ΤΟ ΚΙΡΜΙΖΙ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Η φωτιά που δεν καίει μα θυμάται!

«Belle Hélène, η πρόσφυγας»

Η στάχτη της Σμύρνης από την Καταστροφή δεν είχε ακόμη κατακαθίσει, μα η μυρωδιά —εκείνο το φοβερό κράμα από καμένο ξύλο, αλμύρα, πετρέλαιο, λιωμένο σίδερο και θάνατο— είχε ποτίσει πια την αθώα ψυχούλα της, είχε μπει στις πτυχές του κουρελιασμένου της φουστανιού, είχε καθίσει επάνω στο δέρμα της σαν δεύτερο πετσί. Πετρέλαιο και θάνατο βρωμούσε το πετσί της! Η Ελενίτσα δεν κοίταζε πίσω. Αν γύριζε το κεφάλι, το ήξερε, η φωτιά που κατάπινε την προκυμαία της Σμύρνης θα ρουφούσε και το τελευταίο ψήγμα λογικής που της είχε απομείνει.
Κι όμως, αυτή δεν ήταν ένα κοινό κορίτσι του δρόμου. Ήταν η μικρή belle Hélène των γαλλικών αναγνωσμάτων, η καλομαθημένη κόρη, η μαντεμουαζέλ που είχε μάθει να προφέρει το r με λεπτότητα, να σταυρώνει τα χέρια της με χάρη, να περπατάει ίσια στις αίθουσες των καθολικών σχολείων, κάτω από το βλέμμα των καλογραιών. Είχε μεγαλώσει με τετράδια καθαρογραμμένα, με τσι καλλιγραφίες και τσι καθαρεύουσες, με τα γαλλικά τραγούδια τα «Frère Jacques»…, με μικρές υποκλίσεις, με ροζιασμένες από το κέντημα αλλά όχι ακόμη πληγωμένες παλάμες. Ήξερε να λέει bonjour, merci, pardon, μα εκείνη την ώρα καμιά γλώσσα φράγκικη των Λεβαντίνων, δεν μπορούσε να κατονομάσει το τέλος του κόσμου.
Αυτό που η μάνα της φώναζε: «η συντέλεια του κοσμάκη!»
Κρατούσε στην αγκαλιά της ένα δεμένο κουβάρι από δαντέλες, ό,τι είχε απομείνει από την προίκα της, κι ένα εικόνισμα τυλιγμένο μέσα σ’ενα μισοσχισμένο μαύρο μαντίλι. Γύρω της ολόκληρος ο κόσμος είχε γίνει μία τεράστια κραυγή. Απάνω στο κεφάλι τους είχε πέσει το στερέωμα του ουρανού και αιμοβόροι δαίμονες πάνω στα άλογα τους ξέσχιζαν τα σωθικά. Νέοι έχαναν το κεφάλι τους σε μια στιγμή και γυναίκες ετοιμόγεννές κείτονταν στο πεζοδρόμιο με ανοιγμένα σωθικά και τα μωρά δίπλα τους κατασφαγμένα. Δεν ήθελαν οι άπιστοι να φυτρώσει πια, σε αυτή την ζήση άλλος σπόρος ελληνικός. Η προκυμαία όλη μέρα αγκομαχούσε και τα βράδια, έβγαζε ένα απόκοσμο ουρλιαχτό χωρίς αρχή και τέλος. Η πόλη λαμπαδιασμένη και τρελή ξερνούσε μαχαίρι και φωτιά στις πλάτες τους. Άνθρωποι έσπρωχναν, ποδοπατούσαν, ούρλιαζαν, έπεφταν στη θάλασσα σαν κομμένα κυπαρίσσια, παρακαλώντας για μια βάρκα, για ένα χέρι, για μια σανίδα, για μια σπιθαμή ζωής. Οι προβολείς από τα ξένα βαπόρια φώτιζαν το σκηνικό του θανάτου με μουσική υπόκριση και σαν γύριζε το σκοτάδι, επέστρεφε και ο χάρος να συνεχίσει το θέρισμα.

«Μη φοβάσαι», ψιθύριζε.
Δεν μιλούσε σε κανέναν ζωντανό. Μιλούσε στο παιδί που ήταν πριν από λίγες μέρες. Στην κόρη με τις κορδέλες και τα κρινολίνα. Στη μαθήτρια με τα γαλλικά βιβλία. Στην «Βelle Elen» που κάποτε οι δασκάλες χαμογελούσαν, όταν τη φώναζαν έτσι οι συμμαθήτριές της. Το στολισμένο γαλλικό όνομα, με αρχαιοπρεπή καταγωγή, έμοιαζε σχεδόν σαν υπόσχεση για μια ζωή λαμπερή. Μιλούσε στις αναμνήσεις που άφηνε πίσω της, στα σοκάκια του Φασουλά, στις αυλές με τα γιασεμιά και τα ρόδα, στους μπαξέδες και στα περιβόλια, στους περιπάτους και τις βεγγέρες, στα καλοκαίρια που μοσχοβολούσαν σαπούνι Μασσαλίας και ανθόνερο.
