
Ο μαστραπάς είναι ένα παραδοσιακό σκεύος, αλλά έχει και άλλες ενδιαφέρουσες χρήσεις στην ελληνική κουλτούρα. Πρόκειται για ένα μικρό δοχείο (κανάτα) με χερούλι, που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα για το σερβίρισμα ή την κατανάλωση νερού, κρασιού ή γάλακτος. Κατασκευαζόταν από διάφορα υλικά όπως πηλό, μέταλλο (χαλκό, αλουμίνιο). Έγινε μάλιστα και ρεμπέτικο τραγούδι σε στίχους και μουσική του Γιάννη Παπαϊωάννου, «Ο Μαστραπάς» (1950), το οποίο περιγράφει μια φασαρία που ξεκίνησε σε μια ταβέρνα όταν «τσακίστηκε ο μαστραπάς».Στην παλιά Ελλάδα, ειδικά στα σχολεία, οι μαθητές χρησιμοποιούσαν συχνά μεταλλικούς μαστραπάδες για να πίνουν το γάλα της αμερικανικής βοήθειας.Η λέξη προέρχεται από το μεσαιωνικό μαστραπάς, το οποίο πηγάζει από το τουρκικό maşrapa, που με τη σειρά του έχει ρίζες στην αραβική λέξη mişraba (μεταλλικό κύπελλο).Το τραγούδι περιγράφει έναν τσακωμό («σαματά») σε μια ταβέρνα που ξεκίνησε για τα μάτια μιας γυναίκας, με αποτέλεσμα να «τσακιστεί ο μαστραπάς» και να γίνουν όλα «γυαλιά-καρφιά», «Τσακίστηκε ο μαστραπάς κι έγινε πάλι σαματάς, μεσ’ στης χήρας την ταβέρνα με το κέρνα-ξανακέρνα, γιατί είπανε γι’ αστείο, της μικρής έλα στο θείο, της μικρής έλα στο θείο, της το είπανε γι’ αστείο»Με μια παρόμοια φασαρία έχει σχέση η παρακάτω ιστορία. Ελάτε να σας την ανεστορηθώ….«Ο στοιχειωμένος Μαστραπάς»Σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, ο γερο-Στρατής είχε έναν χάλκινο μαστραπά, κειμήλιο από τον παππού του προπάππου, του παππού του Σήφη Δασκαλογιωργάκη. Δεν ήταν ένας απλός μαστραπάς· ήταν «στοιχειωμένος» με ιστορίες. Το μέταλλό του, χτυπημένο στο χέρι και γανωμένο τόσες φορές που έλαμπε σαν ασήμι στο φως του καντηλιού, είχε δει γλέντια, καβγάδες και σασμούς. Αύγουστος, αποσπέρας Σαββάτου η ταβέρνα του χωριού ήταν γεμάτη. Η λύρα έδινε τον ρυθμό και το κρασί έρρεε άφθονο σβήνοντας σεβντάδες και σεκλέτια. Ο Στρατής, με τον μαστραπά του πάντα γεμάτο, καθόταν στη γωνία και ψυθίριζε.«Στο στύλο της αυλής ακουμπώ, τη νύχτα αφρουκούμαι, τους χτύπους της καρδιάς σου ακούω, κι ας μην σε θωρούμαι.» Ξαφνικά, η κουβέντα άναψε. Δύο παλικάρια, ο Μανωλιός και το Σηφαλιό, ο Σήφης, λογομάχησαν για μια παλιά παρεξήγηση στα σύνορα των χωραφιών τους. Άλλο λόγω δεν κατέχω. Τα βλέμματα άστραψαν, οι φωνές ανέβηκαν και τα χέρια πήγαν στα μαχαίρια. Που να έπεφτε η μαχαίρα και νά κοβε τη χέρα και τον δυονώ!