
Σμύρνη, άνοιξη του 1921.
Σουρούπωνε …και κάπου στα σοκάκια του Φραγκομαχαλά ακουγόταν ένα πιάνο. Όχι μουσική. Ήχοι κοφτοί, μετρημένοι. Σαν ανάσα που ψάχνει να βρει ρυθμό. Η μουσική ζωή της Σμύρνης ήταν ένας συνδυασμός «αλαφράγκα» (ευρωπαϊκού τύπου) και «αλατούρκα» παραδόσεων, με το πιάνο να κυριαρχεί στις αστικές συνοικίες και στα σαλόνια της εποχής. Οι Σμυρνιοί προτιμούσαν κορυφαίες γερμανικές και γαλλικές μάρκες. Στα σαλόνια της εποχής έβρισκε κανείς πιάνα Bechstein, Blüthner, Ibach και Pleyel. Αν και ακριβό είδος, η ύπαρξη περισσότερων από 2.500 πιάνων στην πόλη μαρτυρά ότι η αγορά του ήταν εφικτή όχι μόνο για τους πολύ πλούσιους, αλλά και για την ανερχόμενη μεσαία τάξη των εμπόρων και επιστημόνων. Η μουσική παιδεία, και ειδικά η εκμάθηση πιάνου, θεωρούνταν απαραίτητο εφόδιο για τις κοπέλες των καλών οικογενειών (το λεγόμενο «bon pour l’orient»). Λειτουργούσαν πολλά ιδιωτικά ωδεία και σχολές, ενώ πολλοί δάσκαλοι μουσικής έρχονταν από την Ευρώπη για να διδάξουν στα αρχοντικά της πόλης. Το πιάνο συμμετείχε σε ηχογραφήσεις και ορχήστρες, συνδυάζοντας τις ευρωπαϊκές αρμονίες με τους ανατολίτικους δρόμους.
Εκτός από τα σπίτια, κυριαρχούσε σε Λέσχες και Θέατρα, όπως το «Θέατρο της Σμύρνης» και η «Λέσχη των Κυνηγών», όπου φιλοξενούνταν κονσέρτα και οπερέτες. Επίσης στα Πολυτελή Καφενεία της προκυμαίας (Quai), όπου ένα πιάνο ήταν απαραίτητο, για να συνοδεύει το απογευματινό τσάι ή το δείπνο των περιπατητών.
Οι χορδιστές πιάνων -οι παράξενοι τύποι με το βαλιτσάκι- στη Σμύρνη του 1900 ήταν περιζήτητοι επαγγελματίες, καθώς η συντήρηση χιλιάδων οργάνων σε ένα παραθαλάσσιο περιβάλλον με υγρασία ήταν επιβεβλημένη. Πολλοί από αυτούς ήταν οι ίδιοι διακεκριμένοι μουσικοί ή ιδιοκτήτες μουσικών οίκων. Τέτοιοι χορδιστές ήταν ο Βίκτωρ Καλλέγιας (Victor Caleya): Μία από τις πιο εμβληματικές μορφές. Δραστηριοποιούνταν ως διευθυντής ορχήστρας, συνθέτης οπερέτας, αλλά και επαγγελματίας χορδιστής πιάνων με έδρα στη Λεωφόρο του Καθεδρικού Ναού (Cathedral Avenue). Ο Alfred Caleya: Μέλος της ίδιας οικογένειας μουσικών, ο οποίος αναφέρεται ως χορδιστής με έδρα στην περιοχή Φασούλα. Ο Jacques J. Zemmith: που διατηρούσε το εργαστήριό του στο Πασάτζιο Σπονδή, Πέρασμα (Passage Spondi). Ο Iyoi Rosati: που σναφέρεται σε οδηγούς της εποχής (περί το 1903), επίσης στη Λεωφόρο του Καθεδρικού. Ο Δημήτριος Βεργώνης: Ένας από τους Έλληνες χορδιστές που συνέχισαν τη δραστηριότητά τους στην πόλη έως και το 1920. Τέλος ο Αντώνης Βασιλικούδης που εξειδικευόταν στις επισκευές και τη συντήρηση οργάνων. Θεωρούνταν άνθρωποι με υψηλή τεχνική κατάρτιση και συχνά είχαν πρόσβαση στα σαλόνια της αριστοκρατίας για τη φροντίδα των πιάνων πριν από σημαντικές δεξιώσεις.