Η Σμύρνη πίσω της δεν ήταν πια ο κήπος της Εδέμ, η πόλη των γραμμάτων και των τεχνών. Οι παιχνιδάτορες σίγησαν για πάντα και η όμορφη Σμύρνη, η μαργαριταρένια σβήστηκε σαν μουντζαλιά στον χάρτη της Ιωνίας.
Ο Παράδεισος των απολαύσεων, των ακριβών φορεμάτων, των παγωτών στην προκυμαία, των κυριών με τα παρασόλια και των κυρίων με τα πλουμιστά φτερωτά καπέλα. Είχε γίνει πύρινο θεριό που ξερνούσε το «υγρό πυρ» που έκρυβε βαθιά μέσα από τα σωθικά του. Η προκυμαία μετατράπηκε σε έναν «τόπο τελικής κρίσης» των χριστιανών. Ήταν πράγματι το τέλος ενός ολόκληρου κόσμου,(του Μικρασιατικού Ελληνισμού). Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα, μια από τις πιο λαμπρές και πλούσιες πόλεις της Μεσογείου μετατράπηκε σε ερείπια και τέφρα. Μόνο με τον χαμό της Πομπηίας μπορούσε να συγκριθεί! Η κοσμοπολίτικη Σμύρνη έπαψε να υπάρχει, σηματοδοτώντας μια βίαιη ιστορική συντέλεια. Οι φλόγες υψώνονταν στον ουρανό σαν να ήθελαν να κάψουν τον ίδιο τον Θεό. Μια «καιόμενη βάτος» που κάποτε έψελνε στις εκκλησιές και σήμανε καμπάνες, τώρα μιλούσε με ουρλιαχτά, σαν να γύρευαν να φτάσουν ως τον θρόνο του Θεού και να τον ρωτήσουν γιατί σιωπούσε. Για τους ανθρώπους που το έζησαν, δεν ήταν απλώς μια στρατιωτική ήττα, αποτέλεσμα μιας αλυσίδας ανθρώπινων λαθών και εσφαλμένων εκτιμήσεων. Ίσως και οι ίδιοι να υπερέβαλαν πιστεύοντας πως ήταν «άτρωτη». Η Γκιαούρ Ιζμίρ η «άπιστη Σμύρνη» με την κοσμοπολίτικη αίγλη, τον πλούτο και τον πολιτισμό της έπρεπε να καταστραφεί. Θεωρούσαν ότι οι « προστάτες» στο λιμάνι ήταν η «θεϊκή πρόνοια» που θα τους έσωζε. «Δεν μπορεί να συμβεί το κακό σε μας» έλεγαν. Αυτή η σιγουριά μετέτρεψε την υποχώρηση σε παγίδα θανάτου, θυμίζοντας βιβλικές περιγραφές όπου οι άνθρωποι «έτρωγαν κι έπιναν» μέχρι την στιγμή της καταστροφής. Την «ιερή» αυτή ασυλία της η γεωπολιτική και η ιστορία δεν την αναγνώρισε, μετατρέποντας την πτώση της σε ένα απόλυτο υπαρξιακό και θεολογικό σοκ για τον ελληνισμό.
«Που ήταν ο θεός όταν καίγονταν τα παιδιά;»
Σκέφτηκε η άμοιρη κοπέλα μέσα στην σκοτοδίνη της συμφοράς. Πέρασε αίφνης από το νου της μια σκέψη σαν μαχαίρι:
«Όχι. Είναι αμαρτία να τα βάζεις με τον Θεό για τα κρίματα των ανθρώπων».
Κι έσφιξε πιο πολύ επάνω της την εικόνα.
Ο μαρτυρικός θάνατος του Μητροπολίτη Χρυσόστομου Σμύρνης, ο οποίος αρνήθηκε να εγκαταλείψει το ποίμνιό του και παραδόθηκε στο όχλο, θεωρήθηκε από πολλούς ως η θυσία ενός «αμνού», αλλά ταυτόχρονα και ως το τέλος της θείας παρέμβασης στην πόλη.
Εκείνη όμως θεώρηση τον εαυτό της «ευλογημένο» γιατί σώθηκε σαν από θαύμα. Μια σειρά από γεγονότα και συμπτώσεις καθόρισαν την μοίρα της. Ανέβηκε μονάχη σε ένα βαπόρι μαζί με άλλους ανθρώπους ξένους. Τα Γαλλικά κι ένα χαρτί του κολλεγίου ήταν το εισιτήριο για την σωτηρία της. Ήταν ένα ασυνόδευτο, ορφανό κορίτσι πια, χωρίς γονείς κι αδέρφια. Κανένας δεν της είχε απομείνει.