Ο Στρατής σηκώθηκε αργά. Αχνα δεν έβγαλε, δεν είπε ούτε λέξη. Πήγε ανάμεσά τους και άφησε τον βαρύ μαστραπά πάνω στο ξύλινο τραπέζι με έναν ξερό, μεταλλικό ήχο: Γκλάνγκ!Τα δάκρυα του σαρικιού στο κρουσάτο του μαντήλι, πετάχτηκαν στον αέρα συμβολίζοντας την θλίψη, την λεβεντιά και τον θυμό του. Λειτούργησε ως ο «βλεπάτορας» της τιμής και της ενότητας του χωριού. Δεν άφησε την έχθρα να «κλέψει» την ειρήνη τους.«Γροικάτε μωρέ τον ήχο», είπε με βραχνή φωνή. «Αυτός ο μαστραπάς έχει πιει το αίμα των προγόνων μας στους πολέμους και το δάκρυ τους στις χαρές. Αν τσακιστεί απόψε, θα τσακιστεί η τιμή όλου του χωριού. Πιείτε μια γουλιά μαζί ή σπάστε τον… αλλά αν τον σπάσετε, δεν θα μείνει τίποτα να μας ενώνει.Θα μας εφέρετε επαέ ξανά τη θλίψη και το θρήνο από τ’Αρκαδί. Δάκρυα αλλά δεν χωρούν σε τούτο το σαρίκι! Άσπρο να βαλουμε όλοι μας και να’ναι στις χαρές σας!!!»Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν. Ο χαλκός καθρέφτιζε τις αγριεμένες τους όψεις, κάνοντάς τες να φαίνονται μικρές μπροστά στην ιστορία του σκεύους.Ο Μανωλιός άπλωσε πρώτος το χέρι, έπιασε το χερούλι και ήπιε μια γενναία γουλιά. Μετά τον έδωσε στον Σήφη.Ο μαστραπάς δεν τσακίστηκε εκείνο το βράδυ. Αντίθετα, ξαναγέμισε μέχρι πάνω, και το γλέντι κράτησε ως την αυγή. Λένε πως από τότε, όποιος πίνει από τον μαστραπά του Στρατή, ξεχνάει το μίσος και θυμάται μόνο πως η ζωή είναι μια γουλιά κρασί που δεν πρέπει να πάει χαμένη.Η ατμόσφαιρα είχε μόλις ηρεμήσει, όταν ο Στρατής αποφάσισε να κάνει την κίνηση που θα έμενε στην ιστορία του χωριού. Πήρε τον μαστραπά, τον σήκωσε ψηλά σαν τρόπαιο και φώναξε: «Για την ειρήνη, μωρέ παιδιά!».Μόνο που ο Στρατής είχε ξεχάσει δύο βασικά πράγματα: πρώτον, ότι το δάπεδο της ταβέρνας ήταν φρεσκοσφουγγαρισμένο (και γλιστρούσε σαν παγοδρόμιο) και δεύτερον, ότι η ηλικία του δεν του επέτρεπε πια φιγούρες τύπου Ζορμπά.Καθώς έκανε μια στροφή για να τσουγκρίσει με τον Μανωλιό, το αριστερό του στιβάνι βρήκε μια λακκούβα στο πάτωμα. Ο Στρατής άρχισε να κάνει «κουτάλι» στον αέρα. Έφαγε μια κουλουμούντρα που ήταν όλη δική του και ο μαστραπάς εκτοξεύτηκε σαν πύραυλος της NASA και το περιεχόμενό του —ένα κατακόκκινο, δυνατό μαρουβά— προσγειώθηκε με απόλυτη ακρίβεια πάνω στο μαύρο πουκάμισο του Σήφη.«Όπα! Στόχος!» φώναξε ένας μεθυσμένος από τη γωνία.Ο Σήφης κοίταξε το στήθος του, που τώρα έμοιαζε με χάρτη της Πελοποννήσου σε βαθύ μπορντό χρώμα που άρχισε στην συνέχεια να μαυρίζει, καθώς το ύφασμα ρουφούσε το κρασί.Ο Μανωλιός πήγε να κρατήσει το γέλιο του, αλλά του βγήκε ένας ήχος σαν ξεφούσκωτη γκάιντα.