Ένας από αυτούς ανέβηκε τα σκαλιά του αρχοντικού. Η Κεφαλή ενός μπρούτζινου Λιονταριού τον αγριοκοίταζε. Ήταν πολύ διαδεδομένο στα πλούσια αρχοντικά, συμβόλιζε την ισχύ, την εξουσία και την προστασία του οίκου. Η βάση όπου στηριζόταν το ρόπτρο ήταν μια διακοσμητική ροζέτα με ανάγλυφα φυτικά μοτίβα. Ο ήχος του πρόδιδε συχνά την «ταυτότητα» του επισκέπτη. Σε ορισμένα αρχοντικά υπήρχαν δύο ρόπτρα σε διαφορετικά ύψη ή από διαφορετικό μέταλλο, ώστε ο ήχος να ξεχωρίζει αν ο επισκέπτης ήταν άνδρας ή γυναίκα (συνηθισμένο σε μουσουλμανικές οικίες αλλά και σε παραδοσιακά αρχοντικά της Ανατολής). Τα αρχοντικά ήταν συχνά βαμμένα σε λευκές, κροκοβαφείς (ώχρα) ή γαλάζιες αποχρώσεις, δημιουργώντας μια φωτεινή και αρμονική σειρά κτιρίων.
Ο επισκέπτης έβαλε άφοβα το χέρι του στον περίτεχνο κρίκο που βαστούσε στο στόμα του ο τρομερός Λέων. Ντουπ, ντούπ! Το βαρύ χτύπημα του ρόπτρου ακούστηκε σε όλο το ισόγειο και ο μεταλλικός του ήχος του ορείχαλκου μεταδόθηκε μέχρι πάνω στο Σαχνισί που ήταν μαζεμένες οι κυράδες. Ο ήχος πρόδιδε ότι ήταν άντρας. Φυσικά τον είχε δει η Σοφία από το παράθυρο του Σαχνισιού όταν τον έφερε ο Αραμπατζής.
Οι «Κιοσέδες», οι τζαμωτοί εξώστες των ορόφων, είχαν μάτια κι αυτιά παντού.
Αυτός ήταν λοιπόν ο χορδιστής του πιάνου. Τον έλεγαν…Άλφρεντ, μα λίγοι ήξεραν το όνομά του. Για τους περισσότερους ήταν «ο άνθρωπος με τα γυαλιά», εκείνος που ερχόταν αθόρυβα, με μια κασέλα στο χέρι, κι έφευγε χωρίς να ζητήσει κουβέντα. Μόνο ένα «να ’στε καλά» και μια ελαφριά υπόκλιση, σαν να χαιρετούσε όχι τους ανθρώπους, αλλά τα ίδια τα όργανα. Εκείνη τη μέρα μπήκε στο σπίτι της Σμαρώς. Η υπηρεσία τον οδήγησε στον επάνω όροφο, όπου ήταν ο χώρος υποδοχής. Το σαλόνι ήταν επιπλωμένο με ευρωπαϊκά έπιπλα (στυλ Louis XV), μεγάλους καθρέπτες με χρυσές κορνίζες και κρυστάλλινους πολυελαίους. Εκεί γίνονταν οι επισκέψεις, οι «βεγγέρες» και οι μουσικές βραδιές.
Το πιάνο στεκόταν στο σαλόνι, μαρκετερί ξύλο, σκαλισμένο με λεπτές γραμμές — δώρο παλιό, από καιρό ευτυχίας. Δίπλα, στο περβάζι, ένα μουσλούκι κρεμασμένο, κι ένα πιατάκι με γλυκό κυδώνι, για το καλωσόρισμα. Ο επισκέπτης στάθηκε για λίγο και σήκωσε το κεφάλι. Το ταβάνι ήταν συχνά ζωγραφισμένο με ανθοδέσμες και αγγελάκια (putti), κρίνα και άκανθα περίτεχνα στιε γύψινες διακοσμήσεις δημιουργούσαν μια αίσθηση παλατιού. Αυτά τα σπίτια δεν ήταν απλώς κτίρια, αλλά «σκηνικά» μιας ζωής γεμάτης γαλλικά αρώματα, πιάνο, εμπόριο και κοσμοπολίτικη κουλτούρα.
Έπειτα το μάτι του έπεσε στα πόδια του πιάνου όπου είχαν σκαλίσματα στην μορφή των πελμάτων λιονταριού τυλιγμένα σε μπρούτζινα προστατευτικά.