Ωστόσο, δεν μπορούσε να δώσει με το μικρό της μυαλό ένα ηθικό νόημα στον παραλογισμό της σφαγής. Ήταν το «γραφτό;» το «θέλημα του θεού;» η τιμωρία της αλαζονείας της πλούσιας Σμύρνης που δεν έβλεπε το τέλος να πλησιάζει;
Πέρασαν μήνες στο απολυμαντήριο, δίχως να ‘χει απομένει ούτε ένα ίχνος από αυτό που ήταν πρώτα. Μακρόνησος το διαβόητο «κολαστήριο». Η δεύτερη επώδυνη κόλαση ακολούθησε, που πολλές δεν θα άντεχαν. Οι όμορφες Σμυρνιές με τα πρόσωπα σαν πορσελάνινες κούκλες, μετατράπηκαν μέσα σε μια στιγμή, σε «φορείς μολυσματικών ασθενειών». Τα κορμιά έπρεπε να ξεγυμνωθούν και τα χέρια να κρύψουν ότι μπορούσαν. Πως να κρυφτεί όμως ετούτη η ντροπή;
Τα λιγοστά ρούχα έπρεπε να πεταχτούν στον κλίβανο και να ραντιστούν με απολυμαντικό όπως θειαφίζανε οι αμπελουργοί τα αμπέλια τους. Τα κεφάλια των «γυναικώνε» κουρεμένα γουλί για την ψείρα -ντροπής πράγματα- ενέσεις για τον τύφο και την ευλογιά, δίψα και πείνα των γονέων! Οι υδροφόρες δεν αρκούσαν τα εφόδια ελάχιστα. Πεθαίνανε ο κόσμος, σαν τις μύγες και τους παραχώνανε σε τάφους ομαδικούς. Ήρθε και η σειρά της για το κούρεμα… τα όμορφα μαλλιά της κείτονταν στα γυμνά της πόδια. Την κούρεψαν σαν πρόβατο…
Όμως αυτό μπορούσε να το αντέξει. Κι ας έκλαψε με μαύρο δάκρυ εκείνη την ώρα. Η ψυχή της το άντεξε, όπως άντεξε κάτω από την καταπακτή του σπιτιού όταν θέριζαν με τα μαχαίρια οι Τσέτες τους δικούς της κι άκουγε τις φωνές και τα παρακάλια τους. Εκείνη στάθηκε σαν Ιφιγένεια στον βωμό, σαν κόρη που πάει να στολιστεί για γάμο! Μόνο γι ’αυτό παρακάλεσε… να μπορέσει να κρατήσει λίγα από τα μαλλιά της. Τα μακριά μαλλιά για τις μικρασιάτισσες ήταν σύμβολο τιμής, ομορφιάς και αρχοντιάς. Το βίαιο κούρεμα «με την ψιλή» τις απογύμνωνε από την θηλυκότητά τους, μετατρέποντάς τες σε ανώνυμους αριθμούς μέσα στο πλήθος. Το δημόσιο και ομαδικό κούρεμα συνδέονταν συχνά με την τιμωρία ή την ηθική διαπόμπευση στο τόπο τους. Το να μείνουν «γουλισμένες» (φαλακρές) μπροστά σε ξένους άνδρες ήταν κάτι το αδιανόητο. Ήταν ακόμα και το στίγμα της «άρρωστης» με το κοντό μαλλί. Την στιγμή που το ψαλίδι έκοβε τα μαλλιά, ήταν σαν να κοβόταν η ψυχούλα τους. Ήταν «η αυλαία» που έπεφτε στον παλιό τον κόσμο που έζησαν. Στον κόσμο που χάνονταν οριστικά. Η νέα τους ζωή ξεκινούσε μέσα σε πλήρη εξαθλίωση μυρίζοντας πετρέλαιο για τις ψείρες. Η Μπελ Ελέν μάζεψέ τα «κομμάτια» της και μια τούφα μαλλιά που ακόμα μοσχοβολούσαν ανθόνερο. Έπειτα, μαζί με το ιερό εικόνισμα ήταν ο μικρός της θησαυρός. Τα φύλαξε σε ένα μαντηλάκι δεμένα με ένα ροζ κορδελάκι, σαν εκείνα που τις έδενε η μάνα της. «Εις ανάμνησην» της παιδικής αθωότητας, της θηλυκότητας, της γυναικείας ύπαρξης. Ενθύμιόν ζωής σπουδαίας και λαμπρής!
Σαν την Μαρία Μαγδαληνή που σκούπισε με τα μαλλιά της τα δάκρυα στα πόδια του Κυρίου. Τί είχε να προσφέρει άλλωστε στην μητέρα πατρίδα; Ένα εικόνισμα και μια τούφα απ’τα μαλλιά της… Αυτή ήταν η ταπεινότητα της.