«Στρατή!» ούρλιαξε ο Σήφης.«Το πουκάμισο είναι από την Πόλη! Μετάξι!»«Σιγά μωρέ Σήφη», απάντησε ο Στρατής προσπαθώντας να σηκωθεί και να ξαναπιάσει τον μαστραπά που είχε καρφωθεί μέσα σε μια πιατέλα με ντάκο. «Τώρα φαίνεται ότι έχεις καρδιά μαλακή… και κόκκινη! Άσε που αν το δει η γυναίκα σου, θα νομίζει ότι πάλεψες με τον Μινώταυρο και θα σε προσέχει πιότερο!»Ο Μανωλιός δεν άντεξε άλλο. Έσκασε στα γέλια, άρπαξε τον μαστραπά από τον ντάκο (μαζί με λίγη μυζήθρα που είχε κολλήσει στον πάτο) και τον ξαναγέμισε.«Άκου Σήφη», είπε ο Μανωλιός, «αν δεν βγει ο λεκές, θα σου δώσω το χωράφι με τα Μουρέλα στο βουνό. Αλλά αν βγει, θα μου δώσεις το μουλάρι σου για μια βδομάδα να κουβαλήσω ξύλα».«Δέχεται!» φώναξε ο Στρατής πριν προλάβει ο Σήφης να μιλήσει. «Και για να σιγουρευτούμε ότι θα βγει, ρίξτε του και λίγη ρακή πάνω! Καθαρίζει τα πάντα, από λεκέδες μέχρι αμαρτίες!»Σε δέκα λεπτά, ο Σήφης καθόταν ημίγυμνος στην ταβέρνα, η γυναίκα του ταβερνιάρη έτριβε το πουκάμισο με πράσινο σαπούνι, και ο μαστραπάς πηγαινοερχόταν γεμάτος κρασί. Ο καβγάς είχε ξεχαστεί τελείως, γιατί όλοι ήταν απασχολημένοι να στοιχηματίζουν αν ο λεκές του μαρουβά ήταν πιο ανθεκτικός από το πείσμα των Κρητικών.Μαρουβιζει (Ωριμάζει, παλιώνει) για τουλάχιστον 3 χρόνια σε μεγάλα δρύινα βαρέλια, τα οποία δεν καθαρίζονται πλήρως, ώστε οι ζύμες των παλαιότερων χρόνων να «μπολιάζουν» το νέο κρασί. Έχει κεχριμπαρένιο ή κεραμιδί χρώμα που θυμίζει Sherry, Madeira ή κονιάκ με μια γεύση στιβαρή, από τα αρώματα ξηρών καρπών και αποξηραμένων φρούτων. Συνοδεύει ιδανικά τα βαριά και λιπαρά φαγητά της κρητικής κουζίνας, γαμοπίλαφο, το κρέας τσιγαριαστό και χοχλιούς μπουμπουριστούς!Τελικά, όμως ο μαστραπάς του Μαρουβά δεν «τσακίστηκε» εκείνο το βράδυ. Αλλά ο Στρατής ορκίστηκε να μην ξανακάνει στροφές, τουλάχιστον όχι όσο ο μαστραπάς ήταν γεμάτος. «Αναθεμάτωνε τον Μαστραπά που ήντωνε θαμμένος και σε μιαν νυχτιά εβγήκα στεφανωμένος!» Έλεγε ο Στρατής ζαλισμένος. Θυμίζοντας το παλιό κρητικό έθιμο του θαψίματος του βαρελιού, όταν γεννιέται ένα παιδί.Μετά το περιστατικό με το λερωμένο πουκάμισο, ο μαστραπάς απέκτησε τη φήμη του «δικαστή». Ο Στρατής, βλέποντας την επιτυχία, αποφάσισε να τον χρησιμοποιήσει για να λύσει το μεγαλύτερο μυστήριο του Ψηλορείτη: Ποιος έκλεβε τις κότες του παπα-Λάμπρου;Ο Στρατής κάλεσε όλους τους υπόπτους στο καφενείο. Έβαλε τον μαστραπά στη μέση και τον γέμισε με μια τσικουδιά τόσο δυνατή, που οι αναθυμιάσεις ξεβάφανε τις καρέκλες.