Τα λευκά πλήκτρα ήταν φτιαγμένα από ελεφαντόδοντο και τα μαύρα από έβενο, δίνοντας μια μοναδική αίσθηση στην αφή και μια διακριτική πολυτέλεια. Στα πλαϊνά του αναλογίου υπήρχαν ενσωματωμένα μπρούτζινα κηροπήγια, ώστε ο μουσικός να μπορεί να διαβάζει τις παρτιτούρες υπό το φως των κεριών τα βράδια. Το πιάνο ήταν τοποθετημένο στην καλύτερη γωνιά της σάλας, κάτω από έναν κρυστάλλινο πολυέλαιο. Πάνω του υπήρχαν δαντελένια σεμέ, ασημένιες κορνίζες με φωτογραφίες της οικογένειας.
Ακούστηκαν ανάλαφρα γυναικεία βήματα στο δρύινο παρκέ και μια ζεστή νεανική φωνή.
«Καλώς τονε…» είπε η Σοφία. «Θα το δεις; Δεν κελαηδάει όπως πρώτα.»
Ο Άλφρεντ δεν απάντησε.
Έπειτα ζήτησε να φύγουν από πάνω οι κορνίζες και άγγιξε με το χέρι του ένα γδάρσιμο στην Λάκα.
«Τι κρίμα…» ψιθύρισε. Έπειτα άνοιξε την κασέλα του. Κλειδιά, σφυράκια, μικρά μεταλλικά εργαλεία που έμοιαζαν με ιατρικά όργανα. Κάθισε. Έσκυψε. Άκουσε.
Πάτησε μια νότα. Και τότε — σταμάτησε.
«Αυτό…» ψιθύρισε ξανά.
Η Σοφία τον κοίταξε. «Τι έχει;»
Δεν απάντησε. Πάτησε ξανά το ίδιο πλήκτρο. Η νότα βγήκε σπασμένη, σαν να είχε μέσα της κάτι παλιό. Κάτι που δεν ήταν ήχος. Σαν μνήμη.
Έσκυψε πιο κοντά. Τα δάχτυλά του άγγιξαν το ξύλο. Έπειτα έκλεισε για λίγο τα μάτια. Και τότε άρχισε να δουλεύει.
Ώρες πέρασαν. Το σπίτι είχε σιωπήσει. Μόνο ο ρυθμός του εργαλείου και το ελαφρύ τρίξιμο του πιάνου. Η μικρή Ερμαού στεκόταν πίσω από την πόρτα και τον κοίταζε. Με μάτια μεγάλα. Εκείνη την ώρα κατέβηκε και η Σμαρώ.
«Μάνα… αυτός μιλάει με το πιάνο;» ψιθύρισε. Η Σμαρώ χαμογέλασε.
«Όχι… κοκώνα μου, το ακούει.»
Κάποια στιγμή, ο νεαρός χορδιστής σταμάτησε.
«Ποιος έπαιζε εδώ;» ρώτησε.
Η Σμαρώ δίστασε. «Η κόρη μου… και κάποτε… ο άντρας μου. Πριν…»
Δεν τελείωσε τη φράση. Ο χορδιστής έγνεψε. «Το πιάνο θυμάται.» Σηκώθηκε. Έκλεισε το καπάκι απαλά. Έπειτα το ξανάνοιξε. «Τώρα μπορείτε να παίξετε.»
Η Σμαρώ πλησίασε. Πέρασε πολύς καιρός από τότε που έπαιζε, έπειτα ήρθαν τα παιδιά, οι υποχρεώσεις.Έβαλε τα δάχτυλα. Διστακτικά. Πάτησε μια συγχορδία. Και τότε — το σπίτι γέμισε φως. Οι νότες έβγαιναν καθαρές, ζωντανές. Σαν να είχε ξυπνήσει κάτι που κοιμόταν χρόνια. Η Ερμαού μπήκε μέσα τρέχοντας. «Μάνα! Αυτό είναι άλλο πιάνο!»
Ο νεαρός Άλφρεντ χαμογέλασε για πρώτη φορά.
Πριν φύγει, η Σμαρώ του έδωσε ένα μικρό πουγκί. «Πάρε…» Εκείνος το έσπρωξε πίσω. «Όχι.», «Μα—», «Δεν το έφτιαξα εγώ.»
Η Σμαρώ τον κοίταξε απορημένη.
Ο Άλφρεντ πήρε το καπέλο του. «Απλώς… το θυμήθηκα.»
Το βράδυ, όταν έπεσε ο μαΐστρος κι άναψαν οι γκαζόλαμπες, η Σμαρώ κάθισε πάλι στο πιάνο. Έπαιξε αργά. Ένα σκοπό παλιό, μικρασιάτικο. Και για μια στιγμή — μόνο μια — νόμισε πως κάποιος στεκόταν πίσω της.
Σαν σκιά. Σαν ανάσα. Σαν τον άνθρωπο που είχε φύγει.
