ΤΟ ΚΙΡΜΙΖΙ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Η φωτιά που δεν καίει μα θυμάται!

«Τα χιονάτα Ουζοκούλουρα της Γιαγιάς»

«Τα χιονάτα Ουζοκούλουρα της Γιαγιάς»

Η πραγματικότητα της Μεγάλης Εβδομάδας ήταν μια άσκηση υπομονής. Η μυρωδιά από το βούτυρο και τα αυγά πλημμύριζε το σπίτι τη Μεγάλη Πέμπτη, αλλά το ταψί έμενε απλησίαστο, φυλακισμένο κάτω από μια καθαρή πετσέτα μέχρι την Ανάσταση.
Στην αυλή της γιαγιάς, η πίστη και η προσμονή είχαν τη δική τους μυρωδιά. Το Μεγαλοβδόμαδο ήταν ένας αγώνας ανάμεσα στην επιθυμία και το καθήκον.
Τα πασχαλινά κουλουράκια έβγαιναν από τον φούρνο ροδοκόκκινα, μοσχοβολώντας αμμωνία και πορτοκάλι, όμως κανένα χέρι δεν τολμούσε να απλωθεί πάνω τους. Ήταν «τα κουλούρια της Λαμπρής», προορισμένα για το τραπέζι της αγάπης, μετά το «Χριστός Ανέστη». Η γιαγιά τα σκέπαζε ευλαβικά, λες και φύλαγε έναν θησαυρό που δεν έπρεπε να δει το φως πριν την ώρα του. Όμως, για να «λαδώσει» το λαρύγγι και να αντέξουν οι δικοί της τη σκληρή νηστεία, η γιαγιά είχε το κρυφό της όπλο: τα σπιτικά ουζοκούλουρα Κορίνθου.
Με το σιγανό της περπάτημα και το βλέμμα που κουβαλούσε κόσμους ολόκληρους έπερνε την πήλινη λεκάνη και την έβαζε στο τραπέζι με το πλαστικό τραπεζομάντηλο του μέτρου. «Ελάτε», έλεγε. «Έχουμε δουλειά…» Κι άρχιζε το μυστικό. Ούζο (2-3 σφηνάκια) που ανέδιδε άρωμα γλυκάνισου και θάλασσας, μια κούπα ζάχαρη να γλυκάνει τον καημό, λίγο καλαμποκέλαιο να δώσει παρηγοριά. Τα ανακάτευε αργά, να λιώσει η ζάχαρη και να μελώσει το μείγμα με ρυθμό σχεδόν τελετουργικό, σαν να μιλούσε με τα υλικά. Σαν να θυμόταν.
Ύστερα έβαζε σόδα, αμμωνία και πρόσθετε το αλεύρι. Η ζύμη τότενες έπαιρνε ζωή.
Την έπλαθε με τα χέρια της — χέρια δουλεμένα, χέρια που είχαν ζυμώσει ψωμί, πόνο και προσφυγιά. Και την άφηνε να ξεκουραστεί, όπως ξεκουράζεται κι η ψυχή πριν αντέξει το βάρος των ημερών. Μέχρι να φουσκώσει το ζυμάρι μας κάθισε στην ποδιά της κι έλεγε λογάκια γλυκά και παραβολές. Το πώς ζούσε ο Χριστός στα παιδικά χρόνια. Έπλαθε λέει πουλάκια με πηλό κι ύστερα τα πλησίαζε στο στόμα του… και τα φιλούσε απαλά στο ράμφος. Και τότε — ω του θαύματος — τα πουλάκια τινάζονταν, άνοιγαν φτερά και πετούσαν.
Γέμιζε ο ουρανός κελαηδίσματα.

