ΤΟ ΚΙΡΜΙΖΙ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Η φωτιά που δεν καίει μα θυμάται!

Άνοιξη στο ξωκλήσι του Άη Δημήτρη.

Άνοιξη 1969…

Άνοιξη του 1969 — Έξω από το ξωκλήσι του Άη Δημήτρη.

Έξω από τον Άη Δημήτρη, εκεί που ο ασπρισμένος τοίχος στο ξωκλήσι κρατούσε ακόμη τη δροσιά της νύχτας, η άνοιξη είχε στρώσει τη δική της άσπρη κουρελού. Το χαμομήλι άπλωνε το άρωμά του, και η γη έμοιαζε να ανασαίνει σιγανά, σαν νανούρισμα της μάνας φύσης.

Η λειτουργία είχε μόλις τελειώσει. Οι καμπάνες είχαν από ώρα σωπάσει, μα οι ψαλμωδίες έμεναν ακόμα μέσα στα αυτιά των ανθρώπων. Τα Κυριακάτικα ρούχα, τα καλά, καθαρά πρόσωπα, ήσυχα βήματα.

Και τότε, στάθηκαν εκείνα τα δυο πιτσιρίκια στο ύπαιθρο.

Αδερφός και αδερφή.

Ο μεγάλος — με το πουκάμισο κουμπωμένο μέχρι πάνω και την παιδική γραβάτα— στεκόταν ίσια, σαν να ήθελε να δείξει πως μεγάλωσε ξαφνικά. Δίπλα του η μικρή, με το φόρεμά της καθαρό, το κόκκινο ζακετάκι με το κέντημα και τα μαλλιά τακτοποιημένα από τα χέρια της μάνας, κρατούσε σφιχτά μια άκρη από το μανίκι του. Σαν να φοβόταν μη χαθεί μέσα στην τόση Κυριακάτικη σοβαρότητα.

«Μην γελάς», της ψιθύρισε εκείνος.
«Δεν γελάω… απλώς χαίρομαι», του αποκρίθηκε εκείνη, και τα μάτια της έλαμψαν.

Στο χέρι της είχε ένα μικρό χαμομήλι. Το είχε κόψει λίγο πριν, χωρίς να τη δει κανείς.
Ο πατέρας με την φωτογραφική μηχανή στήθηκε απέναντί τους.
Ο κόσμος σώπασε για μια στιγμή.
Πίσω ο Άη Δημήτρης, τριγύρω η άνοιξη, κι ανάμεσά σε όλα, δυο παιδιά που κρατούσαν — χωρίς να το ξέρουν — ολόκληρο το αύριο.

«Έτοιμοι;»

Το «κλικ» ακούστηκε σαν ψίθυρος.
Κι εκεί, μέσα σε μια ανάσα χρόνου, έμειναν για πάντα: ένα αγόρι που ήθελε να φανεί παλικαράκι, κι ένα κορίτσι που δεν ήθελε να μεγαλώσει ακόμη.
Κι η φωτογραφία…
Έγινε μνήμη αξεθώριαστη στον χρόνο.

🖊️Α.Σφυράκης

Posted on