Ύστερα έπιασε την μέση της, ένας ελαφρύς πόνος. Σαν να είχε κολλήσει ένα από τα 88 πλήκτρα του πιάνου…
Θα αλλάξει ο καιρός, σκέφτηκε και η Πούντα κατεβάζει όλο το αγιάζι.
Ο ίδιος ο χρόνος και ο καιρός (ο Μαΐστρος, το αγιάζι) προμηνύουν την ανατροπή.
«Απλώς… το θυμήθηκα.» Αυτά τα λόγια του χορδιστή επανέρχονται στο μυαλό της. Η τέχνη του δεν ήταν η επισκευή, αλλά η επαναφορά μιας ευτυχίας που είχε λησμονηθεί κάτω από τη σκόνη των γεγονότων.
Ο κύρης του σπιτιού χαμένος στην κάπνα των λεσχών… τα δάχτυλά του συνήθως κρύα. Κι εκείνη πόσο θέλει να ακούσει τη μελωδία της ευτυχίας και να νιώσει την παρουσία του στο διπλανό μαξιλάρι.
Η Σμαρώ σταμάτησε για λίγο
Τα δάχτυλά της έμειναν πάνω στα πλήκτρα, σαν να φοβούνταν να συνεχίσουν. Έξω, το αγιάζι της Πούντας είχε δυναμώσει. Έφερνε μαζί του μια υγρασία βαριά, που κολλούσε πάνω στους τοίχους και στα ξύλα, σαν προμήνυμα. Το πιάνο — εκείνο το ίδιο πιάνο που κάποτε γέμιζε το σπίτι με γέλια και τραγούδια — τώρα έμοιαζε να κρατά μέσα του κάτι άλλο
Κάτι που δεν λεγόταν….
Έσυρε τα δάχτυλα πάνω στο γυαλιστερό ξύλο, εκεί που η μαρκετερί σχημάτιζε μικρά άνθη. Το αγιάζι έξω είχε πια καταλαγιάσει, δίνοντας τη θέση του σε μια απόκοσμη ηρεμία. Η Σμαρώ ένιωθε πως το πιάνο δεν ήταν πια ένα έπιπλο, αλλά ένα ξύλινο κιβώτιο που φύλαγε μέσα του την ανάσα της πόλης.
Ξαφνικά, μια σκέψη την έκαψε.
Ο Άλφρεντ είχε πει:
«Απλώς… το θυμήθηκα».
Σηκώθηκε από το σκαμπό. Η μέση της την τσιμπούσε ακόμα, μια υπενθύμιση πως ο χρόνος δεν χορδίζεται τόσο εύκολα όσο οι χορδές του ατσαλιού. Πλησίασε το παράθυρο. Κάτω, στον δρόμο, τα φανάρια τρεμόπαιζαν. Ο Αραμπατζής είχε φύγει προ πολλού, και η σιλουέτα του χορδιστή είχε χαθεί μέσα στα στενά του Φραγκομαχαλά.
Επέστρεψε στο όργανο. Κάτι την έτρωγε. Άνοιξε το πάνω καπάκι, εκεί που κρύβονταν οι σφήνες και οι χορδές. Μύρισε το παλιό ρετσίνι και τη σκόνη που ο Άλφρεντ είχε καθαρίσει με τόσο σεβασμό. Στην άκρη, δίπλα στο τελευταίο πλήκτρο, είδε κάτι λευκό.
Ένα μικρό χαρτάκι, διπλωμένο στα τέσσερα.
Το άνοιξε με τρεμάμενα χέρια. Δεν είχε γράμματα. Είχε μόνο πέντε γραμμές — ένα πεντάγραμμο — και πάνω του σχεδιασμένες μερικές νότες. Έναν σκοπό που δεν χρειαζόταν να τον διαβάσει για να τον αναγνωρίσει. Ήταν το τραγούδι που έπαιζε ο άντρας της τα βράδια που επέστρεφε νωρίς, πριν οι λέσχες και η κάπνα του κλέψουν το βλέμμα. Τότε κατάλαβε. Ο Άλφρεντ δεν είχε έρθει απλώς για να χορδίσει. Είχε έρθει για να παραδώσει ένα μήνυμα.
Κάθισε ξανά. Αυτή τη φορά δεν φοβήθηκε. Πάτησε τα πλήκτρα με δύναμη. Η μουσική ξεχύθηκε από το σαχνισί, πέρασε τα μπαλκόνια, κόλλησε στα υγρά πλακόστρωτα.
Το Πιάνο, κελαηδούσε πια, ακριβώς όπως είχε ζητήσει η Σοφία.