«Ακούστε επαέ, αφήστε την μάνητα!» φώναξε ο Στρατής. «Αυτός ο μαστραπάς είναι Μέγας μάντης και μάγιστρος. Όποιος επήρε την κότα του παπά και μόλαρε, σαν πάει να πιει από δω, ο μαστραπάς νογά και θα του κολλήσει τη χέρα σαν μαγνήτης και δεν θα ξεκολλά μέχρι να μαρτυρήσει!»Οι χωριανοί κοιτάχτηκαν έντρομοι. Ο Στρατής, βέβαια, είχε αλείψει κρυφά το χερούλι με ρετσίνα (κόλλα) από πεύκο που είχε μαζέψει το πρωί.Πέρασε ο πρώτος, ήπιε, τίποτα. Πέρασε ο δεύτερος, τίποτα. Φτάνει η σειρά του Σήφη του «Μακριδάχτυλου». Ο Σήφης, που ήταν σίγουρος ότι ο μαστραπάς απλώς τον κορόιδευε, άρπαξε το χερούλι με αυτοπεποίθηση.Ήπιε τη ρακή, πήγε να αφήσει τον μαστραπά κάτω… αλλά ο μαστραπάς τον ακολούθησε! Ο Σήφης τίναζε το χέρι του, έκανε κύκλους γύρω από το τραπέζι, αλλά ο χάλκινος μαστραπάς ήταν εκεί, ακλόνητος σύντροφος.«Με μάγεψε ο μαστραπάς!» ούρλιαξε ο Σήφης. «Βοήθεια! Παπά μου, εγώ τις πήρα, αλλά ήταν για καλό σκοπό, ήθελα να κάνω μια σούπα για το κρύωμα!»«Και πέντε κότες ήθελες για το κρύωμα, χριστιανέ μου;» πετάχτηκε ο παπάς.«Θα ήτανε βαριά παπά μου, φοβήθηκε ο ζάβαλος μη του γυρίσει σε πνευμονία» απάντησε γελόντας ο Στρατής!Ο Σήφης, με τον μαστραπά ακόμα κολλημένο στο χέρι, αναγκάστηκε να υποσχεθεί δέκα δικές του κότες στον παπά για να τον «ξεμαγέψει» ο Στρατής (με λίγο λάδι και τρίψιμο).Από εκείνη τη μέρα, ο μαστραπάς του Στρατή δεν ήταν πια μόνο σκεύος, αλλά το « Ο πρώτος κρητικός ανιχνευτής ψεύδους». Λένε μάλιστα πως αν μπει κανείς στο καφενείο και πει ψέμα, ο μαστραπάς αρχίζει να «ιδρώνει» από μόνος του.Η φήμη του «μαγικού μαστραπά» ξεπέρασε τα σύνορα του χωριού και έφτασε στα αυτιά ενός δαιμόνιου τουριστικού πράκτορα από το Ηράκλειο. Μέσα σε μια βδομάδα, το ήσυχο καφενείο του Στρατή μετατράπηκε στο «The Holy Mastrapas Experience».Ο Στρατής, που δεν έχανε ευκαιρία, φόρεσε την καλύτερη βράκα του, άφησε το μουστάκι του να στρίψει μέχρι τ’ αυτιά και έστησε μια ταμπέλα στην είσοδο: «Drink from the Magic Cup – Find your Truth (and your Way Home)».Το χωριό γέμισε λεωφορεία. Τουρίστες από τη Γερμανία, την Ιαπωνία, την Νότιο Κορέα και την Αμερική σχημάτιζαν ουρές για να αγγίξουν τον χάλκινο μαστραπά.Ο Στρατής είχε θεσπίσει ένα ολόκληρο τελετουργικό.Πρώτον: Η Δοκιμασία της Τσικουδιάς.Ο τουρίστας έπρεπε να πιει μια «μονορούφι» από τον μαστραπά. Αν δεν βήξει, θεωρείται «έντιμος». (Οι περισσότεροι έβηχαν μέχρι δακρύων, οπότε ο Στρατής τους έλεγε: «Έχεις κρυμμένα μυστικά, παιδί μου, φάε έναν ντάκο να σωθείς, φάε να καρδαμώσεις»). 