Η Ταπεινότητα της επιβίωσης, τώρα πια.
Αναρωτιόταν εάν ήταν ακόμη εν ζωή ή αν ήταν πεθαμένη. Μήπως βρίσκονταν σε έναν προθάλαμο της κολάσεως, στον «αιώνιο βάσανο» την ώρα που συντελούνταν η κρίση του Θεού.
Αυτό είναι η κόλαση λοιπόν….το «πύρινο τέλος» του κόσμου!
Αφού επέζησε από τις κακουχίες και τις αρρώστιες στο ξερονήσι, ένα σαπιοκάραβο την ξέβρασε μαζί με άλλους στον Πειραιά.

Ήταν μεσημέρι μα ο Ήλιος δεν έκαιγε. Ήταν ένας ήλιος θαμπός, λες κι είχε κι αυτός φορέσει πένθος. Η Ελένη δεν θυμόταν καλά-καλά πώς πάτησε το ποδάρι της στην αποβάθρα. Ένα Ανθρώπινο ποτάμι την παρέσυρε μαζί με μπόγους, γυναίκες με μαντήλια που κρύβουν το ξυρισμένο κεφάλι, μωρά που κλαίνε στην αγκαλιά και γέροντες που παραπατούν κι αγκομαχάνε. Θυμόταν μονάχα πως τα γόνατά της λύγιζαν, όχι από την κούραση, αλλά από το βάρος μιας καινούριας λέξης που της «φόρτωσαν» ξαφνικά οι γηγενείς στους ώμους, σαν κατάρα:
«Πρόσφυγγας».
«Μας καταράστηκε ο Βενιζέλος φεύγοντας κι έστειλε τις σφίγγες»…
«Τουρκόσποροι, ανάθεμα τα γονικά σας!»
«φτού σας, αρουραίοι, πόντικες!»
Κάποτε τη φώναζαν mademoiselle Hélène. Τώρα τη φώναζαν «Προσφυγίνα», Τουρκόσπορη.

«Μας βρίζουνε, μας φωνάζουν τουρκόσπορους», άκουσε να λέει δίπλα της μια γυναίκα κλαίγοντας, με το μωρό της κολλημένο στο στήθος να βυζαίνει το λιγοστό γάλα.
Η Ελένη γύρισε και την κοίταξε με μάτια στεγνά, σχεδόν σκληρά.
«Ας μας λένε όπως θέλουν. Γάλα πικρό θα φτύσουμε μα θα ζήσουμε, είτε το θέλουν είτε όχι! », αποκρίθηκε. « Να σου ορκίζομαι στο σταυρό που σου κάνω. Να μη με λένε Ελένη. Εγώ θα ζήσω!»
Υστέρα, στάθηκε στην άκρη της προβλήτα κοιτώντας προς την θάλασσα και είπε: «Εμείς δεν ήρθαμε με άδεια τα χέρια. Τη Σμύρνη και όλα της τα καλά, τα φέραμε μαζί μας. Στο αίμα μας την κουβαλάμε. Μέσα στα στήθια και την ψυχή μας. Όχι στα μπαούλα και στους μπόγους».
Ο καθένας έπειτα, έσυρε το κουρασμένο κορμί του στους δρόμους της Μεγαλούπολης. Ανηφορίζοντας ο καθένας τον δικό Γολγοθά.
Κι έζησε εκεί, μέσα σε μια παραγκούπολη με παλιοσανίδια που στήθηκε βιαστικά, με πισσόχαρτα, τσίγκους και λάσπη. Η αλλοτινή αρχοντοπούλα του Φασουλά, η Belle Hélène έμαθε να ζυμώνει ψωμί με δάκρυα, καθώς να έπαιζε στο πιάνο της σχολής. Να ανάβει φωτιά με βρεγμένα ξύλα στο μαγκάλι, να κοιμάται στρωματσάδα σε κουρελούδες. Να έχει το ένα μάτι μισάνοιχτο και το αυτί στραμμένο στην εξώπορτα, με το καντήλι αναμμένο και προσευχή. Έμαθε να φυλάει την αξιοπρέπειά της σαν τελευταία προίκα κάτω από ένα μαύρο μαντήλι. Πένθος για τα χαμένα γονικά της. Έμαθε πως η αληθινή αρχοντιά δεν ήταν τα γαλλικά, ούτε το savoir- vivre (σαβουάρ βιβρ), στα κολλέγια, ούτε τα λευκά κολάρα των καλογραιών, αλλά το να ξυπνάς το πρωί με χαμόγελο και να λες:
«θα ζήσω. Δόξα το θεό! Μα την ευχή του Χριστού και της Παναγιάς, θα τα καταφέρω!».