Η Σμαρώ ένιωσε το σώμα της να ελαφραίνει. Ο πόνος στη μέση, εκείνο το «κολλημένο πλήκτρο», λες και μαλάκωσε. Έξω, η πόλη συνέχιζε να ζει την τελευταία της άνοιξη, αγνοώντας πως το κούρδισμα που της χάριζαν οι χορδιστές της ήταν το ύστατο αντίο πριν τη μεγάλη παραφωνία. Το βράδυ εκείνο, η Σμαρώ δεν κοιμήθηκε. Έμεινε να κοιτάζει το πιάνο. Ήξερε πια πως, ό,τι κι αν ερχόταν με το αγιάζι της Πούντας, η μουσική είχε ήδη προλάβει να σώσει όσα οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να κρατήσουν.
Το πιάνο θυμόταν. Κι αυτό ήταν αρκετό.
Η τελευταία νότα έσβησε αργά, αφήνοντας πίσω της μια γλυκιά δόνηση που έκανε τα κρύσταλλα στον μπουφέ να κουδουνίσουν ελαφρά. Η Σμαρώ δίπλωσε το μικρό χαρτάκι και το έκλεισε μέσα στη θήκη του πιάνου, πλάι στις χορδές του μπάσου. Ήταν πλέον το φυλαχτό του σπιτιού.
Στο σκοτάδι, το πιάνο γυάλιζε σαν μαύρο διαμάντι. Ο Άλφρεντ, ο άνθρωπος με τα γυαλιά, θα βρισκόταν ήδη σε κάποιο άλλο σαλόνι ή σε κάποιο καφενείο του Quai, σκυμμένος πάνω από ένα άλλο Pleyel, προσπαθώντας να διορθώσει τη φθορά που έφερνε η θάλασσα. Ήξερε κι εκείνος, όπως το ένιωθε πια και η Σμαρώ, πως όταν οι άνθρωποι χάνουν τα λόγια τους, τα όργανα πρέπει να είναι έτοιμα να μιλήσουν.
Το αγιάζι της Πούντας συνέχιζε να χτυπά τα κλειστά παραθυρόφυλλα, αλλά μέσα στο αρχοντικό η σιωπή δεν ήταν πια άδεια. Ήταν μια σιωπή κουρδισμένη, έτοιμη να αντέξει την καταιγίδα που μύριζε ο ορίζοντας.
Το πιάνο θυμόταν. Και η Σμαρώ, για πρώτη φορά μετά από καιρό, κοιμήθηκε χωρίς να νιώθει το πλήκτρο στη μέση της κολλημένο.
Το πέρασμά του χορδιστήείχε αφήσει κάτι παραπάνω από σωστά τονισμένες νότες· είχε αφήσει την πεποίθηση πως η ομορφιά είναι μια πράξη αντίστασης στη φθορά. Η Σμαρώ δεν ξαναέπαιξε το σκοπό του «κύρη» της με θλίψη. Κάθε φορά που τα δάχτυλά της άγγιζαν το ελεφαντόδοντο των πλήκτρων, ένιωθε πως το πιάνο δεν ανήκε πια στο παρελθόν, αλλά στο «τώρα». Το κολλημένο πλήκτρο στη μέση της δεν την ξαναενόχλησε — ίσως γιατί το σώμα, όπως και το ξύλο, χρειάζεται μερικές φορές έναν ξένο να του θυμίσει πώς είναι να αναπνέει σωστά. Το επόμενο πρωί, ο ήλιος της Σμύρνης ανέτειλε θαμπός πίσω από το Μπαλτσόβα, μα το αρχοντικό της Σμαρώς έμοιαζε να έχει αποβάλει την υγρασία της νύχτας. Το πιάνο, κλειστό πια και γυαλισμένο, στεκόταν στη γωνιά του σαν σιωπηλός φρουρός.
Έξω στην προκυμαία, οι αραμπάδες και τα Τράμια συνέχιζαν να κυλούν και τα καφενεία να γεμίζουν. Ήταν η άνοιξη του 1921. Η τελευταία άνοιξη που η Σμύρνη ακουγόταν σαν ένα τέλεια χορδισμένο Pleyel.
Κι αν οι χορδές έμελλε αργότερα να σπάσουν από τη φωτιά και τον ξεριζωμό, η μνήμη του ήχου τους θα ταξίδευε απέναντι, κρυμμένη στις αποσκευές και στις ψυχές, για να ξανακουρδιστεί σε άλλες πατρίδες.
Γιατί τα πιάνα της Σμύρνης μπορεί να κάηκαν, αλλά ο ρυθμός τους δεν σταμάτησε ποτέ.
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.