3€ ευρώ, Ντάκος σκέτος ή Μουσταλευριά ξερή 2€ ευρώ.Δεύτερον: Η Selfie με τον Μαστραπά. Με 5€ ευρώ επιπλέον, μπορούσες να βγάλεις φωτογραφία κρατώντας τον μαστραπά πάνω από το κεφάλι σου, ενώ ο Σήφης (ο πρώην κλεφτοκοτάς που τώρα έκανε τον βοηθό) έπαιζε μια δοξαριά στη λύρα.Τρίτον: Το Boutique Shop. Στη γωνία, η γυναίκα του Στρατή πουλούσε μίνιατούρες μαστραπάδες από αλουμίνιο που έγραφαν πάνω: «I survived the Cretan Mastrapas».Το πράγμα όμως ξέφυγε όταν μια ομάδα Γάλλων τουριστών πίστεψε ότι ο μαστραπάς ήταν το Άγιο Δισκοπότηρο που είχε χαθεί στην Κρήτη. Άρχισαν να γονατίζουν μπροστά του και να ψάλλουν: «D’un graal que un vallet tenoit, une si grans clartez venoit…» που σε απλά ελληνικά σημαίνει: «Από ένα δισκοπότηρο που ένα παλικάρι κρατούσε, μια τόσο μεγάλη λάμψη ερχόταν…» Ο Στρατής τους κοιτούσε απορημένος:«Ήντα ‘χουν μωρέ τούτοι οι λωλοχαρούμενοι και προσκυνούν το χαλκωματάκι; Μπας και τους βάρεσε ο Μαρουβάς στο δόξα πατρί; Μωρέ, ένα κρασοπότηρο είναι, μην το κάνουμε και εκκλησία!»Η κορύφωση ήρθε όταν ένας πλούσιος Τεξανός προσέφερε στον Στρατή 10.000 💰 δολάρια για να αγοράσει τον αυθεντικό μαστραπά.Ολόκληρο το χωριό κράτησε την ανάσα του. Οι γέροι σηκώνουν τις μαγκούρες στον αέρα, έτοιμοι για τη «σβουριξιά». Μια γριά τον θωρεί με μάτι αγριεμένο. Μια άλλη με το τηγάνι γεμάτο χοχλιούς που τσιτσίριζαν στο λάδι, κάνει ένα βήμα μπροστά και μια καυτή σταγόνα λάδι πετάγεται πάνω στο λουστρίνι παπούτσι του Τεξανού.— «Φύγε κακομοίρη μου!» του ψιθυρίζει ο Μανούσος. «Αν η θειά μου σου σβουρίξει το τηγάνι με τους χοχλιούς, ούτε το FBI δεν σε σώζει!»Ο Τεξανός, βλέποντας τις σκούπες να ανεβοκατεβαίνουν και τον Μαρουβά να έχει ανάψει τα αίματα, βάζει τα δολάρια στην τσέπη και γίνεται καπνός. Το πούλμαν φεύγει με τις πάντες, ενώ οι Γάλλοι συνεχίζουν να ψέλνουν εκστασιασμένοι.Ο Στρατής αρπάζει τον Μαστραπά, τον γεμίζει μέχρι πάνω με Μαρουβά και φωνάζει:— «Γεια μας, χωριανοί! Έγινηκε ο γιαγερμός του Μαστραπά. Επαέ θα μείνει, γιατί η αλήθεια του δεν αγοράζεται! »Το γλέντι κράτησε τρεις μέρες. Οι χοχλιοί φαγώθηκαν, οι μαγκούρες έγιναν στηρίγματα για τον χορό, και ο Μαστραπάς έλαμπε πιο πολύ από ποτέ, δικαιωμένος που δεν έγινε «σουβενίρ» σε κάποιο ράντσο.Ο Στρατής ανακήρυξε τον μαστραπά «Επίτιμο Δημότη» και τον τοποθέτησε σε μια γυάλινη προθήκη (που άνοιγε όμως εύκολα κάθε φορά που κάποιος ήθελε να κεράσει τη γειτονιά).