Κάθε βράδυ, όταν η νύχτα σκέπαζε τα παραπήγματα και τα παιδιά έβηχαν μέσα στον ύπνο τους, εκείνη άναβε το καντηλάκι της. Φιλούσε το εικόνισμα κι έπειτα έβγαζε από το μαντηλάκι την τούφα της. Την άπλωνε προσεκτικά πάνω στο τραπέζι, σαν να έστρωνε ακόμη το λευκό τραπεζομάντιλο στην χαμένη τραπεζαρία της Σμύρνης με τα πορσελάνινα πιάτα, τις σουπιέρες. Τους ασημένιους δίσκους και τα μαχαιροπίρουνα. Με τα κρυστάλλινα ποτήρια και τις κανάτες. Και τότε δεν ονειρευόταν μονάχα το Αρχοντικό σπίτι που κάηκε. Ονειρευόταν εκείνο που δεν υπήρχε ακόμη. Το σπίτι που θα ξανάχτιζε από την αρχή. «Πέτρα στην πέτρα, πίκρα στην πίκρα». Το ψωμί που θα φούσκωνε ξανά με νέο προζύμι. Τη ζωή που θα ‘βγαίνε μέσα από τη στάχτη, όπως το χορτάρι που βγαίνει πεισματικά στο χώμα του καμένου δάσους.

Γιατί δεν ήταν απλώς μια χαμένη της Ιστορίας. Ήταν η μαγιά της!
Η γυναίκα που θα έκανε τη νέα γη να φουσκώσει. Η προσφυγοπούλα που θα μετέτρεπε τον θρήνο σε τραγούδι, την ταπείνωση σε περηφάνια, και την απώλεια σε πείσμα για ζωή.
Η Belle Hélène είχε πεθάνει στη φωτιά της Σμύρνης. Μια καύτρα που πετάχτηκε μέσα από τις φλόγες και έσβησε μέσα στο κρασί του Μακελάρη της Σμύρνης και τον φαρμάκωσε. Η Σουλτάνα που τον σκότωνε κάθε βράδυ στον ύπνο του. Αυτά έβαζε με το νου της. Όμως πράγματι, από τις στάχτες της σηκώθηκε η Ελένη, η κυρά Μπέλλα της συνοικίας. Αυτή τη γυναίκα δύσκολα μπορούσε πια κανείς, να την κάμει ζάπι και να την κάψει.
Την έκαψε μονάχα ένας έρωτας που ήρθε και τα σάρωσε όλα μέσα της.
Ο Δημήτρης, ο γιός της χήρας από τα Βουρλά που ζούσαν στην πέρα γειτονιά.
Δεν είχε σπουδαία δουλεία, εργάτης σε εργοστάσια ήτανε και έκανε χαμαλίκια κι αγγαρείες για το κάτι παραπάνω. Ένα ξεροκόμματο της έφερνε, μα κι αυτό της έφτανε γιατί ήταν ποτισμένο με ιδρώτα τίμιο. Τρία αγόρια κι ένα κορίτσι του έφτιαξε η «Μπελ Ελέν» που έγινε κυρά Μπέλλα πια για τα καλά.
Το κορίτσι δίπλα της, η Μαρίκα —μικρότερο από τα άλλα αγόρια— την κοίταζε.
«Πεινάς;» τη ρώτησε.
Το παιδί δεν μίλησε. Μόνο έγνεψε.
Η Μπέλλα έβαλε το χέρι προσεκτικά στην τσέπη. Είχε φυλάξει μισό κουλούρι με σουσάμι που πήρε, καθώς πήγαινε στο καινούργιο σπίτι να παραδώσει τα φρεσκοπλυμένα και σιδερωμένα ρούχα. Σκληρό κουλούρι, κατάξερο, σαν πέτρα. Αλλά μπορούσε να μοιραστεί στα δυο.
Το έσπασε. Το μισό στο κορίτσι. Το άλλο μισό το κράτησε.
Το κράτησε στην παλάμη της για ώρα. Το ένιωθε. Σαν να κρατούσε κάτι ιερό. Σαν να κρατούσε ζωή. Και τότε της ήρθε —χωρίς να το θέλει— μια ανάμνηση.
Ένα τραπέζι στρωμένο. Λευκό τραπεζομάντιλο. Ψωμί ζυμωτό, ζεστό, αφράτο να αχνίζει. Η μυρωδιά κεριού ποτισμένου με λεβάντα από το καντηλέρι. Μια φωνή να λέει: «Κόψε ίσια, Ελενίτσα μου και μη ρίξεις χάμου ψίχουλα!».
Έκλεισε τα μάτια απότομα. Όχι. Δεν υπήρχε πια αυτός ο κόσμος.