«Έτσι είναι η αγάπη», έλεγε η γιαγιά σιγανά.
«Δίνει ζωή εκεί που δεν υπάρχει…»

Κι εμείς την κοιτούσαμε με μάτια ορθάνοιχτα, κρατώντας μικρά κομμάτια ζύμης, σαν να κρατούσαμε κι εμείς λίγο από εκείνο το θαύμα.
Όπως οι πήλινες λαλίτσες που τις γεμίζαμε νερό και τραγουδούσαν. Ύστερα ερχόταν η ώρα να πλάσουμε. Έκοβε τη ζύμη σε μικρά κομμάτια, τα ζούλαγε να φύγει ο αέρας — «μην κρατάει μέσα του βάρος», έλεγε — και τα άνοιγε σε λεπτά κορδόνια. Με την παλάμη της, ίσια και σταθερή, χάραζε πάνω τους μικρές γραμμές .«Τα δεσμά του Χριστού…»
Δεν το έλεγε βαριά. Το έλεγε σαν αντέτι που πρέπει να κρατηθεί. Κι εμείς, άλλοτε γελώντας κι άλλοτε σοβαροί, πλάθαμε τις δικές μας μικρές αλυσίδες. Τις ενώναμε σε κύκλους — κύκλους που δεν είχαν αρχή και τέλος, σαν την πίστη, σαν την ελπίδα. Το άρωμα του γλυκάνισου γιόμιζε το σπίτι. Στον φούρνο θα πήγαιναν άσπρα-άσπρα, σαν τα πρόσωπα των κυράδων στις βεγγέρες, σχεδόν λευκές σαν πορσελάνη της Απω Ανατολής. Άπλωνε τα κουλούρια στο ταψί με τη λαδόκολλα και το πήγαινε στον φούρνο.
Αυτά ήταν τα χιονάτα μαλακά ουζοκούλουρα Κορίνθου. Μοσχοβολιστά, τραγανά, γεμάτα με εκείνη τη λεπτή γλύκα που δεν σε χορταίνει — σε παρηγορεί.
Τα ουζοκούλουρα…
Η μόνη γλύκα που επιτρεπόταν. Η μικρή ανάσα μέσα στη σιωπή της Μεγάλης Παρασκευής.
Το απόγευμα ο παππούς, καθόταν στην αυλή πάνω στο ξύλινο σκαμνάκι του κι έπινε καφέ πικρό. Εμείς καθόμασταν δίπλα σιωπηλοί με ένα κουλούρι στο χέρι. Και κάθε μπουκιά είχε κάτι από εκείνη την ιστορία του μικρού Ιησού. Από εκείνο το φιλί που έδινε ζωή. Μα το μεγαλύτερο μάθημα δεν ήταν ούτε η συνταγή, ούτε η γεύση.
Ήταν η αναμονή. Η γιαγιά — Σμυρνιά στην ψυχή και στο βλέμμα — ήξερε καλά: η χαρά δεν χαρίζεται· κερδίζεται με καρτερία. Κι έτσι, όταν ερχόταν η νύχτα της Ανάστασης και οι καμπάνες άνοιγαν τον ουρανό στα δύο, η πρώτη μπουκιά δεν ήταν απλώς γλυκιά. Ήταν θαύμα. Σαν τα πουλάκια που πήραν ζωή. Σαν την ψυχή που μαθαίνει να πετά ξανά.

«Η νηστεία ήταν η προετοιμασία της ψυχής, και το ουζοκούλουρο η μικρή της ανάσα.»

Το φως από τις λαμπάδες έπεφτε πάνω τους και τα έκανε να μοιάζουν σχεδόν ασημένια. Σαν να κουβαλούσαν μέσα τους όλη τη βδομάδα — τη στέρηση, την πίστη, τη μνήμη.
Κι όταν δάγκωνες το πρώτο κομμάτι… δεν άκουγες μόνο το «κρακ» της τραγανής τους κόρας. Άκουγες κάτι βαθύτερο. Σαν φτερούγισμα. Σαν εκείνο το παλιό, αθόρυβο θαύμα που είχε φωλιάσει μέσα στις ιστορίες της γιαγιάς — και περίμενε, υπομονετικά, να ζωντανέψει ξανά. Γιατί τελικά, ίσως αυτό μας άφησε:
Να παίρνουμε κάτι απλό — λίγο αλεύρι, λίγο ούζο, λίγη ζάχαρη — και να το κάνουμε αγάπη. Να του δίνουμε φωνή. Να του δίνουμε φτερά.
Και να θυμόμαστε — κάθε Πάσχα, κάθε άνοιξη — πως ό,τι πλάθεται με καρδιά…
πάντα βρίσκει τρόπο να πετάξει.

🖊️Α.Σφυρακης.


Apostolos Sfirakisart

https://www.facebook.com/apostolos.sfirakisart.7/