους όλη τη βδομάδα — τη στέρηση, την πίστη, τη μνήμη. Κι όταν δάγκωνες το πρώτο κομμάτι… δεν άκουγες μόνο το «κρακ» της τραγανής τους κόρας. Άκουγες κάτι βαθύτερο. Σαν φτερούγισμα. Σαν εκείνο το παλιό, αθόρυβο θαύμα που είχε φωλιάσει μέσα στις ιστορίες της γιαγιάς — και περίμενε, υπομονετικά, να ζωντανέψει ξανά. Γιατί τελικά, ίσως αυτό μας άφησε: Να παίρνουμε κάτι απλό — λίγο αλεύρι, λίγο ούζο, λίγη ζάχαρη — και να το κάνουμε αγάπη. Να του δίνουμε φωνή. Να του δίνουμε φτερά. Και να θυμόμαστε — κάθε Πάσχα, κάθε άνοιξη — πως ό,τι πλάθεται με καρδιά… πάντα βρίσκει τρόπο να πετάξει.
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.