Το παιδί δίπλα της μυξιάρικο και βρώμικο, μασούσε αργά με προσοχή, σαν να φοβόταν μήπως τελειώσει. Η Ελένη το κοίταξε. Και τότε κατάλαβε. Δεν είχε πια δικαίωμα να θυμάται μόνο. «Πάρε τώρα αυτό κι ύστερα έχει ο θεός!» Δεν ήξερε αν ήταν αλήθεια. Αλλά το είπε. Έβγαινε από μέσα της και αυτό έφτανε.
Λίγο πιο πέρα, στην αυλή μια γυναίκα σβαρνούσε κάτι φύλλα με την ψάθινη σκούπα κι άρχιζε να σιγοτραγουδά. Στην αρχή δεν ακουγόταν καθαρά. Λόγια ακαταλαβίστικα σαν βογγητά. Ύστερα η φωνή πήρε χρώμα και σχήμα, σαν να θυμήθηκε τον εαυτό της:
«Σμυρνιά μου όμορφη, γλυκιά μου αγάπη…»
Η φωνή έσπασε. Έγινε Ααααχ, σαν ξεψύχισμα. Την άκουσαν από τις διπλανέ κάμαρες οι γυναίκες. Άνοιξαν παραθυρόφυλλα κι εξώπορτες, στάθηκαν στα πρεβάζια. Άλλες γυναίκες έπιασαν τον ρυθμό. Χαμηλά. Σαν προσευχή. Συνέχισαν το τραγούδι. Τραγουδούσαν, έκλαιγαν με τα χέρια δεμένα και τα μαντήλια λυμένα στους ώμους. Ένα γαρδέλι σε κλουβί, άρχισε το τραγούδι του και σταματημό δεν είχε. Σαν να ήθελε να σβήσει την θλίψη της αυλής
Η Μπέλλα ένιωσε κάτι να σφίγγει στο στήθος της. Όχι πόνος πια. Κάτι άλλο. Κάτι που δεν ήξερε ακόμη πώς να το πει.
Ίσως πείσμα. Ίσως πάλι… ζωή.
Σήκωσε το βλέμμα της. Το σκοτάδι δεν είχε φύγει. Αλλά δεν την τρόμαζε όπως πριν. Έσκυψε, άπλωσε το φουστάνι της, και έκανε χώρο δίπλα της.
«Έλα, Μαρίκα», είπε. «Ξάπλωσε».
Το παιδί ακούμπησε επάνω της και τύλιξε το σώμα της γύρω του.
Σαν στοργική μάνα. Σαν σπίτι φιλόξενο. Σαν πατρίδα χαμένη.
Το παιδί είχε κουλουριαστεί επάνω της, σαν να είχε βρει απάγκιο στην αγκαλιά της. Η ανάσα του ήρεμη τώρα. Ζεστή.
Εκείνη χωρίς να το καταλάβει…έκλεισε τα μάτια και τα χείλη της άρχισαν να κινούνται.
«Frère Jacques… Frère Jacques…»
Η φωνή της ήταν τόσο χαμηλή που μόλις ακουγόταν. Σαν να φοβόταν μην ξυπνήσει τον πόνο.
«Dormez-vous… Dormez-vous…»
«Sonnez les matines, sonnez les matines.
«Ding, dang, dong! Ding, dang, dong!»
«Αδελφέ Ιάκωβε, κοιμάστε; χτυπήστε την καμπάνα. Ντιν νταν ντον!»
Σταμάτησε για μια στιγμή. Κάτι ράγισε μέσα της. Γιατί δεν ήταν εδώ. Δεν ήταν στον Πειραιά. Δεν ήταν στην παράγκα της προσφυγούπολης.
Ήταν πάλι εκεί…
Σε μια καθαρή αίθουσα. Με ξύλινα θρανία. Με άσπρους τοίχους. Με τις καλόγριες του «Soeurs de Charite» να περπατούν αθόρυβα, σαν να πετούν με τις χαρακτηριστικές μεγάλες κολλαριστές λευκές «φτερούγες» στο κεφάλι (cornettes) και τα βαριά μαύρα ράσα. Εκπαίδευαν τις μικρές κοπέλες στο πως να στέκονται, να μιλούν, να κεντούν, να συμπεριφέρονται σε ένα επίσημο δείπνο. Ήταν οι θεματοφύλακες της αστικής ευγένειας. Αν και πολλές σχολές ήταν καθολικές δέχονταν ορθόδοξες Ελληνίδες, Αρμένισες και Εβραίες. Κρατούνταν έντεχνα οι ισορροπίες και το Γαλλικό καθολικό πνεύμα διαπότιζε όλη την ατμόσφαιρα του σχολείου. Ήταν απόμακρες γυναίκες αλλά δίκαιες. Οι Σμυρνιές συνέχιζαν να μιλούν Γαλλικά με την προφορά και τους τρόπους των καλογραιών ακόμα και στις προσφυγικές παράγκες. Η Μπέλ Ελέν θυμάται το πρωινό ξύπνημα με προσευχή στο παρεκκλήσι και επιθεώρηση. Ο έλεγχος ήταν αυστηρός όσο αφορά την καθαριότητα, τα νύχια, οι γιακάδες και τα παπούτσια έπρεπε να αστράφτουν. Τα ελληνικά συχνά απαγορεύονταν στους διαδρόμους. Έπρεπε να μιλούν γαλλικά για να τελειοποιηθεί η προφορά τους. Ακόμη και στο σπίτι των παιδιών η βασική γλώσσα ήταν η γαλλική. Ειδικά στο δείπνο με καλεσμένους. Έπρεπε να φανεί προς τα έξω η πρόοδος στην γλώσσα και τους τρόπους.