Το χωριό πλούτισε, ο παπα-Λάμπρος πήρε καινούργιες κότες τσιπαρισμένες με GPS, και ο μαστραπάς συνεχίζει να λάμπει κάτω από τον κρητικό ήλιο, θυμίζοντας σε όλους ότι η καλύτερη ατραξιόν είναι μια καλή ιστορία και μια γεμάτη κούπα.Φυσικά, ο Μαστραπάς δεν θα μπορούσε να μείνει εκτός εποχής! Ο εγγονός του Στρατή, ο Μανούσος, νιός Ντελικανής που είχε σπουδάσει «Digital Marketing» στην Αθήνα, πριχού χαλάσει η δουλειάπήρε την κατάσταση στα χέρια του. Το προφίλ ονομάστηκε @The_Real_Cretan_Mastrapas και η πρώτη ανάρτηση (post) έσπασε τα κοντέρ: Μια καλλιτεχνική φωτογραφία του μαστραπά πάνω σε έναν βράχο στο Ελαφονήσι, με λεζάντα: «I don’t just hold wine, I hold history. #CretanVibes #OriginalMastrapas #NoFilter Needed».Σύντομα, ο μαστραπάς έγινε ο πρώτος Cretan Influencer: Κάθε πρωί ο Μαστραπάς «ανέβαζε» story με την ανατολή στον Ψηλορείτη. Οι ακόλουθοι έστελναν μηνύματα: «Πού θα πιεις σήμερα, άρχοντα;» και ο Μαστραπάς απαντούσε με αυτοκόλλητα (stickers) τύπου «Loading… Raki 99%».Έγινε ένας τεράστιος διαγωνισμός. «Κάνε tag δύο φίλους που αντέχουν πάνω από πέντε μαστραπάδες κρασί και κέρδισε ένα τριήμερο στο καφενείο του παππού Στρατή!» Χιλιάδες κόσμος από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Τόκιο έκανε tag τους φίλους του, ελπίζοντας σε μια γουλιά «αλήθειας».Το TikTok Dance: Ο Μανούσος έβαλε τον παππού Στρατή να κάνει ένα trend: Να ισορροπεί τον μαστραπά στο κεφάλι ενώ χορεύει πεντοζάλι. Το βίντεο έγινε viral με εκατομμύρια views και ονομάστηκε #MastrapasChallenge. Νέοι από όλο τον κόσμο προσπαθούσαν να το κάνουν με ποτήρια, αλλά τα έσπαγαν. Μόνο ο κρητικός χαλκός άντεχε! Καλό μελέτα κι έρχεται η Meta! Η «Μπλε» Πιστοποίηση: Μετά από έξι μήνες, το Instagram έδωσε στον Μαστραπά το μπλε τικ (verified account). Έβαλε Ζούκερμπεργκ (Mark Zuckerberg) σημάδι παλικαρι στα Σφακιά!Ο Στρατής, όταν το είδε, απόρησε: «Μωρέ Μανούσο, γιατί μας εσημάδεψαν; Μήπως νομίζουν ότι είμαστε κλεμμένοι;»«Όχι μας έκαναν μοναδικούς κι αυθεντικούς» απάντησε ο Μανούσος.Δεν κατέχω πράμα, αλλά δεν πειράζει. «Καλό να’ναι μονάχα γιατί θα τους επάρει και θα τους σηκώσει!»Η δόξα όμως έφερε και προβλήματα. Άλλοι «μαστραπάδες» από γειτονικά χωριά άρχισαν να διεκδικούν τον τίτλο του αυθεντικού, δημιουργώντας το πρώτο Cretan Beef στα social media.Ο Μαστραπάς του Στρατή όμως τους αποστόμωσε με ένα βίντεο όπου ο παπά-Λάμπρος τον ευλογούσε επίσημα, ενώ οι κότες (με το GPS) έκαναν παρέλαση από πίσω.Σήμερα, ο λογαριασμός έχει 500.000 ακόλουθους. Ο Μαστραπάς κάνει πλέον Product Placement μόνο σε εκλεκτά ελαιόλαδα και παξιμάδια, ενώ έχει δικό του «merch» με ατάκες όπως: «Don’t touch my handle».