
«Στου Μπουτζά τον γκιουλ μπαχτσέ»
Γύρω από τη Σμύρνη απλώνονταν κάποτε μεγάλοι αμπελώνες. Τα προάστια και τα χωριά της περιοχής — Μπουρνόβα, Μπουτζάς, Κορδελιό, Σεβδίκιοϊ, Βουρλά και τα χωριά της Ερυθραίας — είχαν γη εύφορη και κλίμα ιδανικό για αμπέλια.
Ο συνδυασμός ήλιου, θαλασσινής αύρας και ασβεστολιθικού εδάφους έκανε τα σταφύλια της περιοχής φημισμένα σε όλη τη Μικρά Ασία.Δεν ήταν τυχαίο ότι πολλοί Ευρωπαίοι ταξιδιώτες του 19ου αιώνα τον περιέγραφαν σαν «κήπο της Σμύρνης».
Το ξακουσμένο λουλουδένιο χωριὸ της Μικράς Ασίας. Η Κόγχη στην άκρη του Νυμφαίου! Εκεί φτιάχτηκαν τα Τσερκέζικα κι ο Απάνου Μαχαλάς δίπλα στον Αϊ Γιάννη, τα Χατζήδικα ή χιώτικα, ο Κάτω Μαχαλάς, ο παράδεισος και το ποντικιχώρι. Όλα ευωδιαστά κι έμορφα. Τόπος «γνωστός τοις πάσι»…
Τα πρεβόγια του Μπουτζά ήταν περιβόλια καλλιεργημένα με μεγάλη φροντίδα. Οι πρεβολάρηδες δούλευαν τη γη με τέχνη, παρότι η περιοχή είχε συχνά λειψυδρία. Στους μπαξέδες καλλιεργούσαν: γυφτοφάσουλα (μαυρομάτικα), κουκιά, χαβούτσια (καρότα), κολοκυθάκια, ντομάτες, μπάμιες, μελιτζάνες, ραπάνες (οι περίφημες μπουτζαγιές). Πολλοί Μπουτζαλήδες δεν ήταν μόνο γεωργοί αλλά και ανθοκόμοι. Φρόντιζαν τους μεγάλους κήπους των επαύλεων των Λεβαντίνων και των πλούσιων οικογενειών.
Οι αμπελώνες γιομάτοι από το «μαύρο διαμάντι»🍇
Η Σουλτανίνα! το πιο διάσημο σταφύλι της Σμύρνης κι όλης της Μικράς Ασίας, όπως επίσης και το Ραζακί μια από τις πιο νόστιμες και «αρχοντικές» ποικιλίες επιτραπέζιου σταφυλιού, κέρινο με μεγάλες, σαρκώδεις ρώγες. Το Μοσχάτο (Muscat), το Φωκιανό (Foça Karası) και άλλα. Η σταφίδα της Σμύρνης ήταν τόσο γνωστή ώστε σε ευρωπαϊκές αγορές ονομαζόταν απλώς: “Smyrna raisins”.
Η έναρξη του τρύγου γινόταν επίσημα στις 6 Αυγούστου (Μεταμόρφωση του Σωτήρος).
Οι αμπελουργοί πήγαιναν τα πρώτα ώριμα τσαμπιά στην εκκλησία για να ευλογηθούν από τον ιερέα εξασφαλίζοντας μια καλή σοδειά. Ως δείγμα ευγνωμοσύνης στο Θείο, οι καλλιεργητές άφηναν παραδοσιακά ένα μικρό τμήμα του αμπελιού ατρύγητο, προσφορά στη γη και τα πουλιά. Οικογένεια, γείτονες και φίλοι εργάζονταν μαζί από τα χαράματα.
Το μεσημέρι στρωνόταν κοινό τραπέζι στο αμπέλι με παραδοσιακά φαγητά, ενώ η μέρα έκλεινε με μουσική, χορό και τραγούδι. Τα σταφύλια μεταφέρονταν σε μεγάλα ξύλινα πατητήρια, όπου το πάτημα γινόταν παραδοσιακά με τα πόδια, μια διαδικασία που συνοδευόταν από πειράγματα και έπιαναν ξανά τα τραγούδια. Στους μπαξέδες του Μπουτζά, η γη ήτανε γενναιόδωρη. Τα χώματα, εύφορα και δουλεμένα με μεράκι από τους Μπουτζαλήδες, έδιναν σοδειά άφθονη. Από τα λιόδεντρα έβγαινε λάδι καθάριο και μυρωδάτο. Οι εγιές κουρμάδες, οι ζαρωτές θρούμπες, ήτανε περιζήτητες στα τσαρσιά της Σμύρνης.