Εκτός από καλή συμπεριφορά οι νεαρές κυρίες μάθαιναν, μαθηματικά και ιστορία, γαλλικό κέντημα και πιάνο, ζωγραφική και χορό. Διδάσκονταν ακόμα και το πως να κατεβαίνουν μια σκάλα η πως να κρατούν το παρασόλι τους.
Το μεσημεριανό ήταν μια ιεροτελεστία. Οι Αδελφές Genevieve, Clothilde, και η Soeur Marie- Therese επέβλεπαν τη χρήση των μαχαιροπίρουνων και την απόλυτη ησυχία ή συζήτηση σε χαμηλούς τόνους. Σε μια τέτοια στιγμή ανατρέχει τώρα η Μπέλ Ελέν. Ένα πρωινό με παιδιά που γελούσαν χαμηλόφωνα τρώγοντας κρυφά κύβους ζάχαρης την ώρα του μαθήματος. Η Αντουανέτ Γιαβάσογλου κατάπιε τρεις κύβους ζάχαρη μαζί και κόντεψε να πνιγεί. Ο βήχας της ξεσήκωσε την αίθουσα και τα άλλα κορίτσια ξέσπασαν σε γελάκια. Η αδελφή Bernadette έκανε με νόημα: «No, HA, HA,HA!…ha,ha,ha!» Δηλαδή να πνιγεί χαμηλόφωνα! «Oui Ma Mere!» Μάλιστα «Μητέρα» (Προϊσταμένη) απάντησε χαμηλόφωνα η μικρή. Όταν έγινε η καταστροφή πολλές αδελφές στάθηκαν στις πύλες αρνούμενες να παραδώσουν τους καταδιωκόμενους ,παίζοντας το χαρτί της γαλλικής υπηκοότητας. Άλλοτε έπιανε κι άλλοτε όχι και η μοίρα τους ήταν συχνά άσχημη. Η φωτιά δεν έκανε εξαιρέσεις, οι αυλές των κολλεγίων με τις Ευρωπαϊκές σημαίες γέμιζαν κόσμο που πίστευε ότι αυτό θα τους προστατέψει από τους Τσέτες.
Η Μπέλ Ελέν με δακρυσμένα μάτια προσπαθούσε πια να συνεχίσει το εύθυμο τραγουδάκι….
«Encore, les enfants…»
θυμήθηκε την παιδική φωνή της . Και εκείνο το μικρό κοριτσάκι —καθαρό, γελαστό— στεκόταν όρθιο, με τα χέρια πίσω, με μάτια φωτεινά, μπροστά στην Αδερφή Bernadette.
Η belle Hélène. Η Μπέλλα, η Ελενίτσα…
«Sonnez les matines… Sonnez les matines»
Τα μάτια της άνοιξαν απότομα. Μα εδώ δεν υπήρχαν πια παρεκκλήσια και καμπάνες. Μόνο φωνές που είχαν σωπάσει για πάντα. Ζωές που είχαν χαθεί «χαμηλόφωνα». Μόνο σπίτια και σχολεία που δεν υπήρχαν πια. Μόνο μια πόλη που είχε γίνει στάχτη. Η φωνή της έσπασε.
«…Sonnez…»
Δεν μπορούσε να συνεχίσει. Η Μαρίκα ανασάλεψε. Η Μπέλλα την έσφιξε πιο στοργικά. Και τότε, αντί για γαλλικά, τις βγήκαν άλλες λέξεις:
«Κοιμήσου… μικρό μου… κοιμήσου…Νάνι, νάνι…»
Δεν ήταν μετάφραση. Ήταν μεταμόρφωση. Το τραγούδι άλλαζε.
Όπως άλλαζε κι εκείνη. Σκούπισε με την άκρη του χεριού της τα μάτια της. Δεν ήθελε να κλάψει. Όχι τώρα. Ξαναδοκίμασε. «Frère Jacques… Frère Jacques»
Πιο σταθερά αυτή τη φορά. «Dormez-vous… Dormez-vous»
Η φωνή της έγινε πιο ζεστή. Πιο ανθρώπινη. «Ding… dang… dong…»
Το παιδί κοιμόταν πια βαθιά. Η Μπέλλα έγειρε το κεφάλι της πίσω.