Ο Στρατής κάθεται στο καφενείο, βλέπει τους τουρίστες να σημαδεύουν τον μαστραπά με τα κινητά τους και χαμογελάει κάτω από το μουστάκι του.«Είδες, μαστραπά μου;» του ψιθυρίζει. «Παλιά σε γάνωνα για να μην σκουριάσεις. Τώρα σε κάνουν «edit» για να μην παλιώσεις. Αλλά η τσικουδιά μέσα σου… αυτή παραμένει ίδια!»Και για να μη νομίζετε ότι τόση ώρα σας «Σας επαίζω πεπονόφλουδες!» Ορίστε και μια κριτική στοTripAdvisor που άφησε ένας «ψαγμένος» τουρίστας μετά την επίσκεψη στο χωριό του Στρατή:«Πήγα για το Instagram, έφυγα με… υπαρξιακή κρίση (και πολύ ρακή)»⭐⭐⭐⭐⭐ 5/5 αστέρια«Επισκέφτηκα το χωριό μετά το viral #MastrapasChallenge στο TikTok. Περίμενα ένα τουριστικό στημένο σκηνικό, αλλά αυτό που έζησα δεν περιγράφεται. Μόλις έφτασα, ο παππούς Στρατής (μοιάζει με τον Γκάνταλφ αν ήταν Κρητικός και έπινε μόνο τσικουδιά) με κοίταξε στα μάτια και μου έδωσε τον Μαστραπά. Μου είπε: «Πιες παιδί μου, να δούμε αν η ψυχή σου είναι καθαρή ή αν έχεις κρυμμένα μυστικά».Το αποτέλεσμα: Ήπια τη ρακή μονορούφι. Για τα επόμενα 30 δευτερόλεπτα ξέχασα το όνομά μου, τον κωδικό του Wi-Fi και πού είχα παρκάρει το ενοικιαζόμενο. Ο Μαστραπάς ήταν βαρύς, κρύος και μύριζε ιστορία (και λίγο πεύκο, δεν κατάλαβα γιατί).Στα Highlights: Ο Σήφης (ο βοηθός) παίζει λύρα κάθε φορά που κάποιος αδειάζει τον μαστραπά. Πολύ δυνατό soundtrack. Ο Μαστραπάς όντως «κολλάει» στο χέρι αν πας να πεις ψέματα (ή αν έχεις φάει μέλι από το πρωινό, δεν είμαι σίγουρος).Αγόρασα ένα μπλουζάκι «I survived the Holy Mastrapas» και μια μίνι-ρέπλικα για το σαλόνι μου στο Λονδίνο.Συμβουλή: Μην πάτε με άδειο στομάχι. Ο Μαστραπάς δεν αστειεύεται. Επίσης, αν δείτε τον παπά του χωριού να μετράει κότες με ένα tablet, μην παραξενευτείτε, είναι μέρος του «οικοσυστήματος».Θα ξαναπήγαινα; Ναι, αλλά την επόμενη φορά θα φέρω δικό μου οδηγό. Ο Μαστραπάς σε κάνει να βλέπεις τον Ψηλορείτη… διπλό!» Ημερομηνία επίσκεψης: Αύγουστος 2024. Τύπος ταξιδιού: Solo περιπέτεια.Ο Μανούσος ανοίγει το λάπτοπ κάτω από την κληματαριά και αρχίζει να διαβάζει την κριτική στον παππού του, μεταφράζοντας ελεύθερα από τα αγγλικά στα κρητικά.Ο Στρατής ακούει προσεκτικά, στρίβει το μουστάκι του και στο τέλος παίρνει μια βαθιά ανάσα:— «Ήντα λέει, Μανούσο; Ότι μοιάζω με τον Γκάιντα; Ποιος είναι αυτός ο χριστιανός; Κρητικός είναι; Από ποια γενιά;»— «Όχι παππού, Γκάνταλφ λέγεται, είναι ένας μάγος από μια ταινία, με μεγάλη γενειάδα…»— «Ε, καλά, πες του πως άμα είχα εγώ το ραβδί του, θα ‘χα κάνει τον Ψηλορείτη να βγάζει κρασί αντί για πέτρες! Αλλά πες του και το άλλο: Μάγος δεν είναι αυτός που κρατάει ραβδί, αλλά αυτός που κρατάει τον μαστραπά και δεν του χύνεται σταλιά!»