Τα καπνά, εκλεκτά και βαριά στο άρωμα, περνούσαν από χέρια εμπόρων και κατσιρματζήδων και ταξίδευαν μακριά. Μα εκεί που ο τόπος δοξαζόταν πιο πολύ ήτανε στα πρεβόγια του. Περιβόλια γεμάτα ζαρζαβατικά, δουλεμένα με τέχνη από τους πρεβολάρηδες. Παρά τη λειψυδρία του τόπου, η γη έδινε τα καλά της: γυφτοφάσουλα, κουκιά, χαβούτσια, κολοκυθάκια, ντομάτες, μπάμιες, μελιτζάνες και τις ξακουστές μπουτζαγιές ραπάνες, που καίγανε σαν φωτιά.
Γι’ αυτό κι οι Σμυρνιοί, με το γνωστό τους σκώμμα, λέγανε για τις γλωσσούδες γυναίκες: «Ραπάνες είναι, μπρε… μπουτζαγιές!» Κάθε πρωινιά οι πρεβολάρηδες φόρτωναν τα γαϊδουράκια με τα καλάθια και κατέβαιναν στα τσαρσιά της Σμύρνης. Εκεί πουλιόταν το ζαρζαβάτι και στο γυρισμό ψώνιζαν για το σπίτι. Κι άμα παίρνανε χαλβάδες φρέσκους, ταζέδικους, τους τρώγανε στο δρόμο. Τα χαλβαδόχαρτα τα πετούσαν πίσω τους ώσπου να φτάσουν στις Παγιές Καμάρες.
Κι έτσι οι Σμυρνιοί πείραζαν τους Μπουτζαλήδες:«Πώς πάει κανείς στο Μπουτζά;»
«Θα δεις τα χαλβαδόχαρτα στο δρόμο και θα σε πάνε ντουγρού!»
Κι από τότε τους κόλλησε το παρατσούκλι Χαλβαδόχαρτα. Ανάμεσα σε αυτούς τους μπαξέδες, μια μέρα του τρυγητού, στεκόταν και η Φωτούλα με το πανέρι στον ώμο. Το καλάθι της ήτανε γεμάτο σταφύλια — πράσινα σαν γυαλί και μαύρα βαριά από μούστο.
Το μαϊστράλι περνούσε ανάμεσα στις κληματαριές και σήκωνε τα φύλλα.
«Μπρε, τι σταφύλι είναι τούτο τζάνε μου, σκέτο μπερεκέτι! Δόξα να’χει ο κύριος!», είπε μια γυναίκα πιο πέρα. Εκείνη χαμογέλασε και σήκωσε το πανέρι ψηλότερα στον ώμο.
Στον Μπουτζά ο τρύγος δεν ήτανε μονάχα δουλειά. Ήτανε χαρά, το μικρό πατιρντί της γης. Τα παιδιά τριγύριζαν ανάμεσα στα κλήματα και κόβανε τσι ρώγες, ενώ από μακριά ακουγόταν η μάνα:
Μισάφι μπρε θα πρηστεί η κοιλιά σας νταούλι θα γίνει!Θα φωνάξω τον Μουχτάρη μπρε να σας επάρει!
Και τούτα τα σταφύλια δεν πήγαιναν μονάχα στο τραπέζι. Γίνονταν μούστος, κρασί και σταφίδα, ταξίδευαν στα τσαρσιά της Σμύρνης και έδιναν ζωή στον τόπο.Έτσι κυλούσαν οι μέρες στον παλιό Μπουτζά. Με δουλειά, με γέλια και με μυρωδιές από χώμα και καρπό.
Μα εκείνος ο κόσμος χάθηκε στη μεγάλη συμφορά του 1922. Ο Μπουτζάς, καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Στις 31 Αυγούστου μπήκαν οι πρώτοι Τούρκοι τσέτες. Ακολούθησαν οι σφαγές, οι λεηλασίες, οι βιασμοί.
_Που κακό χρόνο να’χουν οι καταραμένοι Μογγόλοι!
Οι κήποι ερήμωσαν, τα τσαρσιά σίγησαν και οι άνθρωποι σκορπίστηκαν στην προσφυγιά. Κι μικρά Ασία κλαίει και οδύρεται:
«Καραγιαγκίνι έχω μές στην καρδιά και τυραγνιέμαι. Αχ, ας όψονται οι υπεύθυνοι που μας είχαν άχτι, ξένοι δάκτυλοι Κουμαρτζίδες, Λόρδοι, Φράγκοι. Αμάν αμάν, οι σύμμαχοι της λαδόκολλας που μας ετύλιξαν μαζί με τσι δικοί μας. Βάλαμε τα χέρια μας και βγάλαμε τα μάτια μας»
Κι όμως, ο παλιός ρωμαίικος Μπουτζάς δεν χάθηκε ολοκληρωτικά. Ζει ακόμη μέσα στις μνήμες, στις ιστορίες και στις φωτογραφίες που κρατούν τη μορφή του χρόνου — σαν την Φωτούλα με το ψάθινο κοφίνι, που κουβαλά στον ώμο της όλη τη γλύκα της ιωνικής γης. 🍇
🖊️Α.Σφυράκης
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.