Και για πρώτη φορά από τότε που έφυγε από τη Σμύρνη… δεν ένιωσε μόνο απώλεια. Ένιωσε πως κάτι είχε σωθεί. Όχι το σπίτι, η πόλη, η παλιά ζωή.
Τίποτε από αυτά. Είχε σωθεί «η φωνή» της. Και μέσα σε αυτή τη φωνή… όλα όσα δεν κάηκαν. Η γλώσσα που έμαθε, το τραγούδι, η τρυφερότητα, η μνήμη.
Η belle Hélène δεν είχε χαθεί. Ήταν εκεί.
Είχε αλλάξει. Και τώρα, μέσα στη νύχτα της προσφυγιάς, νανούριζε όχι πια τον εαυτό της…αλλά το μέλλον.
Μέσα στα άσπρα σπίτια τα χαμηλά, οι «Γαλλιδούρες» που ήξεραν να πάιζουν πιάνο και να συζητούν για Μολιέρο, άσπριζαν με ασβέστη πεζούλια, έστρωναν στο πάτωμα κουρελούδες. Είχαν καθαρά σεντόνια και δαντελωτές μαξιλαροθήκες. Έκαναν εργόχειρα, φύτευαν τα γεράνια και κατιφέδες στους γκαζοτενεκέδες. Οι «παστρικές» με τα σαπουνόνερα, τις βρεγμένες ποδιές και τα σκασμένα χέρια, στις ξύλινες σκάφες. Με τα ξένα σώβρακα και τα λινά σεντόνια απλωμένα να λαμπυρίζουν καθαριότητα. Κάτασπρα από το λουλάκι απλώνανε πανιά σαν τρικάταρτα καράβια, πάνω από τις ξύλινες παράγκες στις συνοικίες. Ποδαράδες, Δραπετσώνα, Κοκκινιά. Ξυπόλυτη στις λάσπες, με το ξύλινο μανταλάκι στο στόμα να τραγουδά και να νταντεύει τα παιδιά της.
«Πάρ’το στεφάνι μας, παρ’το γεράνι μας…»
Ο Αρίστος ο ένας από τούς τρεις γιους της, το στερνοπαίδι στα χρόνια της μεγάλης φτώχειας και της κατοχής. Βρήκε μια μέρα στο παλιό μπαούλο της μάνας του την τυλιγμένη δαντέλα της προίκας της. Την πέρασε για τόπι και το έβγαλε στην αυλή να παίξουν ποδόσφαιρο με τα αδέρφια του.
Η μάνα τους είχε ως συνήθως μπουγάδα, και δε πρόσεξε το τόπι. Νόμιζε ότι ήταν από παλιά κουρέλια όπως έκαναν τότε. Ώσπου με ένα δυνατό σουτ ρίχνει την μπάλα στις γλάστρες με τα βασιλικά. Η δαντέλες λύθηκαν κι από μέσα άρχισαν να σκορπίζονται λίρες και μεταλλίκια!…
Η Μάνα της η συγχωρεμένη φαίνεται πριν μπουν στο σπίτι τους οι Τσέτες και τους κατασφάξουν, είχε φροντίσει να κρύψει στο κουβάρι ολόκληρο θησαυρό. Γιαυτό της έλεγε να προσέχει την δαντέλα σαν τα μάτια της. Αααχ, μάνα μου δόλια! Έλεγε η Μπέλλα (Belle Hélène) και ξανάλεγε. Συγχωρούσε τα γονικά της και με δάκρυα στα μάτια, πότε φυλούσε τις λίρες και πότε ένα – ένα τα παιδιά της. Τα χέρια της μες στις σαπουνάδες αγκάλιαζαν τα αγόρια της και έπιανε το πρόσωπό της που γέμιζε αφρούς. Εκείνη την ημέρα γεννήθηκε η Ελπίδα! Άλλαξε η ζωή, που τους χρωστούσε….
Η Belle Hélène, η τρελοκαμπέρο «γαλλιδούρα» της γειτονιάς με την αγγελική φωνή, γέννησε κάτι καινούριο μια νέα ζωή για κείνη και τα παιδιά της! Τα πήρε από το χέρι και χοροπηδώντας τραγουδούσε:
«Frère Jacques… Frère Jacques…
Dormez-vous, Dormez-vous…»
«Sonnez les matines… Sonnez les matines!!!»
Γιατί τα θαύματα βρίσκονται κρυμμένα στα παλιά μπαούλα και στις όμορφες ψυχές. Αρκεί να τα ανακαλύψεις και να τα πιστέψεις!

Α.Σφυράκης

Posted on