Μετά ο Στρατής σοβαρεύει:— «Και γράψε του αποκρίση (reply), παιδί μου, εκεί στο «τρύπιο βάζο» …— «Τριπ-Αντβάιζο» παππού, χαχαχα!«Ας είναι. Φίλε από το Λονδρέζε, η ρακή δεν είναι για να ξεχνάς το όνομά σου, αλλά για να θυμάσαι πως είσαι άνθρωπος. Ο μαστραπάς δεν κόλλησε στο χέρι σου από τη ρετσίνα —που λέει ο Σήφης ο κουζουλός— αλλά γιατί η καρδιά σου ήθελε να μείνει λίγο παραπάνω στο χωριό μας. Το Wi-Fi δεν σου χρειάζεται επαέ, γιατί το σήμα το πιάνουμε με το τσούγκρισμα. Άντε, και στην επόμενη με το καλό, να φέρεις και τον οδηγό, αλλά να ξέρεις πως κι αυτός από τον μαστραπά θα πιει!»»Ο Μανούσος πατάει «Submit» και ο Στρατής κλείνει το μάτι στον μαστραπά που λάμπει στο τραπέζι.— «Είδες;» λέει στον χαλκό. «Ακόμα και οι Εγγλέζοι κατάλαβαν πως η αλήθεια είναι σαν τη ρακή: καίει λίγο στο λαιμό, αλλά καθαρίζει το βλέμμα!«Αχ, μαστραπά χαλκοσκούτιλε, που λάμπεις σαν ατσάλι,μέσα σου κρύβεις την τιμή και το παλιό μεράκι.Όποιος σε πιάσει στη χέρα ντου και μια γουλιά ρουφήξει,τη δίκια ντου την αλήθεια, ντελόγου του θα δείξει!»— «Γροίκα μωρέ που σου μιλώ…» λέει ο Στρατής και το παράπονο του βγαίνει σαν αναστεναγμός.— «Γροικώ σε, σύντεκνε, και το κατέχω καλά!» αποκρίνεται ο μαστραπάς, και η φωνή του είναι μεταλλική μα ζεστή. «Όντας μιλά η καρδιά, τα λόγια περιττεύουν! Έτσι είν’ ο μαστραπάς, δεν θέλει φτιασίδια και ξενόφερτα λόγια. Θέλει την κουβέντα την αντρίκεια, την καθαρή, ωσάν την τσικουδιά που κλείνει μέσα του. Πολλά ‘ναι τα φαρμάκια μου, μα εγώ ετσά τα νταγιαντώ σαν πιω μια ολιά ρακί»Με αυτή την ατάκα, ο μαστραπάς βάζει στη θέση τους και τα Instagram, και τα «τικ-τοκ», και τους τουρίστες. Μένει μόνο η μπέσα και η ρακή.Ας τον αφήσουμε εδά τον γερο-Στρατή, να κάτσει με την ησυχία του στην κεφαλή του τραπεζιού, να σμίξει τη ματιά του με τη γυαλάδα του χαλκού.Όντας μαστραπάς και άνθρωπος γίνονται ένα, οι λέξεις περισσεύουν. Μόνο ο ήχος από το τσούγκρισμα ακούγεται και η μυρωδιά της ρακής που γεμίζει την κάμαρα, ωσάν να μοσχοβολά όλη η Κρήτη.«Γεια σου Στρατή με τον μαστραπά σου!» του φωνάζουμε από μακριά, κι ας μείνει εκεί η ιστορία του Μαστραπά, αλήθεια ή ψώμματα, σφαλησμένη σε μια γουλιά που δεν τελειώνει ποτέ.
🖊️Α.Σφυράκης
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.